31 Μαρ 2013

ΒΟΟΚS BOOKS BOOKS


Έκλεισε την πόρτα πίσω του όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Και, σκυφτός, πήρε το δρόμο για το σπίτι του.

(απόσπασμα από το διήγημα του Γεράσιμου Ρηγάτου στη συλλογική έκδοση Κλέφτες και αστυνόμοι, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2013).

Για την αλίευση θυμάτων οι "ναρκομανείς" πήγαιναν στην πλατεία, όπου η τσακαλαρία έπαιζε με ημιφουσκωτή λαστιχένια μπάλα διπλό...

(απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων του Βασίλη Π. Καραγιάννη Συγκεχυμένες αγάπες, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011)

Καημένε Λουκά, οι άνδρες δεν κλαίνε. Σφίγγουν τα δόντια και προχωράνε. Προχώρησες εσύ, καλέ μου;

(απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Σαρίτας Χαΐμ Ξεκόλα..., Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012)

Πιστεύω ότι η ποίηση της ήττας δεν είναι ήττα της ποίησης.

(απόσπασμα από το δοκίμιο του Βύρωνα Λεοντάρη Η ποίηση της ήττας, Εκδόσεις Έρασμος, 1983)

Μπορεί η κάθε τρόικα να λέει ότι θέλει, αλλά το μέσο σώζει ζωές στην Ελλάδα.

(απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη Ληξιπρόθεσμα δάνεια, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010)

Έχω απεριόριστη εμπιστόσυνη στη γοήτεια μου.

(απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη Ψωμί, παιδεία, ελεύθερια, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012)

30 Μαρ 2013

ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ! ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΜΕ! ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΜΕ!


Παρουσίαση της έκδοσης Crisis 10+1 διηγήματα για την ελληνική κρίση + Bazaar εκδόσεων + Πάρτι για τα 5 χρόνια του Vakxikon.gr 

Το περιοδικό Vakxikon.gr κλείνει τα 5 χρόνια του και σβήνει τα κεράκια του το Σάββατο 30 Μαρτίου 2013 στον πολυχώρο της Άγκυρας (Σόλωνος 124), στις 21.00 το βράδυ με ένα dj set από τη Mix Music και με άφθονα σφηνάκια. 

Πριν το πάρτι όμως, θα διεξαχθεί μια μικρή παρουσίαση της διαδρομής αυτής από τους συντελεστές του περιοδικού, η παρουσίαση της έντυπης έκδοσης Crisis: 10+1 διηγήματα για την ελληνική κρίση (Εκδόσεις Vakxikon.gr) από τον Ιορδάνη Κουμασίδη...

...ενώ ένα μίνι bazaar 10 πρόσφατων βιβλίων από τις Εκδόσεις Vakxikon.gr, σε πολύ χαμηλές τιμές (1-7 ευρώ), θα υπάρχει στο χώρο.

Σας περιμένουμε!

29 Μαρ 2013

H πληγή και η λέξη του Φραντς Κάφκα (Εκδ. Σαιξπηρικόν, 2012)


Η πληγή και η λέξη, ποίηση, Φραντς Κάφκα, μτφρ. Νίκος Βουτυρόπουλος, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2012 

Αποσπάσματα - ποιήματα βιογραφικά και σημειολογικά από το ευρύ φάσμα της πολυτάραχης ζωής του Franz Kafka συγκεντρώνονται σε μια έκδοση από τις Εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Μια δίγλωσση έκδοση σε μετάφραση του Νίκου Βουτυρόπουλου, όπου σκοπός, όπως αναφέρεται και στο εισαγωγικό σημείωμα, δεν είναι η παρουσίαση του συνολικού έργου του Kafka, αλλά η ανάδειξη μια οπτικής γωνίας της πολύπλευρης δημιουργικότητας του. Ποιήματα κυρίως βιωματικά από ημερολόγια, αλληλογραφίες σε συγγενείς και φίλους, κρυμμένα χαρτιά, τα οποία φανερώνουν τον προσωπικό χαρακτήρα τους και την κατεύθυνση σε πρόσωπα της ζωής του Kafka. 

Τάσος Ρήτος

28 Μαρ 2013

Oι Ταινίες της 28ης Μαρτίου 2013 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Συγχαρητήρια στους Αισιόδοξους? (7/10) 

Η ευχάριστη έκπληξη της χρονιάς στην ελληνική παραγωγή. Μια ταινία που μιλάει για την ελληνική κρίση, όπως αυτή έχει ριζωθεί βαθιά μες στην κοινωνία μας. Επικεντρωμένη στη νεανική ματιά και το πώς αυτή βιώνει το περιβάλλον γύρω της, η σκηνοθέτις επιχειρεί να καταγράψει την αισιοδοξία και την αγανάκτηση, το αδιέξοδο και τον αγώνα των σημερινών νέων που καλούνται να «ανανεώσουν», με κάποιο τρόπο, αυτό το αυτοκτονικό και αποπνικτικό σκηνικό που μας ταλανίζει. Η ταινία της Κωνσταντίνας Βούλγαρη με εκπλήσσει ευχάριστα, με ωθεί στον αγώνα και με γεμίζει με αισιοδοξία. Είναι ότι πιο στοχευμένο έχω δει στον ελληνικό κινηματογράφο τον τελευταίο καιρό. Χωρίς να υποπίπτει στο σύνηθες «λάθος» της αβάν γκαρντ και της αφαίρεσης, μιλάει απλά, σταράτα και αγωνιστικά. Με ηρωίδα της μια νέα κοπέλα με σπουδές, αριστερές καταβολές αλλά προσανατολισμένη σε μια αστική κατεύθυνση ζωής, μπαίνει έστω και επιφανειακά στο κινηματικό περιβάλλον των Εξαρχείων και γίνεται «αντί-» και προβληματίζει. Η «καυτή» Αθήνα της κρίσης. Η αστυνομοκρατούμενη πόλη και οι αναρχικοί που συνεχίζουν τον αγώνα τους παρά τις φυλακίσεις και τα κυνηγητά, μπαίνουν στο μικροσκόπιο της Βούλγαρη αλλά κυρίως τονίζονται οι αδιέξοδες σκέψεις, η αντίδραση και το μεγάλο ερωτηματικό (?) που αντιμετωπίζουμε οι νέοι σήμερα. Μια ταινία για όλους εμάς που μας τάξανε κάτι καλύτερο και δεν προλάβανε καν να μας το δώσουνε, αφού γκρεμίστηκε και μαζί του αυτή η χώρα. Έχω γράψει πολύ αρνητικά για την πρώτη ταινία της Βούλγαρη (τότε στην εφημερίδα Το Παρασκήνιο) αλλά νομίζω ότι αυτή τη φορά τόλμησε, απαγκιστρώθηκε από συμπλέγματα που την κρατούσαν πίσω και ωρίμασε και η ίδια και φυσικά η σκηνοθετική γραφή της. Όπως στο «Valse Sentimentale», η ηρωίδα και εδώ είναι το alter ego της και οι προσωπικές αναφορές της είναι εμφανείς. Τώρα πια όμως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κορίτσι των Εξαρχείων απλώς και μόνο, αλλά για μια νεαρή αγωνίστρια που αντιπροσωπεύει όλους όσοι αντιδρούν, κλαίνε, προβληματίζονται, σκέφτονται, εγκλωβίζονται αλλά το τέλος ξεσπούν. Με τον πιο τρελό χορό στο πλέον αλληλέγγυο πάρτι της γειτονιάς. Από τις καλύτερες τελικές σεκάνς που έχω δει. Αισιοδοξώ, συγχαρητήρια και μπράβο της! 

Blancanieves (6/10) 

Ή αλλιώς το ισπανικό «The Artist» που κυριάρχησε στη χώρα το 2012, υποδηλώνοντας ότι ο σεβασμός και η νοσταλγία μιας αλλοτινής, πολύ μακρινής είναι η αλήθεια, εποχής κυριαρχεί στις μέρες μας. Και αν ο Χαζαναβίσιους έχτισε τη δική του ταινία στα πρότυπα του αμερικανικού βωβού σινεμά, ο Μπέργκερ σύνθεσε τη «Χιονάτη», μια ενήλικη μεταφορά του γνωστού παραμυθιού των αδερφών Γκριμ, με πρότυπο του τον ευρωπαϊκό, και δη τον ισπανικό βωβό κινηματογράφο. Πρόκειται για ένα σινεμά άλλης εποχής, που εξακολουθεί να μαγνητίζει και να προσελκύει ακόμη και σήμερα, με τις νέες τεχνολογίες να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση και ώθηση σε αυτή την παλιακή φιλμική κατασκευή. Ο Μπέργκερ δεν κάνει μια ακόμη τετριμμένη ταινία – φόρο τιμής στο σινεμά του ’20, όσο μια πικάντικη διασκευή που χρησιμοποιεί τα τερτίπια του παλιού κινηματογράφου για να τραβήξει τα βλέμματα πάνω της. Εντυπωσιακή κατασκευή, άκρως σινεφιλική, που περνάει μέσα από το μύθο και την πραγματικότητα των ισπανικών ταυρομαχιών, εκτυλίσσεται μέσω μιας οικογενειακής τραγωδίας που παίρνει όμως από ένα σημείο και μετά ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις. Η κακιά μητριά, η γοητευτική μητέρα που «χάθηκε» νωρίς, ο πατέρας με τις λανθασμένες επιλογές και στο τέλος ένα κορίτσι που μεγάλωσε με όνειρα αλλά μες στην καταπίεση με σκοπό όμως να κατακτήσει τον κόσμο. 

Stoker (6/10) 

O… εκδικητικός Παρκ, αυτός ο τρομερός Κορεάτης σκηνοθέτης με τις απίστευτες ιστορίες βίας και αίματος που μας είχε κατακλύσει την προηγούμενη δεκαετία, μεταβαίνει στο Χόλιγουντ για την πρώτη αγγλόφωνη ταινία του. Η αλήθεια είναι ότι εντυπωσιάστηκα και δεν εντυπωσιάστηκα από το «Stoker». Αφενός γιατί είναι μια δυνατή οικογενειακή ιστορία εκδίκησης και παραφροσύνης που αναδεικνύει την ανθρώπινη τρέλα σε όλο το μεγαλείο της. Αφετέρου γιατί δεν διαφέρει σε τίποτα από τις κορεάτικες ταινίες του Παρκ. Ουσιαστικά ο σημαντικός αυτός σκηνοθέτης δεν πάει παρακάτω τη γραφή του και μένει και εμμένει στα ίδια που τον ανέδειξαν και τον έκαναν γνωστό. Νοσηρότητα, ακραίες συμπεριφορές, η βία σε πρώτο πλάνο και η εκδίκηση που προτείνεται με τον πιο ψυχρό, σκληρό και αποτελεσματικό τρόπο. Οι ήρωες του Πάρκ από ένα σημείο και μετά δεν είναι άνθρωποι αλλά βίαια ζόμπι. Κατά τα λοιπά, το «Stoker» είναι μια ταινία που θα σας εντυπωσιάσει με τη βίαιη απλότητα της, το στυλ και το ύφος της, τις ερμηνείες των ηθοποιών της (κυρίως του Μάθιου Γκουντ) και τις σκηνοθετικές επιλογές του Παρκ. Αν η ιστορία ήταν περισσότερο πρωτότυπη και το τελικό gap της όχι τόσο κατώτερο του αναμενομένου, τότε θα μιλήσουμε για μια σπουδαία παραγωγή. 

Broken City (5/10) 

Μια κλασική αμερικανική ταινία που εξελίσσεται μεταξύ νουάρ και αστυνομικής και πολιτικής περιπέτειας - διαφθοράς, με σύγχρονο φόντο, μέσα και συμπεριφορές. Πρωτίστως, πρέπει να εξάρω την ερμηνεία του Μαρκ Γουόλμπεργκ, ο οποίος για μια ακόμη φορά είναι εξαιρετικός στο ρόλο το σκληρού μπάτσου, που κινείται στα όρια του καλού και του κακού είτε επαγγελματικά είτε προσωπικά είτε εσωτερικά. Η ταινία του Άλεν Χιουζ είναι άρτια κατασκευασμένη αλλά προβλέψιμη. Δεν μας εντυπωσιάζει τίποτα, πόσω μάλλον η συμπεριφορά και η κατάληξη του ήρωα που υποδύεται ο Ράσελ Κρόου. Σε μια ιστορία, ολίγον τετριμμένη, που ο καθένας πουλάει και τη μάνα του για να επιβιώσει, τότε όλα τα περιμένουμε ακόμη και από ανθρώπους υπεράνω πάσης υποψίας. Εντέλει, αυτό που μας απομένει από το «Broken City» είναι μια δυνατή και άκρως διασκεδαστική αστυνομική ταινία, που μπορεί να μη διαθέτει δάφνες ποιότητας, όμως πρωτίστως δεν μας προσβάλλει σαν θεατές, μας διασκεδάζει και μας αφήνει ένα άκρως κινηματογραφικό βράδυ, που κινείται στα αρχετυπικά όρια διαχρονικώς. 

Welcome to the Show (3/10) 

Ωριαίο ντοκιμαντέρ για το μύθο της ελληνικής ροκ μουσικής Παύλο Σιδηρόπουλο, που όμως είναι προχειροφτιαγμένο, στατικό και κάπως ατσούμπαλο, μοιάζει περισσότερο με τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ παρά με κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ – βιογραφία που φωτίζει τις αθέατες πλευρές του καλλιτέχνη και ανθρώπου, και μας λέει μια ιστορία που αγνοούμε. Πρωτίστως δεν μαθαίνουμε τίποτε περισσότερο από αυτά που ήδη γνωρίζουμε για τον Σιδηρόπουλο. Δευτερευόντως, οι συνεντεύξεις ειδικών και μη της μουσικής (του;) κατακλύζουν το μεγαλύτερο μέρος του ντοκιμαντέρ, με τον «ασυμβίβαστο» Παύλο να «ακούει» απλώς αυτά που λένε, σχολιάζουν, κριτικάρουν και αναλύουν για εκείνον, το έργο και την πορεία του στη μουσική μέχρι τον απρόσμενο θάνατο του. Και προσέξτε, δεν πρόκειται για κόπια αλλά για dvd, με κακή εικόνα και ήχο.

27 Μαρ 2013

Pass2Day | Jimmy Hendrix - “People, Hell & Angels” | #45

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Τετάρτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 



Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

Για πολύ κόσμο ο Χέντριξ υπήρξε ο σημαντικότερος μουσικός όλων των εποχών. Μολονότι το νήμα της ζωής του κόπηκε τόσο πρόωρα το Σεπτέμβρη του 1970, κατάφερε να επηρεάσει όσο κανείς άλλος το μουσικό ρεύμα που ακολούθησε μετά και υπάρχει έως σήμερα και ποιος ξέρει τι άλλο θα είχε κάνει αν δεν πέθαινε τόσο νωρίς. Η αναγνωρισιμότητα την οποία είχε όσο ζούσε δεν τον αφήνει μέχρι σήμερα να βρει "ησυχία". Μετά από διαμάχη πολλών ετών μεταξύ των δισκογραφικών εταιρειών, της οικογένειάς του και τις πάμπολες αντιδικίες -το σίγουρο είναι ότι ο Χέντριξ από εκεί που τους βλέπει θα ρίχνει την κατάρα του- βγήκε τελικά ο δίσκος με τραγούδια που έχουν ηχογραφηθεί το 1969 με την ονομασία "People, Hell & Angels". 

Τα κομμάτια που υπάρχουν στο δίσκο μάς δείχνουν την ευφυία του Χέντριξ για ακόμη μία φορά, με τους γνώριμους ρυθμούς μπλουζ, τα γνωστά του σόλο αλλά και με πολύ funky, δείχνοντας μας το μουσικό δρόμο που θα ακολουθούσε ο τραγουδιστής. Τα περισσότερα τραγούδια έχουν ακουστεί ξανά, ειδικά από τους πωρωμένους θαυμαστές του Χέντριξ, σε διαφορετικές εκτελέσεις. Το θέμα βέβαια είναι να σταματήσει κάποια στιγμή όλο αυτό το γαϊτανάκι με τους διαχειριστές της μουσικής κληρονομιάς του τραγουδιστή, βγάζοντας ολοένα και νέα υποτιθέμενα άλμπουμ. Άλλωστε στα τέσσερα άλμουμ που έβγαλε ο Χέντριξ στη μικρή αλλά τεράστια καριέρα του ,πόσα ακόμα ανέκδοτα τραγούδια θα υπάρχουν; 

Η μουσική του Χένριξ επηρέασε όσο τίποτα άλλο τη μουσική βιομηχανία και αυτό είναι που πρέπει να καταλάβουν όλοι αυτοί οι ανεγκέφαλοι που εμπλέκονται με τη μουσική κληρονομιά του αφροαμερικανού τραγουδιστή και αναδικνείουν το ταλέντο του χωρίς να το σπιλώνουν. Ο δίσκος κυκλοφορεί από τις 13-03-2013 από τη Sony Legacy. 

26 Μαρ 2013

Αρσενική Πόρνη


Ναυάγιο
Ολοένα και βυθίζεται
Πιάνουμε πάτο;
Μ' ακούς;
Μάλλον όχι
Ύβρις
Αυτοαποκαλείσαι Νέμεσις
Εδώ, δεν φτάνει τ' άρωμα σου
Εδώ, δε νιώθω τη φωνή σου
Εδώ, είναι όλα πιο απλά
Γαλήνια
Σκοτεινά

24 Μαρ 2013

Κάποιος να τον μαζέψει!


Του Νέστορα Πουλάκου 

Από πότε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αυτή η μικρή σινεφίλ γιορτή των Ελλήνων κινηματογραφιστών, έγινε έρμαιο είτε των ορέξεων μιας μικρομέγαλης παραγωγού που ονειρεύτηκε Χόλιγουντ και κόκκινα χαλιά στην Ελλάδα, είτε των φαντασιώσεων ενός συγκεντρωτικού προγραμματιστή ταινιών, που έκανε την… υπέρβαση, προτιμώντας τη Θεσσαλονίκη από το Μόντρεαλ με σκοπό να μας πείσει ότι το ελληνικό φεστιβάλ πρέπει να δείχνει μόνο νυσταλέες ταινίες από το Μεξικό έως την Ταϊβάν και μάλιστα φίλων του... Έτσι από φεστιβάλ του ελληνικού λαού έγινε «μαγαζάκι ενός προσώπου»... Όταν ξεκίνησα στη δημοσιογραφία, δεν πίστευα ότι υπάρχει δημόσιο πρόσωπο, που είναι διορισμένο σε νευραλγικό πόστο από το ελληνικό κράτος αλλά δεν μπορεί ν’ αντέξει την κριτική σε σημείο που να μπλοκάρει, πρώτα την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου από το βήμα του Ολύμπιον και την ανακοίνωση του βραβείου της (από το 1976 παρακαλώ), γιατί «θα χαλάσει την εικόνα μας στους ξένους καλεσμένους»! Και εν συνεχεία να εκδικείται τα μέλη της, δημοσιογράφους και απεσταλμένους μέσων μαζικής ενημέρωσης πανελλαδικής εμβέλειας, αποκλείοντάς τους από το να κάνουν τη δουλειά τους. Παράδειγμα, ο καλός συνάδελφος Νίκος Αλέτρας, κριτικός στην εφημερίδα Ελευθερία της Λάρισας, που επειδή τόλμησε να μιλήσει υπέρ της ΠΕΚΚ στην τελετή λήξης του 53ου ΦΚΘ, ως μέλος της διεθνούς κριτικής επιτροπής της FIPRESCI, αποκλείστηκε από τη 15η διοργάνωση του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης! Καθότι, όπως σωστά λέει σε ανακοίνωση του το σωματείο, «Σημάδι των καιρών, ν' ακρωτηριάζεται η δημοκρατία σε θεσμούς πολιτισμού. Εύκολα επιλέγεις ταινίες με θέμα τ' ανθρώπινα δικαιώματα, δυσκολεύουν όμως τα πράγματα εκτός οθόνης.» Πλέον, αγαπητοί μου, το θέμα είναι συνειδησιακό, του καθενός από εμάς που κάνουμε αυτή τη δουλειά. Είτε είσαι, είτε δεν είσαι μέλος της ΠΕΚΚ, έτσι και θέλεις να αυτοαποκαλείσαι δημοσιογράφος, τι λες; Θα ξαναπήγαινες καλεσμένος σε διοργάνωση αυτού του διευθυντή ώστε να την «καλύψεις» για το μέσο σου; Γιατί, πρόσεξε μπορεί να είσαι εσύ ο επόμενος. Θα έρθει σίγουρα και η δική σου η σειρά έτσι και «βγάλεις γλώσσα»… 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 158, 23-3-13).

22 Μαρ 2013

Σύγχρονος Ελληνικός Κινηματογράφος: Μόδα είναι. Θα περάσει;


Του Νέστορα Πουλάκου 

Δανείζομαι τη συγκεκριμένη φράση από τον καλό συνάδελφο Ανδρέα Τύρο, που ειπώθηκε στην περυσινή εκδήλωση-συζήτηση στο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου με τίτλο “Ελληνικός Κινηματογράφος: Quo Vadis?”. Καθότι, και εγώ προσωπικά διαισθάνομαι την ανάγκη να χτυπήσω το καμπανάκι στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά: για να μην πέσει στην παγίδα, δηλαδή, των κινηματογραφικών curators (ή προγραμματιστών φεστιβάλ) που ψάχνουν συνεχώς νέες μόδες ώστε να δικαιολογήσουν την ύπαρξη τους. Το αυστριακό, το ιρανικό, το ρουμάνικο, το τουρκικό σινεμά πέρασαν στη λήθη δίνοντας αυτό τον καιρό τη θέση τους στους Έλληνες. Τώρα, στα αποκαΐδια τους πάνω, πρέπει να αποδείξουν αν άξιζαν ή όχι, εντέλει. 

Δεν είναι μόνο ο ελληνικός κινηματογράφος της μόδας, αλλά η Ελλάδα εν γένει. Όπως και να το κάνουμε, βρίσκεται στο κέντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος χάρη στα μνημόνια, το ΔΝΤ, την επόμενη δόση και την ενδεχόμενη χρεωκοπία, την έξοδο από το ευρώ ή όχι. Όταν ένα μέρος της αμερικανικής προεκλογικής εκστρατείας ασχολείται με το παράδειγμα προς αποφυγή Ελλάδα, τότε προφανώς και είσαι ιν. Όταν, θεωρείσαι από έγκριτους οικονομολόγους και γνωστά περιοδικά και εφημερίδες ως μοχλός αποσταθεροποίησης της Ευρωζώνης, τότε σίγουρα τραβάς την προσοχή έτσι κι αλλιώς. 

Όπως σε όλες τις βαθμίδες του κοινωνικού ιστού στην Ελλάδα, παρομοίως και ο κινηματογράφος δεν μένει ανεπηρέαστος απ’ όλα αυτά. Προχωρά, βγαίνει μπροστά, και καταθέτει τη δική του πρόταση. Τώρα, το κατά πόσο η πρόταση αυτή είναι αμιγώς εθνική ή εντάσσεται στην ευρύτερη παγκοσμιοποίηση τόσο της τέχνης όσο και των αγορών, είναι ένα άλλο θέμα. Η πλειοψηφία των σύγχρονων ελληνικών ταινιών παίζουν με διεθνείς όρους προκειμένου να προβληθούν στο εξωτερικό. Η Ελλάδα ως δομικό στοιχείο, μορφολογικό ή περιεχομενικό, απουσιάζει εν μέρει ή εντελώς. Οι ταινίες καταντούν αυτιστικές, βαυκαλίζοντας βραβεία και διακρίσεις περιορισμένου ενδιαφέροντος. Έστω και αν η πρόταση τους έχει (μια κάποια) ουσία, αυτή χάνεται όταν αυτοπεριορίζεται στο “μεταξύ μας”, ακόμη και αυτό δεν περιλαμβάνει πια μόνο ντόπιους αλλά και ξένους σινεφίλ. 

Προφανώς και το σινεμά είναι μια τέχνη που στηρίζεται στο προσωπικό όραμα. Αν βγάλουμε εκτός την οποιαδήποτε μορφή ρεύματος ή τάσης (άλλωστε, ελάχιστα είναι τα συγγενή χαρακτηριστικά των ταινιών), τότε έχουμε να κάνουμε με μεμονωμένες φωνές, οι οποίες τρέχουν στο δικό τους στίβο της ματαιοδοξίας. Στο χέρι τους λοιπόν είναι, το πώς θα διαχειριστούν τη φαρέτρα των θεμάτων τους. Είτε αν αυτά δηλαδή προέρχονται από τα ενδότερα μιας ελληνικής κοινωνίας που βράζει και τουλάχιστον ψάχνει διεξόδους ανάσας σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης και θεάματος. Είτε αν μιλούν μια διεθνή γλώσσα και με επίκεντρο τον άνθρωπο (την ακούσαμε και αυτή τη γενίκευση φέτος, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης), οπότε καταλήγουμε σ’ ένα ομοιογενές, γκαλερίστικο σινεμά που το μόνο που το απασχολεί είναι η επιτυχία, τα χρήματα, η δόξα και η φεστιβαλική αναγνώριση. 

Υπάρχουν και οι δυο παραπάνω τάσεις στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο. Απλώς, η περισσότερο προβεβλημένη είναι σαφώς η δεύτερη. Στην πρώτη περίπτωση, συναντάμε τον “Μαχαιροβγάλτη” του Γιάννη Οικονομίδη και τη “Στρέλλα” του Πάνου Χ. Κούτρα. Και στη δεύτερη περίπτωση, έρχεται η παγκόσμια (φεστιβαλική, το τονίζω) υστερία για τις ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου και της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, το “L” του Μπάμπη Μακρίδη κ.ά. Υπάρχει και το μεταίχμιο φυσικά, που έκανε την εμφάνιση του για πρώτη φορά στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. “Το Αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού” είναι η πρώτη ταινία του Έκτορα Λυγίζουν που ναι μεν υπηρετεί πιστά το “καθαρό” σινεμά, αυτό της διαφήμισης και της αβάν-γκαρντ τάσης για το διαφορετικό. Από την άλλη πλευρά όμως, αντλεί το θέμα του από ένα υπαρκτό ζήτημα της νέο-Ελλάδας του μνημονίου, με την “Πείνα” του Χάμσουν να παίρνει σάρκα και οστά και να γίνεται επίκαιρη. 

Πλέον, θεωρώ ότι υπάρχει έστω ένα κομμάτι της ελληνικής κινηματογραφίας που αφουγκράζεται το τι γίνεται αυτή την εποχή στη χώρα και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δίνει διέξοδο στην περαιτέρω σκέψη, την ελπίδα και το όνειρο. Ο καθένας από το κοινό μπορεί να ταυτιστεί με αυτή την τάση που τον εκφράζει. Πλην των παραπάνω, υπάρχουν φυσικά και οι αμιγώς κοινωνικές ταινίες, όπως είναι “Η Πόλη των Παιδιών” του Γιώργου Γκικαπέππα, “Η Κόρη” του Θάνου Αναστόπουλου, “Η Χαρά” του Ηλία Γιαννακάκη κ.ά, στις οποίες το έντονο κοινωνικό σχόλιο παίρνει τη μορφή καταγγελίας και διαμαρτυρίας. Όμως, αυτές οι ταινίες, όσο και αν εκφράζουν ένα κοινό, δεν είναι αρεστές στο ξένο δίκτυο καθότι δεν παίζουν με τους παγκόσμιους κανόνες προώθησης (κυρίως λόγω μορφολογίας τους), επιμένοντας στο στιβαρό ελληνικό υπόβαθρο τους. 

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, καταλήγω στο εξής: ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος, έχοντας ξεπεράσει το παρωχημένο, δήθεν, σινεμά του δημιουργού κατά το παρελθόν και προσπαθώντας σιγά-σιγά να απαγκιστρωθεί από το ψεύτικο, τηλεοπτικής αισθητικής, τύπου στουντιακό σινεμά της ιλουστρασιόν κουλτούρας, έχει πια περιεχόμενο είτε αυτό αφορά ένα συμπαγές τμήμα της εγχώριας σινεφιλίας είτε αυτό απευθύνεται πρωτίστως στη φεστιβαλική διάκριση που όμως κάνει ένα άνοιγμα στην, πάντοτε, επικίνδυνη παγκοσμιοποίηση της τέχνης. Και έτσι παραμένει η παγίδα της αυτοπαγίδευσης στη λογική της μόδας. Το σύγχρονο ελληνικό σινεμά έχει σκηνοθέτες που στέκονται στα πόδια τους και όχι κρατικοδίαιτους, οι οποίοι και όραμα έχουν και ταλέντο διαθέτουν. Απομένει να μπορούν να βλέπουν πέρα από τη μύτη τους, να ζουν εντός μιας κοινωνίας που αλλάζει και φυσικά να μην παρασύρονται από λογής τακτικισμούς ευκαιριακούς και αποπροσανατολιστικούς, που μόνο τις αγορές ευνοούν και ποτέ μελλοντικά τους ίδιους. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην έκδοση λόγου και τέχνης Το Δέντρο (τχ. 191-92, Φεβρουάριος 2013).

21 Μαρ 2013

Ταινίες 21ης Μαρτίου 2013 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Δεν Κρατιέμαι (7/10) 

Σαν να ξαλάφρωσα τελικά και να βρήκα τον εαυτό μου ως θεατή του Αλμοδόβαρ. Με την ταινία αυτή γύρισα δεκαετίες πίσω, σε εκείνη του 1980 μέχρι τα μισά του 1990, για να διασκεδάσω, να γελάσω και να χαρώ ξανά με τις εξτραβαγκάντσες του Ισπανού σκηνοθέτη. Με τόσο πομπώδη μελοδράματα που μας μπούκωσε και τέτοιες υπερβολικές, φανταστικές ιστορίες που κατάπιαμε όλα αυτά τα χρόνια, την ταινία αυτή σαν να την είχαμε ανάγκη. Ουσιαστικά ο Ισπανός δημιουργός πραγματοποιεί ένα φλας μπακ στην καριέρα του και θυμάται τα έξαλλα ‘80s όπου όλοι οι θεόμουρλοι -του περιθωρίου- άνθρωποι χωρούσαν σε ένα του κάδρο. Στο «Δεν Κρατιέμαι» η ιστορία εκτυλίσσεται στον αέρα, εν πτήση δηλαδή, όπου μέσα στο αεροπλάνο το οποίο κάνει συνεχώς γύρους πάνω από τη Μάλαγα γαμιούνται, χαπακώνονται, μαστουρώνουν, μεθάνε, εξομολογούνται και αυτοψυχαναλύονται οι επιβάτες και το πλήρωμα του. Πολυτελείς πόρνες, παρθένες μέντιουμ, gay αεροσυνοδοί, συνειδητοποιημένοι και μη bisexual πιλότοι, πληρωμένοι δολοφόνοι και βαποράκια, τραπεζίτες μπλεγμένοι σε οικονομικά σκάνδαλα και κυνηγημένοι διάσημοι ηθοποιοί κ.ά., συνθέτουν το πιο τρελό, πολύχρωμο, έξαλλο κινηματογραφικό σύμπαν, που μπορεί εκ πρώτης να σας φανεί εύπεπτο, σε δεύτερο επίπεδο όμως κρύβει την αυθεντική παραληρηματική διασκέδαση μιας διαφορετικής ευρωπαϊκής κινηματογραφίας άλλης εποχής. 

Σκηνοθετώντας την Κόλαση (6/10) 

Πάντοτε ήμουν επιφυλακτικός με το ντοκιμαντέρ. Θεωρώ ότι εύκολα εκπίπτει. Ωραιοποιεί, ηρωοποιεί, αγιοποιεί, εν γένει ποιεί χωρίς να είναι καλό αυτό απαραίτητα. Επίσης, υπάρχει και το συχνό φαινόμενο να τηλεοπτικίζει, μια και ως είδος έχει μεταφερθεί από τον κινηματογράφο στη μικρή οθόνη. Γίνεται ευκολότερα, με λιγότερα χρήματα, και χαμηλές προσδοκίες. Άλλωστε στο τηλεοπτικό κοινό απευθύνεται, κι όχι στο σινεφίλ που είναι πιο αυστηρό. Σου κάνω τον πρόλογο, για να σου πω τι δεν είδα τίποτε από τα παραπάνω στο “Directing Hell”. Ειλικρινά, έμεινα έκπληκτος. Παρακολούθησα μια αυστηρά δομημένη βιογραφία του Νίκου Νικολαΐδη, που παρεμπιπτόντως πάντοτε εκτιμούσα το καλλιτεχνικό του ήθος, η οποία επικεντρώνεται αποκλειστικά στο κινηματογραφικό του έργο. Παρουσιάζονται όλες του οι ταινίες, από την τελευταία προς την πρώτη του. Μέσω αυτής της σειράς παρακολουθείς ότι έχουν να πουν βασικοί του συνεργάτες, συντελεστές και ηθοποιοί, στενοί του φίλοι και αγαπημένοι συνοδοιπόροι σε αυτή τη 40χρονη κινηματογραφική του πορεία. Το ντοκιμαντέρ του Χουλιάρα (πρωτοεμφανιζόμενος, πλέον ταλαντούχος, σκηνοθέτης) δεν εκβιάζει συγκίνηση, δεν αγιοποιεί τον Νικολαΐδη. Οι πιστοί, οι λάτρεις του σπουδαίου αυτού σκηνοθέτη θα συγκινηθούν στα σίγουρα. Οι υπόλοιποι θα πρέπει να τον μάθουν πρώτα… Όσο για την αγιοποίηση : θα παρακολουθήσεις κι εκείνους που θα σου πουν για το δύστροπο χαρακτήρα του, την όλο εντάσεις επαγγελματική τους συνεργασία, την εν γένει συμπεριφορά του. Όχι βέβαια με κακόβουλο τρόπο, ούτε με ειρωνικό. Οι Χουλιάρας και Πάσχος (επίσης πρωτοεμφανιζόμενος και ταλαντούχος σκηνοθέτης, με πλούσια φιλμογραφία στη μικρού μήκους ταινία), που έγραψαν το σενάριο, έκαναν όντως μια καταπληκτική δουλειά. Γιατί ακριβώς είναι πλήρης, περιεκτική, ολοκληρωμένη. Όπως επίσης και η σκηνοθεσία του Χουλιαρά. Είναι μεστή, μινιμαλιστική, ακριβής, και ιδιαίτερη στην προσέγγιση της. Για να καταλάβεις, δεν υπάρχει ούτε ένα στατικό πλάνο (φωτογραφίες δηλαδή), που βλέπεις συχνά (κι αφελώς) σε ντοκιμαντέρ. Με ένα 10λεπτο πλάνων από making of, τηλεοπτικές εκπομπές, φεστιβάλ, και λοιπές εκδηλώσεις διάσπαρτα στο φιλμ, συμπληρώνονται σχεδόν 75 λεπτά ενός πολύ καλού ντοκιμαντέρ. Σου μιλάω ειλικρινά, το “Directing Hell” για τον Νίκο Νικολαΐδη είναι μια άρτια ταινία τεκμηρίωσης, αντάξια του έργου και της προσωπικότητας του προσώπου που παρουσιάζει. Πολλά μπράβο σε όλους. 

Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ Είναι Νεκρός (5/10) 

Μια ταινία τριετίας που μας έφτασε από τα αζήτητα της γαλλικής παραγωγής, για να μας αποδείξει περίτρανα πόσο σημαντική επιρροή έχει πρωτίστως το σινεμά του Καουρισμάκι και δευτερευόντως εκείνο του Τζάρμους και του Ντέιβιντ Λιντς. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο των Γάλλων Μπαμπινέ και Κιν μπορεί να είναι εντυπωσιακό και φυσικά ελπιδοφόρο, πάσχει όμως από έλλειψη προσωπικής γραφής. Εντούτοις, μόνο θετικά μπορούμε να δούμε αυτή την ιδιότυπη προσπάθεια. Κατά την οποία ένας «κολλημένος» με το αμερικανικό σινεμά τύπος ξεκινάει με έναν άκρως ιδιαίτερο νέο που φέρνει στον κινηματογραφικό ήρωα που έχει στο μυαλό του για την ταινία που θέλει να κάνει, σε ένα road trip για την εξεύρεση παραγωγού, από το Βέλγιο στην Πολωνία και από εκεί στη Νορβηγία και τον αρκτικό κύκλο. Κινηματογραφικές περσόνες και μοιραίες γυναίκες, άκυροι τύποι σε κωμικοτραγικά περιστατικά και περίεργες φιγούρες συνθέτουν το σινεφιλικό σύμπαν των δυο Γάλλων σκηνοθετών, που θα τραβήξουν σίγουρα το ενδιαφέρον σας. Κατά τα λοιπά, μόλις βγείτε από την ταινία θα νομίζετε ότι έχετε δει καουρισμακική ταινία των ‘90s. 

Μαθήματα Ζωής (5/10) 

Από τη μια μεριά μας αναγκάζει αυτή η ταινία να πούμε «άι σιχτίρ» με την τόση μαυρίλα που φάγαμε στη μούρη μαζεμένη όλο αυτή τη μιάμιση ώρα. Από τη άλλη όμως, έστω με αυτόν το πομπώδη και αρκούντως μελοδραματικό τρόπο, ο Τόνι Κάγιε αγγίζει θέματα όπως η βία στα σχολεία, η ανήλικη πορνεία, οι κοινωνικά ανένταχτοι μαθητές αλλά και τα γονεϊκά κατάλοιπα που κουβαλάει ο καθένας μέσα του και το πώς αυτά εξωτερικεύονται. Εντέλει αυτή η ταινία αποτελεί «μάθημα ζωής» καθότι πραγματεύεται από το εκπαιδευτικό ζήτημα μέχρι τη βαρύτητα της οικογένειας στον ψυχισμό του παιδιού, λέγοντας μας πολλά και εννοώντας μας ακόμη περισσότερα. Με τη δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του Κάγιε και την ερμηνευτική δεινότητα του Μπρόντι, θα μπορούσε να μας ανατινάξει το μυαλό αν δεν μπούκωνε με τα τόσα που έχει και θέλει να μας πει. Αξιοπρόσεχτη ταινία και παραγωγή, που κινείται στα όρια του μελοδράματος και της παρατραβηγμένης εξτραβαγκάντζας, όμως διαθέτει ένα έντονο κοινωνικό προφίλ που δεν περνάει απαρατήρητο όπως και ένα διδακτικό εκτόπισμα άρτια δομημένο παρόλο που βάζει συνεχώς στη χύτρα της κι άλλα υλικά προκειμένου να χωρέσει όλα τα κακά αυτού του κόσμου. 

Μπιγκ Χιτ (5/10) 

Μετά τον «Γιο του Τσάρλι» ο Κάρολος Ζωναράς εμμένει να κινηματογραφεί ιστορίες πάνω σε αγαπημένα του αμερικανικά είδη σινεμά. Στη νέα του ταινία, πραγματοποιεί το ελπιδοφόρο ελληνικό ριμέικ του αξεπέραστου φιλμ νουάρ «Big Heat» του Φριτζ Λανγκ, μάλιστα η ταινία του είναι γεμάτη με σκηνές από από αυτήν που παίζονται σε διάφορες οθόνες σε όλη τη διάρκεια της. Κι αν είδαμε τον «Γιο του Τσάρλι» περισσότερο ως πλακατζίδικο b-movie για το Φεστιβάλ Καλτ Κινηματογράφου, στο «Μπιγκ Χιτ» ο Ζωναράς έχει ρίξει πολλή δουλειά προκειμένου να δούμε ένα αξιοπρόσεχτο ριμέικ, έχοντας αποκομμένη βέβαια από το μυαλό μας την πρωτότυπη ταινία. Με ασπρόμαυρη φωτογραφία, μεταφέρει τη δράση στο κέντρο της Αθήνας και πλέκει μια ιστορία με μαφιόζους, σκυλάδικα, διεφθαρμένους μπάτσους, πόρνες, μπράβους και αδίστακτους επιχειρηματίες. Παρόλο που σε αρκετά σημεία της, κυρίως ερμηνευτικά, γίνεται γκροτέσκο σε βαθμό που μας αναγκάζει να γελάσουμε, γεγονός που δεν κολακεύει το είδος του νουάρ καθόλου, εντούτοις η νέα προσπάθεια του Ζωναρά αποτελεί μια ικανοποιητική διασκέδαση, που μας γεμίζει με αισιοδοξία για το σκηνοθετικό μέλλον του, παρακολουθώντας αυτή την εξελικτική πορεία του. 

Passion (4/10) 

Όσο αξεπέραστος κι αν είναι ο Ντε Πάλμα, ομολογουμένως έχει χάσει τη φόρμα του και εμείς το μέτρημα, μια και δεν θυμάμαι πόσα χρόνια έχω να δω καλή ταινία του. Και όμως αυτό το πρότζεκτ είχε όλα τα εχέγγυα: πετυχημένη γαλλική ταινία παρόλο που δεν έσκισε και ελπιδοφόρο αμερικανικό καστ, με τις Νούμι Ράπας και Ρέιτσελ ΜακΆνταμς στους κεντρικούς ρόλους. Τι κι αν ο Ντε Πάλμα χρησιμοποίησε ό,τι τεχνικές ήξερε και δεν ήξερε από καλά θριλερικά χρόνια του, της δεκαετίας του 1970; Στην ταινία αυτή, παρά το διάχυτο ερωτικό στοιχείο και το πάθος που αναβλύζει, τίποτε δεν λειτούργησε σωστά, με αποτέλεσμα και το σασπένς να χάνεται νωρίς και η υστερία και η τσιρίδα να παίρνουν επάξια τη θέση της αγωνίας και του τρόμου. Σίγουρα η λάθος τροπή της ταινίας πιστώνεται στην παρωχημένη πια σκηνοθετική αντίληψη του Ντε Πάλμα, παρόλο που και οι δυο πρωταγωνίστριες του δεν τα καταφέρανε και τόσο καλά. Τελικά από αυτή την ταινία, το μόνο που μας μένει είναι μια μέτρια ερωτική ιστορία που κινείται μεν στα άκρα αλλά δυστυχώς δεν πείθει.

20 Μαρ 2013

Pass2Day | The Last Drive | #44

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Τετάρτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 

 
Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

Επιτέλους έφτασε στα χέρια μου ένα εξαιρετικό ντοκυμαντέρ για τους Τhe Last Drive, το 2000 miles Ahead. Oι The Last Drive είναι η επιτομή του αγγλόφωνου ροκ στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1980. Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Φίλοι από το Γυμνάσιο, άρχιζαν να παίζουν ροκ για την απόλαυσή τους. Η σύλληψη για τη δημιουργία του γκρουπ ξεκίνησε από τον Νίκο (κιθαρίστας) ώστε να παίζουν τραγούδια των Sex Pistols. Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας ήταν ο Άλεξ (μπάσο και φωνητικά), ο Γιώργος (κιθάρα) και ο Χρήστος (τύμπανα). Η μουσική τους ήταν rockabilly με επιρροές από 50's και 6's και πολύ garage. To πρώτο άλμπουμ Midnight Hop ηχογραφήθηκε ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, στις 14-2-1985 με έξοδα του γκρουπ και τη βοήθεια φίλων. Όμως ήταν ο φόβος των ηχοληπτών και των παραγωγών καθώς τους άρεσε να παίζουν στο «τέρμα». Τότε αποφασίζουν από κοινού να αλλάξουν τον ηχολήπτη καθώς ο πρώτος δεν συμφωνούσε με τον τρόπο που έπαιζε η μπάντα και ήρθε ο δεύτερος ηχολήπτης ο οποίος κατάλαβε τον τρόπο και τον ήχο που θέλει να παίζει το γκρουπ και εγένετο ο πρώτος δίσκος. Από εκείνη την στιγμή αρχίζουν οι ζωντανές εμφανίσεις με μεγάλα ονόματα της garage μουσικής σκηνής. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του Underworld Shakedown ξεκινάει η πρώτη μεγάλη περιοδεία Outer Limits Tour στην Ευρώπη, μπαίνοντας έτσι στα «σαλόνια» των μεγάλων φεστιβάλ που γίνονταν στην Ευρώπη παρέα με μεγάλες μπάντες. Περιοδεία την οποία διοργάνωσαν τα παιδιά από την Hitch Hike μέσω αλληλογραφίας. Μέσα σε διάστημα ενός μήνα ταξίδεψαν με ένα βαν, που χάλαγε όλη την ώρα, σε Γερμανία, Άμστερνταμ, Παρίσι και Ιταλία. Όλη η Ευρώπη αρχίζει να μιλάει για τους Τhe Last Drive. Στην περιοδεία στη Γερμανία το συγκρότημα γνωρίζεται με τη Μusic Maniac s(δισκογραφική εταιρεία στη Γερμανία) η οποία τους προτείνει να βγάλουν δίσκο σε αυτούς με αποτέλεσμα να γίνουν πασίγνωστοι σε αυτή την χώρα. 


Μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου άλμπουμ φεύγει ο Νίκος και έρχεται ο Πάνος Καπετανόπολος, ο κιθαρίστας που αλληλοσυμπληρώνεται με τον Γιώργο. Το πρόβλημα όμως με τον Καπετανόπουλο ήταν ότι δεν κράτησε πολύ. Ήθελε να φύγει από την Ελλάδα γιατί δεν άντεχε το status quo που υπήρχε, όπως θα δούμε παρακάτω. Στο Heatwave έρχεται ένας παραγωγός που έκανε δίσκο και στην Tina Turner, ο οποίος κάνει τη μεγάλη διαφορά στο γκρουπ. Ήταν περισσότερο φίλος, ένωσε κι άλλο τα μέλη του γκρουπ, έκανε ενορχήστρωση και έφτιαξε καλύτερο τον ήχο τους. Η ιστορία του Joe Esposito, του σωματοφύλακα του Elvis, ήταν το ερέθισμα για να γράψει τους στίχους ο Άλεξ. Παράλληλα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, για την ταινία του Τοπίο στην ομίχλη, ζητάει από το γκρουπ δύο κομμάτια, το Misirlou και το Every night. Τον Σεπτέμβρη του 1988 διοργανώνεται το ροκ φέστιβαλ στο πεδίο του Άρεως με το συγκρότημα να είναι καλεσμένο. Στις 3-9-1988 θα έπαιζαν στη Ρώμη. Στο αεροδρόμιο έμαθαν από τις εφημερίδες ότι το φεστιβάλ ακυρώθηκε λόγω επεισοδίων -έχουν χυθεί τόνοι μελάνι για αυτό το περιστατικό- με αποτέλεσμα να μην παίξουν ποτέ. Το 1989 επιστρέφουν στο Βερολίνο. Τότε ήταν μια μεταβατική περίοδος για το συγκρότημα γιατί άρχισαν να ανοίγουν τις επιρροές στον ήχο τους. Στο φεστιβάλ αυτό ήταν η πρώτη φορά που έπαιζαν μαζί με γνωστά ονόματα από την αμερικάνικη και τη γερμανική σκηνή. Για ακόμη μία φορά το συγκρότημα κάνει πάταγο. Αμέσως μετά από ένα live στο Βερολίνο μπαίνουν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το Time Has Come Today που κυκλοφόρησε από τη Music Maniacs και αποτελεί την καλύτερη στιγμή της μπάντας με το τραγούδι Have Mercy να κάνει τη διαφορά. Το Blood Nirvana είναι ο δίσκος σημείο αναφοράς για το γκρουπ καθώς από το χαρακτήρα garage γκρουπ περνούν στο χαρακτήρα ροκ γκρουπ με τις κιθάρες τους να σκληραίνουν αρκετά. Το 1990 έρχεται το Overloaded. Το συγκρότημα πειραματίζεται στο άλμπουμ προς απογοήτευση των θαυμαστών του, καθώς περιέχει τραγούδια με ποπ επιρροές.Τ ο αποτέλεσμα όμως τους δικαιώνει για ακόμη μία φορά καθώς έγινε παραγγελία, μετά από την εξάντληση του δίσκου, με ότι στοκ υπήρχε. 


Τον Αύγουστο του 1991 περιοδεύουν ξανά στη Γερμανία μαζί με τους Dead Μoon και τους Lemonheads. Αυτό ήταν η αρχή για μια πολύ μεγάλη φιλία με τους πρώτους, καθώς κάθε μέρα έπαιζαν σε διαφορετική πόλη με πολύ διασκέδαση και μουσική παράλληλα. Η περιοδεία του 1991 ήταν η καλύτερη αλλά και η πιο κουραστική. Έπαιζαν 25 μέρες συνέχεια και ερχόμενοι στην Ελλάδα συνέχισαν τις συναυλίες παίζοντας ακόμα και στις καταλήψεις. Αυτό είχε σαν αποτέλασμα όλη αυτή η κούραση να επηρεάσει τον Καπετανόπουλο και να αρχίζει να αποστασιοποιείται. Ήταν τελικά η αφορμη να αποχωρήσει από το γκρουπ. Οι The Last Drive όμως ήταν σε μια διάθεση να συνεχίσουν γιατί το γούσταραν πολύ αυτό που έκαναν. Αρχίζουν λοιπόν να ψάχνουν για κιθαρίστα. Δέχονται λοιπόν ένα τηλεφώνημα από έναν τύπο που είναι φίλος με τους Cosmic Teds και με πολύ θράσος τους λέει ότι θέλει να τους ακούσουν. Αποδείχτηκε τελικά ότι ήταν ο «άσσος στο μανίκι» των The Last Drive, ο Θάνος.  Το 1992 «έρχεται» το Fuckhead Entropy. Ήταν μια δύσκολη περίοδο για τη μπάντα και το άλμπουμ αυτό ακόμα τους πονάει. Ήταν για πρώτη φορά που ο παραγωγός τους ήθελε να είναι ο πάνω από όλους χωρίς να αφήσει τα μέλη του γκρουπ να βάλουν δικά τους στοιχεία στο άλμπουμ. Ήταν αυτός που θα όριζε την κατεύθυνση της μπάντας. Χαρακτηριστικό είναι το ότι για μια περίδο είχε απαγορευτεί στο συγκρότημα να κάνουν συναυλίες στο Ρόδον διότι σε μια εμφάνισή τους είχαν διαλύσει όλα τα παρασκήνια. Ενώ σε ένα live που έκαναν στον Άλιμο ο Χρήστος είχε πιει τόσο πολύ που όταν ανέβηκε στην σκηνή δεν μπορούσε να παίξει. Αυτό ήταν και η αρχή του τέλους για καταστάσεις που θα ακολουθούσαν μετά. Σε μα συναυλία που θα μπορούσαν να έχουν παίξει καλά, απλά δεν έπαιξαν. Παραλίγο να διαλυθεί η μπάντα εκείνη την περίοδο αλλά ο παραγωγός τους για ακόμη μία φορά τους έφερε κοντά. Έχοντας αλλάξει μία φορά εταιρεία και δύο φορές κιθαρίστα επικρατεί γενικά ένα χάος στο συγκρότημα και το Γιώργο να ηχογραφεί ένα άλμπουμ με τους Blackmail, τo Live After Death. Είχαν αρχίσει τα οικονομικά προβλήματα. Τότε βρέθηκε η B.M.G., η πολυεθνική δισκογραφική εταιρεία να τους πρότεινει συμβόλαιο για να ηχογραφήσουν το Subliminal. Η υποστήριξη βέβαια δεν ήταν η αναμενόμενη από την εταιρεία με αποτελέσμα η προσπάθεια να πέσει στο κενό. Το γκρουπ τελικά μένει μόνο του. Νοικιάζουν ένα χώρο για να ηχογραφήσουν το άλμπουμ με πολύ διάθεση για σκληρή δουλειά. Κατά τη διάρκεια μιας ηχογράφησης μπήκαν στο στούντιο και τους έκαναν κατάσχεση στον εξοπλισμό. Το άλπμουμ τελικά κυκλοφόρησε και είναι από τα αγαπημένα της μπάντας. Η αρχή του τέλους έρχεται… Υπάρχει μια ανείπωτη σιωπή και ένα «σπάσιμο» της επικοινωνίας των μελών με αποτέλεσμα να ανακοινώνει ο Γιώργος την αποχώρησή του από την μπάντα. 13 χρόνια γεμάτα ένταση, περιπέτεια, αλκοόλ, επεισόδεια, αμέτρητες ζωντανές εμφανίσεις και πολλή μουσική έφτασαν στο τέλος τους.


Ευχαριστώ τους The Last Drive που μας άφησαν μια τόσο μεγάλη κληρονομιά όσο κανένα άλλο ελληνικό συγκρότημα. Το Φλεβάρη του 2007 ανακοίνωσαν την επανασύνδεσή τους σε μια σειρά από συναυλίες που έκαναν στην Ελλάδα. Το τελευταίο άλμπουμ τους λέγεται Heavy Liquid και κυκλοφόρησε από την Inner Ear το 2010. «Οι μεγάλες μπάντες φτιάχνονται όταν προσπαθείς να κάνεις κάτι που θα σε αναιρέσει χωρίς όμως να σε ακυρώσει» είπε χαραχτηριστικά ο τραγουδιστής των The Last Drive, Άλεξ.

Ακούστε εδώ The Last Drive.

19 Μαρ 2013

Αρσενική Πόρνη


Για σένα γράφω 
Γλυκέ 
Περιπατητή των ονείρων 
Καταπατητή της λογικής 
Κι ας ξέρω 
Πως με κάθε λέξη που στάζει
Απλώς βρωμίζει το χαρτί
Γεμίζει λεκέδες.

18 Μαρ 2013

Γεώργιος Νέγρος - Ο Τίγρης του Αιγαίου του Τέου Ρόμβου


Γεώργιος Νέγρος - Ο Τίγρης του Αιγαίου, μυθιστόρημα, Τέος Ρόμβος, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2012 

Υπάρχουν πολλές πτυχές της Ιστορίας του κόσμου οι οποίες παραμένουν θαμμένες στο πηγάδι του χρόνου, είτε γιατί οι άνθρωποι θέλησαν να αποκρύψουν την πραγματικότητα, είτε γιατί η μοίρα έμελλε να αφήσει ανεξίτηλα και στο περιθώριο τα πραγματικά γεγονότα. Με τέτοια περίπτωση αποτελεί η αληθινή ιστορία του Γεώργιου Νέγρου, του Τίγρη του Αιγαίου. Ο μεγαλύτερος πειρατής της Μεσογείου κατά την περίοδο του 1851. Ο συγγραφέας Τέος Ρόμβος, όντας κι αυτός, τρεχάμενος μέσα στο πανηγύρι της ζωής, ένας άνθρωπος του δρόμου, ανακαλύπτει τα απομνημονεύματα του Γεώργιου Νέγρου. Ύστερα από πολλή μελέτη, ψάχνοντας παντού σημάδια και αναφορές, μας παρουσιάζει ένα πραγματικό διαμάντι που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τις πειρατικές ταινίες που βλέπαμε στην τηλεόραση μικροί. 

Οι ιστορίες του Νέγρου από το ίδιο του χέρι μας ζωντανεύουν μνήμες και γεγονότα που ολίγοι θυμούνται αλλά πολλοί γνώρισαν. Η εποχή μετά την Επανάσταση του 1821 και λίγο αργότερα είναι μια μαύρη εποχή, όπου το Ελληνικό κράτος προσπαθώντας να ανασυγκροτηθεί, καταφεύγει σε ψέματα, λησταρχίες και λαμογιές. Ο απλός λαός βρίσκεται στο κενό και ζει τον αγώνα της επιβίωσης. Ο Γεώργιος Νέγρος, αποτελεί ακόμα μια σημαντική περίπτωση ανθρώπου, όπου τα σεκλέτια της ζωής, η μοίρα και οι δυσκολίες με την εξουσία της βρωμιάς και της αδικίας, τον αναγκάζουν να καταφύγει στην πειρατεία για να επιβιώσει, αλλά προπάντων να αισθάνεται ελεύθερος. Μέσα από τις ιστορίες θα καταλάβουμε πολύ καλά πώς έδρασε και έζησε, και πως συνδέεται η ζωή του με τα γεγονότα της εποχής. 

Παίρνοντας στα χέρια μου το βιβλίο του Τέου Ρόμβου και διαβάζοντάς το, μου έρχονται στο μυαλό και άλλες ιστορίες περιθωριακών οι οποίοι θυσίασαν την ζωή τους στο βωμό της ελεύθερης σκέψης και της πραγματικής αλήθειας πολεμώντας στιβαρά με τα σκουπίδια του νόμου και της εξουσίας. Μου έρχεται στο μυαλό ο Νίκος Κοεμτζής, η Κατερίνα η Γώγου, ο Άρης Βελουχιώτης παλαιότερα και αρκετοί άλλοι, οι οποίοι κατά την γνώμη μου είναι οι πραγματικοί ήρωες και γι’ αυτό παρέμειναν περιθωριακοί, όπως και η δράση τους στο χρόνο. 

Τάσος Ρήτος

17 Μαρ 2013

Η ζωή του Πι του Γιαν Μαρτέλ (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2012)


Η ζωή του Πι, μυθιστόρημα, Γιαν Μαρτέλ, μετάφραση: Μπελίκα Κουμπαρέλη, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2012 

Ο Πι και η οικογένειά του ζουν στην Ινδία και διατηρούν ένα ζωολογικό κήπο. Ο νεαρός Πι έχει δύο αγάπες: τα ζώα και το διάβασμα. Διαβάζει με πάθος ό,τι έχει σχέση με τον Ινδουισμό, το Χριστιανισμό και το Ισλάμ και, προς μεγάλη έκπληξη των γονιών του, αποδέχεται και πιστεύει και τις τρεις θρησκείες. Κάποτε η οικογένεια αποφασίζει να μεταναστεύσει στον Καναδά μαζί με τα ζώα. Το πλοίο όμως ναυαγεί κι ο Πι βρίσκεται μόνος σε μια βάρκα μαζί με μια απίστευτη ομάδα: μια ζέβρα, μια ύαινα, έναν ουρακοτάγκο και μια τεράστια βασιλική τίγρη της Βεγγάλης. Ο Πι πρέπει τώρα να συνυπάρξει με ναυαγούς που δεν μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Με εξυπνάδα, με απίστευτο θάρρος και ανομολόγητο φόβο, αποδέχεται τη φύση του κάθε ζώου και αναπτύσσει μια άρρηκτη σχέση κυρίως με την τίγρη. Δεν είναι τυχαίο που αυτή έχει όνομα ανθρώπου: Ρίτσαρντ Πάρκερ. 

Η ιστορία του Πι δεν είναι απλά μια ιστορία επιβίωσης. Είναι μία ιστορία για την ανθρώπινη δύναμη, για το καλό και το κακό, για την αναζήτηση του θείου και πολλά άλλα…  Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας, εσωτερικής αναζήτησης και αναγέννησης… Μέσα από το ταξίδι του Πι στο πλοίο με συνοδοιπόρο του την τίγρη ο αναγνώστης ταξιδεύει και αυτός ταυτόχρονα σε έναν ωκεανό μαθημάτων ζωής που όλοι λίγο πολύ έχουμε αντιμετωπίσει ή μπορεί να κληθούμε αργά ή γρήγορα να αντιμετωπίσουμε. Ο φόβος, η απελπισία και το άγχος της επιβίωσης περιγράφονται μέσα από τον ιστορία του Πι, όπως επίσης και η δύναμη της θέλησης και του ανθρώπινου νου. Μέσα σε όλα αυτά η επιστήμη και η θρησκεία έρχονται να συμπληρώσουν ένα παζλ καθώς το πρώτο μέρος του βιβλίου μας περιγράφει τη ζωή του πρωταγωνιστή πρίν από το ταξίδι αυτό και ταυτόχρονα μας δίνει πληροφορίες για θρησκευτικά και φιλοσοφικά ρεύματα. Έτσι μας βοηθά να κατανοήσουμε κάποια πράγματα για τον πρωταγωνιστή της ιστορίας μας και κατά συνέπεια να κατανοήσουμε και καλύτερα τις θεμελιώδεις εσωτερικές αλλαγές που του συμβαίνουν αργότερα. 

Ένα αλληγορικό παραμύθι; Ένα φιλοσοφικό δοκίμιο; Κατά την άποψη μου το συγκεκριμένο βιβλίο δεν μπορεί να ενταχθεί σε κάποια κατηγορία καθώς είναι όλα αυτά μαζί και όχι μόνο. Το συγκλονιστικό όμως είναι ότι πρόκειται για μια απλή ιστορία γραμμένη σε απλή γλώσσα, με χιούμορ η οποία μέσα στην απλότητά της περικλείει τα πιο σύνθετα πράγματα που μπορεί να περιλαμβάνει ο κόσμος μας. Ίσως εκεί είναι και η πεμπτουσία όχι μόνο της ιστορίας του Πι αλλά και όλης της ανθρώπινης ύπαρξης. Ότι τα πιο σύνθετα πράγματα είναι ταυτόχρονα τα πιο απλά αλλά και τα πιο δύσκολα Ότι τα πιο απλά γεγονότα μπορεί να προκαλέσουν τις πιο ουσιαστικές προσωπικές υπερβάσεις και ότι ο θεός δεν περιγράφεται μέσα από στείρες θρησκευτικές ερμηνείες και δυσνόητες φιλοσοφικές αναλύσεις. Ο θεός βρίσκεται μέσα μας παίρνει υπόσταση από εμάς και ταυτόχρονα εμείς τον χρειαζόμαστε… 

Αλεξία Νταμπίκη

16 Μαρ 2013

Συνέντευξη της Δάφνης Μανούσου & της Ιωάννας Σταυροπούλου


Στον Νέστορα Πουλάκο

Με φόντο έναν παράδεισο ή έναν τόπο εξορίας, σίγουρα όμως ένα νησί όπου το άγριο δάσος και η θάλασσα δεσπόζουν και ίσως τρομάζουν, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης ή The Boy γύρισε την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, μετά το "Κλαις;" και το "Ροζ", με τίτλο "Χιγκίτα".
 
Μια video art απεικόνιση του τοπίου που περιγράφεται στο "1984" του Όργουελ είναι το "Χιγκίτα", όπου μια ομάδα ανθρώπων αποφασίζει να αυτοεξοριστεί στο Μακρύ Νησί για να προστατευτεί από τους Μολυσμένους. 37 χρόνια μετά, παρακολουθούμε το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης τους.
 
Συναντήσαμε τις δυο πρωταγωνίστριες της ταινίας, τη Δάφνη Μανούσου και την Ιωάννα Σταυροπούλου, οι οποίες μίλησαν στο SevenArt για τη συμμετοχή τους στην, ίσως, πιο "παράξενη" ταινία της χρονιάς.
 
Το "Χιγκίτα", που έκανε την πρεμιέρα του στο 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, θα παίζεται από το ερχόμενο Σάββατο 16 Μαρτίου, και κάθε Τετάρτη και Σάββατο για τις επόμενες 15 ημέρες, σε ειδικές προβολές στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Μείνετε συντονισμένοι στο SevenArt για περισσότερες λεπτομέρειες.
 
Ζούμε σε μια εποχή ολοκληρωτισμού σε διάφορα κοινωνικά επίπεδα ή έχουμε ακόμη τη δυνατότητα να σώσουμε την κατάσταση γύρω μας; Τι είναι αυτό που, κατά τη γνώμη σας, μπορεί να κάνει ο καθένας από εμάς ώστε να μη βιώσουμε εποχές αλά "1984";

Δάφνη Μανούσου: Ενδιαφέρουσα αλλά και δύσκολη ερώτηση. Η κατάσταση σήμερα είναι μεν δύσκολη αλλά αν χάσουμε και κάθε ίχνος αισιοδοξίας χαθήκαμε. Προσωπική αντίσταση χρείαζεται. Αντίσταση στο να  βλέπουμε ειδήσεις στην τηλεόραση και να μην τις αφήνουμε να μας πανικοβάλλουν, αντίσταση ώστε να μην κοιτάμε καχύποπτα ο ένας τον άλλον. Αντίσταση ώστε να μην πιστέψουμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα και ότι εμείς είμαστε οι αδύναμοι και αυτοί οι δυνατοί.
 
Ιωάννα Σταυροπούλου: Σήμερα το “1984” είναι πιο αληθινό από ποτέ. Το ζούμε σε πολλά κοινωνικά επίπεδα και το πιο τρομακτικό απ' όλα είναι οτι κόσμος το ξέρει και το αποδέχεται. Ας πάρουμε για παράδειγμα το αυτοφακέλωμα που όλοι κάνουμε οικειοθελώς μέσω του facebook, του twitter, του instagram και άλλων μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Θέλουμε να δημοσιοποιούμε τη ζωή μας και να δίνουμε πλήρη αναφορά 24 ώρες το 24ωρο για το που πήγαμε, τi κάναμε, με ποιον είμαστε, τι φάγαμε, με σχόλια και φωτογραφίες πειστήρια των όσων κάνουμε και δεν κάνουμε. Κι αυτό είναι ένα πολύ απλό παράδειγμα της οργουελικής σύλληψης ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Κινητά και υπολογιστές με κάμερες, το ίντερνετ και οι δυνατότητές του (google, skype, chat), όλα αυτά τα μέσα που υποτίθεται πως μας φέρνουν πιο κοντά μα στην ουσία απλά μας αφήνουν εκτεθειμένους και στο έλεος του καθενός να μάθει τα παντα για εμάς απλά γκουγκλάροντάς μας στον υπολογιστή του. Εφιαλτικό σενάριο αν το καλοσκεφτούμε γιατί αφαιρείται ύπουλα η ελευθερία μας από εμάς τους ίδιους χωρίς καν να σκεφτόμαστε τις απότερες συνέπειες ή το ότι ότι αυτό είναι κατευθυνόμενο και μας οδηγεί σε μια εποχή που ίσως το “1984” να φαντάζει πολύ light σε σχέση με το τι έχουμε να δουμε ακόμη. Το αν θα καταφέρουμε να σωθούμε από αυτό το εφιαλτικό σενάριο δεν το γνωρίζω, είναι όλα τόσο ελεγχόμενα πια που το θεωρώ αρκετά δύσκολο για να είμαι ειλικρινής. Αυτό που σίγουρα μπορούμε να κάνουμε όμως είναι να έχουμε συνείδηση του τί συμβαίνει, να παίρνουμε θέση και να είμαστε ενεργοί ώστε να μην ζούμε σαν τηλεκατευθυνόμενα που δεν σκέφτονται και δεν αναλαμβάνουν δράση και ευθύνη για τίποτα.
 
Στην ταινία "Χιγκίτα" του Αλέξανδρου Βούλγαρη παρακολουθούμε μια ομάδα ανθρώπων σε ένα μη τόπο, μη χρόνο. Ή τέλοσπαντων σε ένα φανταστικό τόπο και φανταστικό χρόνο. Εντέλει δεν έχουν και τόση σημασία αυτές οι "λεπτομέρειες" όταν ζει κανείς εξόριστος;

Δ.Μ.: Έχουν σημασία αυτές οι λεπτομέρειες αλλά με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αντιλαμβανόμαστε εμείς που ζούμε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Γιατί όταν είσαι εξόριστος δεν έχει καμμία σημασία αν είναι Δευτέρα πέντε το απόγευμα, αλλά παλιότερα είχε, οπότε και η απουσία τους και μόνο σημαίνει κάτι. Έιναι μια θύμηση της ζωης πρίν την εξορία.
 
Ι.Σ.: Στο “Χιγκίτα” οι άνθρωποι έχουν αυτοεξοριστεί. Αποφάσισαν συνειδητά να πάνε να ζήσουν σε αυτόν το μη τόπο και μη χρόνο, έχοντας αφαιρέσει την ακοή και την ομιλία τους ελπίζοντας οτι έτσι θα ζήσουν μια ήρεμη ζωή υπό την προστασία του Πατέρα-Εφιάλτη. Στην πραγματικότητα ζουν μια "μη ζωή" σχεδόν λοβοτομημένοι, εγκλωβισμένοι σε μια κατάσταση όπου το όνειρο και η πραγματικότητα μπερδεύονται. Βρίσκονται παντού και πουθενά, στο παρόν και στο μέλλον, "το αύριο είναι σήμερα" όπως αναφέρεται συνεχώς και στην ταινία. Όταν ένας άνθρωπος είναι εξόριστος ίσως πράγματι ο τόπος και o χρόνος να μην έχουν και τόση σημασία. Την εξορία μπορεί να τη νοιώθει κάποιος καθημερινά μέσα του αν δυσκολεύεται ή αρνείται να ενταχθεί σε ένα κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που δεν του πάει αλλά του έχει επιβληθεί. Εξορισμένος μπορεί να νοιώθει κανείς ακόμα και από τον καναπέ του σπιτιού του. Ίσως κάποια στιγμή αποφασίσει να σηκωθεί και να αντισταθεί, να επαναστατήσει και να προσπαθήσει να μετατρέψει την άρνησή του σε δράση. Ίσως και να παραμείνει παραιτημένος για πάντα, χωρίς να στείλει ποτέ "κλήση βοηθείας" στον έξω κόσμο. Πάντως λίγο ή πολύ πιστέυω πως όλοι ζούμε μια μικρή εξορία από τον εαυτό και τα θέλω μας.
 
Όταν είδατε για πρώτη φορά το "Χιγκίτα' ποια είναι αυτά τα συναισθήματα που σας γεννήθηκαν αμέσως; Τι είναι αυτό που νιώσατε αλλά και το μήνυμα που εσείς λάβετε, ακόμη και ως συντελεστές της ταινίας;

Δ.Μ.: Ένιωσα πολύ συγκινημένη όταν είδα για πρώτη φορά το “Χιγκίτα”. Έγινε με πάρα πολύ λίγα μέσα. Στην ουσία, πέρα απο εμάς ο Αλέξανδρος έκανε την ταινία τελείως μόνος του. Και το αποτέλεσμα κατά τη γνώμη μου είναι πέρα από άρτιο και εξαιρετικό. Είναι μια ταινία που πρέπει να αφεθείς βλέποντας την, να την αφήσεις να γράψει πάνω σου χωρίς να προσπαθείς να εκλογικεύσεις τα πάντα. Μιλάει με συμβολισμούς αλλά επί της ουσίας έχει να κάνει με την προσπάθεια του ανθρωπου να ενηλικιωθεί, ακόμα κι αν το τίμημα είναι πολύ μεγάλο. Να καταφέρει τελικά να μην χάσει την ικανότητα του να ονειρεύεται μέχρι τέλους.
 
I.Σ.: Όταν είδα για πρώτη φορά το “Χιγκίτα” με εξέπληξε ευχάριστα. Δεν ήξερα τί να περιμένω γιατί ποτέ δεν μου είχε τύχει να δημιουργηθεί έτσι μια ταινία όπου ένας άνθρωπος (Αλέξανδρος Βούλγαρης) ανέλαβε και έκανε τα πάντα μόνος του. Είχαμε πάει 10 μέρες στην Άνδρο και κάναμε τα γυρίσματα εύκολα και γρήγορα, χωρίς συνεργείο και χωρίς μηχανήματα. Ο Αλέξανδρος είχε μια κάμερα στο χέρι και τρέχαμε στα βουνά και στα λαγκάδια και κάναμε τις σκηνές μας. Δεν περίμενα ότι κάτι που δημιουργήθηκε τόσο απλά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι τόσο άρτιο και ψαγμένο αισθητικά. Ο Αλέξανδρος επεξεργάστηκε πάρα πολύ την ταινία στο post production, κυριολεκτικά "της άλλαξε τα φώτα". Άλλαξε τα χρώματα, αφαίρεσε τις φωνές μας, έβαλε την μουσική του. Έκανε το “Χιγκίτα” μια πολύ ιδιαίτερη ταινία, ίσως κάπως δύσκολη για το ευρύ κοινό αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσα και διαφορετική. Νομίζω πως το μυστικό για να εκτιμήσει κάποιος το “Χιγκίτα” είναι να μην προσπαθήσει να καταλάβει και πολλά. Πρέπει να αφεθεί στις στιγμές, στις εικόνες και στη μουσική και να βιώσει την ατμόσφαιρα της ταινίας. Έτσι την είδα εγώ. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως η ταινία δεν δίνει τροφή για σκέψη, κάθε άλλο. Επειδή όμως δεν θέλω να γράψω δοκίμιο πάνω στο “Χιγκίτα” θα πω απλά οτι μου δημιούργησε πληθώρα έντονων συναισθημάτων με κυρίαρχα την αίσθηση εγκλωβισμού και την απελπισμένη αλλά μάταιη προσπάθεια απόδρασης. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι οτι παρόλο που παίζω στην ταινία, βλέποντάς την αφέθηκα στην ατμόσφαιρά της και την είδα ως θεατής και όχι ως συντελεστής.

Αν σας ρωτούσε ένας θεατής, σε τι κατηγορία ταινιών θα εντάσσατε το "Χιγκίτα", τι θα απαντούσατε; Ή μήπως οι όροι «πειραματικό» και «πρωτοποριακό» είναι οι εύκολες ετικέτες του;

Δ.Μ.: Χμ... ίσως θα μπορόυσε να ενταχθεί και στις δυο αυτές κατηγορίες, ίσως και πάλι όχι... Το “Χιγκίτα” είναι ένα έργο που δε νομίζω ότι μπορούμε εύκολα να το εντάξουμε σε μια συγκεκριμένη κατηγορία και αυτός είναι και ένας από τους λόγους που το κάνει τόσο ιδιαίτερο. Άλλωστε δεν υπάρχει λόγος όλα να εντάσσονται και κάπου συγκεκριμένα. Πρέπει να σκεφτόμαστε καμμιά φορά και λίγο πιο ελεύθερα, έξω από τα κουτάκια και στη ζωή αλλά πόσο μάλλον και στην τέχνη.
 
Ι.Σ.: Δεν θα έβαζα το “Χιγκίτα” σε καμιά κατηγορία. Πιστεύω ότι δεν ανήκει πουθενά. Είναι μόνο του, outsider. Ο όρος πειραματικό και πρωτοποριακό είναι σίγουρα εύκολες ετικέτες για κάτι που δεν είναι εύκολα κατανοητό ή που δεν ακολουθεί μια συγκεκριμένη φόρμα. Δεν καταλαβαίνω καν γιατί θα πρέπει να εντάσσουμε όλα τα πράγματα σε κατηγορίες. Διάβασα κάπου πως το “Χιγκίτα” χαρακτηρίστηκε “ως μανιφέστο, μια εικονοποίηση του μουσικού δημιουργήματος του The Boy ανάμεσα στον Χαμένο Παράδεισο του Τζον Μίλτον και το Paradise City των Guns n' Roses, μια ταινία που κηρύσσει την επανάσταση προς την καταπίεση και κάθε μορφή εξουσίας, με συνεχόμενη αφήγηση από το The Boy σε μια επιτηδευμένα κατεστραμένη εικόνα κι έναν πάνκ ρομαντισμό”. Όλα αυτά είναι σωστά και εύστοχα αλλά θεωρώ ότι το “Χιγκίτα” δεν χρειάζεται να χαρακτηριστεί ως κάτι συγκεκριμένο και αρκεί να μιλήσει στον κάθε θεατή από μόνο του χωρίς ετικέτες και κατηγοριοποιήσεις.
 
Κατά την άποψη σας, ταινίες σαν το "Χιγκίτα" που δεν έχουν επανεμφανιστεί στον ελληνικό κινηματογράφο, μπορούν να δημιουργήσουν ένα ανάλογο ρεύμα ταινιών; Να ευδοκιμήσει δηλαδή αυτού του είδους το σινεμά;

Δ.Μ.: Δε νομίζω πως το “Χιγκίτα” εκπροσωπεί απαραίτητα ένα συγκεκριμένο είδος όπως είπα και πριν και γενικότερα. Ωστόσο υπάρχει μια αρκετά μεγάλη μερίδα κοινού που ψάχνεται πολυ κινηματογραφικά και είναι λογικό αυτό. Υπάρχει τελικά και η ανάγκη να δεις κάτι που θα σε ξεβολέψει, που δε θα σε χαιδέψει και που θα σε βάλει σε μια διαδικασία να σκεφτείς, που δε θα σου είναι τόσο εύκολο τελοσπάντων. Και που μέσα από αυτό όμως μπορεί να νιώσεις ζωντανός. Οπότε, ναι υπό αυτή την έννοια, πιστέυω πως θα μπορούσε να ευδοκιμήσει ένα τέτοιο κινηματογραφικό ρεύμα ειδικά στην εποχή μας.
 
I.Σ.: Πιστεύω πως στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί εμπνευσμένοι και δημιουργικοί σκηνοθέτες. Ίσως το “Χιγκίτα” δώσει ένα έναυσμα για να αποφασίσουν να αφεθούν και να δοκιμάσουν να κάνουν ταινίες πιο ελεύθερα με ένα πιο πρωτόγονο και ενστικτώδη τρόπο, και χωρίς πολλά μέσα, όπως έκανε ο Αλέξανδρος Βούλγαρης. Ίσως και να το μισήσουν και να το "εξορίσουν" σ' ενα "μακρύ νησί" και κανείς να μην θελήσει να ακολουθήσει το παράδειγμά του ακριβώς επειδή είναι τόσο διαφορετικό και δεν κατατάσσεται σε κάποια κατηγορία. Μακάρι να συμβεί το πρώτο. Σίγουρα θέλει πολλά κότσια για να το κάνεις αυτό και πραγματικά θαυμάζω τον Αλέξανδρο που είναι τόσο τολμηρός και αποφάσισε να κάνει εντελώς μόνος του μια ταινία χωρίς να φοβάται να αφεθεί και να εκτεθεί και χωρίς να τον απασχολεί που ανήκει η ταινία του και πως θα χαρακτηριστεί. Πιστεύω πως αυτή είναι η πιο καθαρή μορφή τέχνης.

Μια απορία μου είναι γιατί δεν ακούσαμε ποτέ τις φωνές σας αλλά μόνο αυτή του σκηνοθέτη; Αλήθεια πως και συνέβη αυτό;

Δ.Μ.: Έχει να κάνει με την απόλυτη ισοπέδωση που βιώνουν οι ήρωες του έργου. Οι σκέψεις τους και τα συναισθήματα τους υπάρχουν και είναι ζωντανά μέσα τους αλλά όταν πρόκειται να τα εκφράσουν δε μπορούν να ξεφύγουν από τη φωνή του Πατέρα. Είναι εγκλωβισμένοι μέσα σ’ αυτό, μιλάνε και ακούγεται η ίδια φωνή πάντα. Αλλά ακόμα και όταν κάποια στιγμή επαναστατούν ενάντια σ’ αυτό υπάρχουν στιγμές που τους λείπει. Ο πατέρας, η φωνή του, το βλέμμα του πάνω τους. Γι’ αυτό και είναι πολύ δυνατό στοιχείο στην ταινία η μια φωνή που σκεπάζει όλες τις δικές μας.
 
Ι.Σ.: Ο λόγος που έγινε αυτό ήταν για να τονιστεί ακόμα περισσότερο το ολοκληρωτικό καθεστώς στο οποίο ζούνε οι ήρωες του “Χιγκίτα”. Ένα καθεστώς ομοιομορφίας όπου δεν υπάρχει διαφορετικότητα, όλοι φοράνε τα ίδια ρούχα - στολές, κάνουν σεξ κάτω από το βλέμα του Πατέρα-Εφιάλτη με σκοπό την αναπαραγωγή, τρώνε ακριβώς τα ίδια φαγητά και λαμβάνουν ακριβώς τα ίδια μηνύματα. Είναι πλήρως ελεγχόμενοι σε κάθε επίπεδο της ζωής τους. Ζούν μια "μη ζωή" όπου όλα είναι γκρίζα και μονότονα. Ακριβώς αυτήν τη μονοτονία ήθελε να δείξει ο Αλέξανδρος με το να ακούμε μόνο τη φωνή του σε όλη την ταινία. Οι ήρωες δεν έχουν δική τους φωνή, ακόμα κι όταν προσπαθούν να επαναστατήσουν είναι χαμένοι από χέρι γιατί τίποτα δεν θα αλλάξει τελικά. Δεν μπορούν να ξεφύγουν από το σύστημα ό,τι και να κάνουν. Είναι σαν τα χαμστεράκια που τρέχουν στον τροχό τους και νομίζουν οτι είναι ελεύθερα ενώ βρίσκονται πάντα κολλημένα στο ίδιο σημείο. Το "paradise city" δεν υπάρχει και η μονότονη και άχρωμη φωνή του Εφιάλτη μας το επιβεβαιώνει ξανά και ξανά. Θεωρώ ότι αυτό το εύρημα του Αλέξανδρου αποδίδει εύστοχα την παραπάνω ατμόσφαιρα.
 
Παρακολουθείτε την εξέλιξη των νέων Ελλήνων κινηματογραφιστών και τις ταινίες τους να βραβεύονται στα ξένα φεστιβάλ; Ποια είναι η θέση σας; Ανακάμπτουμε κινηματογραφικά σαν χώρα ή πρόκειται για μια εφήμερη μόδα;

Δ.Μ.: Όσο μπορώ παρακολουθώ το ελληνικό σινεμά και όχι απο ψυχαναγκασμό πια λόγω δουλειάς αλλά γιατί πραγματικά έχω αρχίσει και το απολάμβάνω. Νομίζω πως είναι πολύ αισιόδοξο αυτό που συμβαίνει με τον ελληνικό κινηματογράφο τα τελευταία χρόνια και δε θεωρώ πως είναι θέμα τύχης ή θέμα μόδας. Νομίζω πως μπορούμε να χαρούμε με κάτι τέτοιο και να μην είμαστε καχύποπτοι.
 
Ι.Σ.: Παρακολουθώντας την εξέλιξη των νέων Ελλήνων κινηματογραφιστών και τις ταινίες τους πιστέυω πως βρισκόμαστε σε πολύ καλό δρόμο. Στο φετινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είδα όλες τις ελληνικές ταινίες και παρόλο που δεν υπάρχουν πια τα οικονομικά μέσα για να γίνουν ταινίες με τον τρόπο που είχαμε μάθει ως τώρα, τις βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και με προσωπικότητα. Είχαν το ιδιαίτερο στίγμα του κάθε σκηνοθέτη με κοινό στοιχείο την αλήθεια, τη δύναμη και την απλότητα. Πιστεύω οτι μέσα σε αυτό το κλίμα ανάκαμψης του ελληνικού κινηματογράφου,δουλειές σαν το “Χιγκίτα” ανοίγουν το δρόμο για να τολμήσουν οι νέοι δημιουργοί να κάνουν "do it yourself" ταινίες χωρίς να περιμένουν την έγκριση μεγάλων κονδυλίων από το ΕΚΚ. Πρέπει να μάθουμε να προσαρμοζόμαστε στα δεδομένα της νέας εποχής και να μην το βάζουμε κάτω.Ακόμη και σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες πιστεύω ότι ο ελληνικός κινηματογράφος έχει ακόμα να δώσει πάρα πολλά και είμαι σίγουρη πως η ανάκαμψή του δεν είναι μια εφήμερη μόδα.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκα στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (11-3-13).

15 Μαρ 2013

Συνέντευξη του Ζιάντ Ντουεϊρί


Του Νέστορα Πουλάκου 

Αίσθηση προκάλεσε με αυτό το ισραηλινο-παλαιστίνιο δράμα ο Ζιάντ Ντουεϊρί στο τελευταίο Φεστιβάλ Σαν Σεμπαστιάν, όπου και κέρδισε την Ειδική Μνεία της Επιτροπής, γι’ αυτό και η «Επίθεση» προβάλλεται σε όλο τον κόσμο προκειμένου να κοινωνήσει το αδιέξοδο και την τραγικότητα της κατάστασης που επικρατεί στην περιοχή. Με εμπειρία στο Χόλιγουντ όπως και στην αμερικανική τηλεόραση, ο Λιβανέζος σκηνοθέτης στράφηκε στο παλαιστινιακό ζήτημα διασκευάζοντας το γνωστό μυθιστόρημα της Γιασμίνα Χάντρα («Τρομοκρατικό Χτύπημα» από τις Εκδόσεις Καστανιώτη), σύμφωνα με το οποίο ένας διακεκριμένος Ισραηλινο-παλαιστίνιος γιατρός καταρρέει όταν μαθαίνει ότι η επί 15 χρόνια γυναίκα του σκοτώθηκε σε επίθεση-αυτοκτονίας, όντας η ίδια η τρομοκράτις! Ο Ντουεϊρί, του οποίου η τελευταία ταινία του «Ξένες Σχέσεις» με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ μόλις ανακοινώθηκε, μιλάει στο SevenArt για την «Επίθεση» που θα παίζεται από αύριο στους κινηματογράφους, σε διανομή Strada Films. 

Αλήθεια, πόσο σας συγκλόνισε το θέμα του βιβλίου ώστε να ασχοληθείτε με αυτό, από τη στιγμή μάλιστα που αποτελεί ένα από τα ζητήματα-ταμπού της ισραηλινής κοινωνίας; 

Η ιστορία από μόνη της δεν με σόκαρε αρχικά. Όσο οι ερωτήσεις που εγείρονται και στην ταινία και έχουν να κάνουν με το γάμο και την προδοσία. Όπως και με τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια. Αυτά τα ζητήματα γράφτηκαν τόσο έξοχα στο μυθιστόρημα από την Γιασμίνα Χάντρα ώστε με «ανάγκασαν» να γυρίσω την ταινία. 

Πέρα από το προφανές, τι σημαίνει για εσάς ένα τρομοκρατικό χτύπημα στην καρδιά της πόλης, σε αθώους ανθρώπους; Μπορείτε να αποκαλέσετε αυτό τον αγώνα δίκαιο ή άδικο όταν βασίζεται σε τέτοιου είδους χτυπήματα; 

Το ζήτημα της τρομοκρατίας και των επιθέσεων αυτοκτονίας είναι ένα πολυσύνθετο θέμα που δεν μπορεί να συζητηθεί μέσα σε μια συνέντευξη. Ναι, οι δολοφονίες αθώων ανθρώπων δεν σηκώνουν απολύτως καμία ηθική αιτιολόγηση. Όμως ξέρω από προσωπική εμπειρία που είχα όταν μεγάλωνα στη Βηρυτό, στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, και στη διάρκεια επιχειρήσεων από Ισραηλινούς και Σύριους, πως είναι να νιώθεις αλλοτριωμένος και άδειος από κάθε αξιοπρέπεια, γεγονός που δεν απέχει πολύ από το να αγγίξεις το πιο χαμηλό σου όριο. Γελάω όταν ακούω ανθρώπους να μιλούν και να ερμηνεύουν με φιλοσοφικό τρόπο τα αίτια ενός πόλεμου. Όταν είσαι το θύμα, δεν παίζει και τόσο μεγάλο ρόλο η ηθική για την οποία σου μιλούν. 

Πως είναι για έναν Παλαιστίνιο που έχει αφομοιωθεί από την ισραηλινή κοινότητα και έχει την εκτίμηση των γύρω του, ενώ την ίδια στιγμή εξακολουθεί να μαίνεται αυτός ο άδικος πόλεμος ανάμεσα στις δυο χώρες; 

Στην ταινία έχουμε δυο χαρακτήρες: τον Αμίν Τζαφάρι, διάσημο χειρούργο, και τη γυναίκα του, Σιχέμ. Δυο χαρακτήρες που έχουν δυο διαμετρικά αντίθετες εμπειρίες και οπτικές επί του ζητήματος που βάζεις. Ο ένας έχει ενσωματωθεί για τα καλά στην ισραηλινή κοινωνία, ενώ ο άλλος νιώθει εντελώς ξένος σε αυτή. Το να βάζεις αυτούς τους χαρακτήρες μαζί, είναι δεδομένο ότι το μείγμα θα εκραγεί. 

Γιατί επιλέξατε να γυρίσετε αυτή την ταινία; Τι σας έσπρωξε ώστε να σκηνοθετήσετε τη συγκεκριμένη ιστορία; 

Το βιβλίο είναι εξαιρετικό. Αυτός ο απλός λόγος μας οδήγησε, εμένα και τη συνεργάτιδα μου στο σενάριο Joelle Touma, να διασκευάσουμε καταρχάς την ιστορία για τη μεγάλη οθόνη. Καθότι έχει μια ανθρώπινη διάσταση πολύ σημαντική, πίσω από τη διαμάχη Ισραηλινών και Παλαιστίνιων. Διαθέτει και απίστευτη αγωνία, δράμα, και οι σκηνές με τις έρευνες είναι οι αγαπημένες μου. Ξέρεις, σε μια ταινία μου αρέσει να βλέπω τον κεντρικό χαρακτήρα να βιώνει διάφορες συγκρούσεις. Ο θεατής λατρεύει να βλέπει ένα χαρακτήρα που είναι καλά συγκροτημένος, να αντιμετωπίζει τη σκληρή αλήθεια. Και το πιο σημαντικό είναι, όταν οι αντίπαλοι του, σε αυτή την περίπτωση οι Ισραηλινοί, έχουν γι’ αυτόν την καλύτερη γνώμη. Μπορεί να συμφωνώ ή και να διαφωνώ μαζί τους, όμως η καλή γνώμη και η στάση τους παραμένει. 

Τι αντιδράσεις έχετε εισπράξει από το κοινό με το τέλος των προβολών της ταινίας σας; 

Θυμάμαι μετά από μια προβολή στο Κολοράντο, ένας άντρας ήρθε κοντά μου και είπε, «οι γονείς μου επιβίωσαν από το Ολοκαύτωμα. Μεγάλωσα με ένα υπέρ-ισραηλίτικο και υπέρ-σιωνιστικό αίσθημα και έτσι ζω μέχρι σήμερα, όμως η ταινία με τάραξε. Ποτέ δεν πίστευα ότι ο τρομοκράτης έχει άποψη ή ξεκάθαρη θέση πάνω στα γεγονότα. Εξακολουθώ να το πιστεύω αυτό, όμως τώρα, αφότου είδα την ταινία, μου έχουν γεννηθεί μερικά ερωτήματα». Στο Μαρόκο και στο Ντουμπάι, όπου η ταινία προβλήθηκε σε αραβικό κοινό, μερικοί από τους θεατές μου είπαν, «πως μπορείς και εξισώνεις τους καταπιεσμένους (Παλαιστίνιοι) με τους καταπιεστές (Ισραηλινοί);». «Η Επίθεση» θα προβληθεί στη Βηρυτό τον επόμενο μήνα. Είμαι πολύ περίεργος να δω πως θα συμπεριφερθούν οι Λιβανέζοι όταν δουν την ταινία. Θα προβληθεί επίσης στο Ισραήλ το ερχόμενο καλοκαίρι. Είμαι επίσης περίεργος να τσεκάρω αντιδράσεις. Μα, πλάκα μου κάνεις; Ένας Άραβας (Αλί Σουλιμάν) παίζει τον βασικό ρόλο μαζί με πέντε από τους καλύτερους Ισραηλινούς ηθοποιούς; Ο Ρέιμοντ Αμσαλέμ, ένας Ισραηλινός και Εβραίος παίζει τον Παλαιστίνιο καμικάζι; Δεν κρατιέμαι μέχρι τότε, θέλω να δω αντιδράσεις! 

Πιστεύετε ότι υπάρχει ελπίδα ώστε να γίνει κάτι και να σταματήσει αυτός ο αιματηρός πόλεμος μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων; 

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που να πιστεύει ότι έχει ελπίδα αυτή η κατάσταση. Τουλάχιστον όσο θα ζω, δεν νομίζω να αλλάξει κάτι. Θα γίνεται όλο και χειρότερη η εμπόλεμη αυτή εικόνα, πριν πάει έστω και για λίγο να καλυτερεύσει. Δυστυχώς, έτσι λειτουργούν οι άνθρωποι. 

Μπορείτε να μας στείλετε το δικό σας αισιόδοξο μήνυμα αναφορικά με αυτή την κατάσταση; 

Αυτή η ταινία πραγματοποιήθηκε με πολύ χαμηλό μπάτζετ. Εάν δεν είχα ένα καστ και ένα επιτελείο τεχνικών, Ισραηλινών, Παλαιστινίων και Ευρωπαίων να δουλέψουν τόσο σκληρά και να αφοσιωθούν σε αυτό, δεν θα είχε γίνει ποτέ. Και τους είμαι ευγνώμων. Αυτή η συνύπαρξη και η συνεργασία μου έδωσε μια μικρή έστω ελπίδα, ακόμη και σε αυτή τη χαμηλή κλίμακα. 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (15-3-13).

14 Μαρ 2013

Ταινίες 15-3-2013 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Περιπολία (6/10) 

Να μια ιδιαίτερη και πρωτότυπη ταινία σε όλα τα επίπεδα. Τι κι αν έχει ένα πόστερ και ένα τρέιλερ που την αδικούν; Η «Περιπολία» δεν είναι μια κλασική αμερικανική αστυνομική περιπέτεια. Θυμίζει τη «Μέρα εκπαίδευσης», άλλωστε ο σκηνοθέτης της ήταν ο σεναριογράφος της ταινίας του Φουκουά, αλλά η σχέση τους σταματάει στα προφανή. Κι αυτό γιατί δεν ξεχωρίζει για τη δράση της αλλά για τη δοκιμιακή αντιμετώπιση της δουλειάς δυο νέων αστυνομικών και, φυσικά, για την υπέροχη found-footage σκηνοθεσία της. Με την κάμερα στο χέρι του ενός αστυνομικού, που κινηματογραφεί τη δουλειά του, και εμάς θεατές πρωτίστως μέσω αυτής και δευτερευόντως μέσω του πραγματικού σκηνοθέτη της ταινίας, τις εξαιρετικές ερμηνείες των Τζέικ Τζίλενχαλ και Μάικλ Πένα και εννοείται του σεναρίου που παρά τα όποια κλισέ του, επιλέγει την ήσυχη καταγραφή της καθημερινότητας χωρίς να παραλείπει τις ανατροπές της, έχουμε μια δυνατή και πολύ δυναμική ταινία που ανατρέπει το μύθο-κλισέ της αστυνομικής ταινίας. Με μόνα της φάουλ το συνεχές «fuckin’» που μας τρυπάει τα αυτιά αλλά και τους κλασικούς κακούς, τους μαφιόζους πορνείας και ναρκωτικών ισπανικής καταγωγής, και παρά την, με κομμένη την ανάσα, τελική της έκβαση, το τέλος της είναι σπαρακτικό αλλά συνηθισμένο, η ταινία του Άγερ πρωτοτυπεί, ανατρέπει τα καθέκαστα και αποδιώχνοντας την ταμπέλα της αμερικανιάς, προσφέρει πραγματικό σινεμά σε όλα τα επίπεδα. 

Η Επίθεση (5/10) 

Μια δύσκολη ταινία που προκύπτει από το δημοφιλές μυθιστόρημα της Γιασμίνα Χάντρα (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη), φέρνει στο επίκεντρο έναν διακεκριμένο Ισραηλινό-παλαιστίνιο γιατρό και τις επιπτώσεις που έχει στη ζωή του το γεγονός του θανάτου της γυναίκας του: ήταν μαχήτρια στον αγώνα των Παλαιστινίων εναντίων των Ισραηλινών και πέθανε θέτοντας σε λειτουργία μια βόμβα που είχε πάνω της, σε δημόσιο χώρο. Φυσικά του το έκρυβε επί 15 χρόνια έγγαμου βίου. Παρόλα τα προφανή σκηνοθετικά της προβλήματα, η ταινία του Ντουεϊρί βασίζεται σε ένα συμπαγές και ενδιαφέρον σενάριο, αλλά και σε μια εξαιρετική ιστορία για τον κινηματογράφο. Μελετάται η αιματηρή διαμάχη των δυο λαών, αφενός σε πολιτικό και πολεμικό επίπεδο και αφετέρου σε προσωπικό, που είναι και το πιο δυνατό σημείο της εξέλιξης. Το δράμα του γιατρού μας αγγίζει, καθότι είναι πανανθρώπινο, και ειδικώς αν έχει να κάνει με αξίες όπως η εμπιστοσύνη, η προδοσία, η αγάπη και η πίστη στα ιερά δεσμά του γάμου. Εδώ, το προσωπικό γεγονός μιας μορφής «απιστίας» συγκρούεται με τον κοινωνικό αγώνα και με άλλες αξίες, όπως είναι η συνείδηση της πατρίδας και η ιερότητα της μάχης για την απελευθέρωση. Και η επιμονή του γιατρού να βρει απαντήσεις μετά θάνατον, προσκρούουν στη ματαιότητα του γεγονότος και της ίδιας της κατάστασης. Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον σινεφίλ δράμα, που αν δεν είχε αυτή τη σκηνοθετική νωχελικότητα, τώρα θα μιλούσαμε για μια εξαίσια ταινία, δεδομένων και των μηνυμάτων που φέρει. 

Τα Παιδιά του Πολέμου (5/10) 

Θα μπορούσε να ιδωθεί και ως μια ακόμη ιστορία που βγαίνει, έστω και 60 χρόνια μετά, από τα σπλάχνα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και όπως καλά ξέρετε, με αυτές τις ιστορίες που ανασύρονται τρεις-τρεις κάθε χρόνο ακόμα (φανταστείτε, για εμάς που δεν ζήσαμε εκείνα τα χρόνια, τι τραγικά και αναρίθμητα γεγονότα εκτυλίχθηκαν τότε), έχω τις αντιρρήσεις μου αναφορικά με τη θέση τους στο σημερινό κινηματογραφικό/ κοινωνικό χάρτη. Όμως αυτή η γερμανική παραγωγή έχει την τραγικότητα της, καθότι ανακατεύεται με παιδιά και, δη, από την πλευρά των Ναζί. Τι φταίνε άραγε η Λόρε και τα αδέρφια της που ο πατέρας τους ήταν σφαγέας των SS; Αυτό εξετάζει η ταινία της Σόρτλαντ, καθώς και τον αγώνα επιβίωσης των μικρών αυτών παιδιών από τα χέρια των αιμοσταγών (ναι! φυσικά και υπήρξαν) συμμάχων που απελευθέρωναν την Ευρώπη. Ανθρωποκεντρική ματιά, αγώνας και δίψα για ζωή, ειδικώς αν αυτή έχει να κάνει με παιδιά που δεν φταίνε για τα λάθη και τις επιλογές των γονιών τους, ώστε να στιγματιστούν ή και να πεθάνουν γι’ αυτά. Δυνατό δράμα προσώπων, που έτσι και μπορείτε ακόμη να ανατρέχετε στον αιματηρό εκείνο πόλεμο, θα σας συγκλονίσει. 

Σαββατοκύριακο στο Hyde Park (4/10) 

Καιρό είχαμε να δούμε ένα ανάλατο πραγματικό γεγονός, εγγλέζικης αισθητικής και αντίληψης, που μας τα λέει τόσο παρωχημένα και βαρετά που δεν βρίσκουμε το λόγο γιατί γυρίστηκε. Αλά Τζέιμς Άιβορι, ο Ρότζερ Μίτσελ μεταφέρει στην οθόνη τη συνάντηση του Ρούζβελτ και του βασιλιά της Αγγλίας, επικεντρώνοντας όχι τόσο στην ουσία της συνάντησης και στο χαώδες παγκόσμιο σκηνικό του 1939 (λίγο πριν την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου), όσο στην οικογενειακή, ερωτική και σχεσιακή κατάσταση του Ρούζβελτ με διάφορες γυναίκες και το τι στο καλό είχε στο κεφάλι του την ώρα που η Ευρώπη αγκομαχούσε. Μια παραγωγή που θυμίζει χίλια δυο που θέλουμε να ξεχάσουμε, όπως για παράδειγμα ότι φέρνει σε τηλεταινία του BBC, καλής αλλά γρήγορης κατασκευής δηλαδή, ενώ αν δεν διέθετε τις πολύ καλές ερμηνείες του Μπιλ Μάρεϊ και της Λόρα Λίνεϊ, αυτή τη στιγμή θα μιλούσαμε για ένα γεγονός που θα έπρεπε να είχε μείνει στα κατάστιχα της Ιστορίας και όχι φυσικά να γίνεται και ταινία. Δεν νομίζω ότι θα μπείτε στη λογική της ταινίας, η οποία παρά τα θετικά της σημεία δεν έχει να πει ούτε να ψιθυρίσει κάτι αξιοπρόσεχτο και αξιομνημόνευτο στον Έλληνα θεατή. 

Ακάλυπτος (3/10) 

Οι ελληνικές ταινίες από τότε που ανάγονται σε εμπορικές παραγωγές «που κάνουν εισιτήρια» χάνουν τον έλεγχο, την αίσθηση του μέτρου και γενικά χάνουν τ’ αυγά και τα πασχάλια. Στη συγκεκριμένη ταινία, που απ’ ό,τι φαίνεται τίποτε δε λειτούργησε σωστά, οι συντελεστές είχαν από πάνω να αναμετρηθούν και με το τέρας που λέγεται «τηλεοπτικός Ακάλυπτος», τουτέστιν οι Καφετζόπουλος και Παρτσαλάκης εν δράσει. Κι αν ο Σκιαδαρέσης έδωσε μια αξιοπρεπή ερμηνεία ως Τίγρης-οδοντίατρος, ο Φιλιππίδης βρισκόταν συνεχώς εκτός τόπου και χρόνου, μ’ αποτέλεσμα η απουσία του Καφετζόπουλου, όπως και η συνεχής παρουσία της εικόνας του στο μυαλό μας, να είναι κάτι παραπάνω από ορατή. Από κει και πέρα, ούτε το σινεφίλ χέρι του Δήμα απέδωσε τα αναμενόμενα, ενώ το άρρυθμο και άνευρο σενάριο αποδείχθηκε πολύ λίγο μπρος στο πετυχημένο παραλήρημα της τηλεοπτικής σειράς. Εν ολίγοις, έτσι και εξαιρέσουμε δυο-τρεις σκηνές καλού γέλιου, έχουμε να κάνουμε με μια κινηματογραφική σάχλα που ουσιαστικά δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης, πέρα από τον προφανή. 

Ένα Πλοίο για την Παλαιστίνη (2/10) 

Σ’ αυτή τη θέση είχα ξαναβρεθεί το 2009, όταν χρειάστηκε να γράψω για τη "Σκόνη του Χρόνου" του Θόδωρου Αγγελόπουλου, μια πολύ μέτρια ταινία είναι η αλήθεια, ενός σπουδαίου δημιουργού (τότε στην εφημερίδα Απογευματινή). Σήμερα ξαναβιώνω το ίδιο συναίσθημα: πώς μπορώ να γράψω αρνητικά σχόλια για ταινία του εξίσου σπουδαίου Νίκου Κούνδουρου; Κι όμως, τι άλλο να γράψεις γι’ αυτό το ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και συνομωσιολογικό, ερωτικό και μυστηριακό παραλήρημα του σκηνοθέτη του "Δράκου" και της "Μαγικής Πόλης"; Στην ίδια αμηχανία βρέθηκα βλέποντας και την ταινία. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν, σε τι εποχή διαδραματιζόταν η ιστορία, και βασικά που το πήγαινε ο σκηνοθέτης. Με ένα πλοίο γεμάτο όπλα στο φόντο, ξεδιπλώνεται η υπεράσπιση του αγώνα των Παλαιστινίων, η εκμετάλλευση των Ανατολικοευρωπαίων γυναικών και ένα σωρό άλλα πράγματα που έτσι και επιμένεις δεν θα βρεις καμία συνοχή μεταξύ τους. Μου είναι δύσκολο καθότι ο Κούνδουρος μου ενίσχυσε τη σινεφιλία με τις αξέχαστες ταινίες του, όμως το "Πλοίο για την Παλαιστίνη" είναι μια ομολογουμένως κακή, ασύνδετη και παραληρηματική ταινία, που αν έχει ένα κάποιο μήνυμα αυτό δυστυχώς χάνεται στην πορεία αυτού του δυσβάσταχτου δίωρου.

13 Μαρ 2013

Pass2Day | Ένας τρελός, τρελός Υδροχόος | #43

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Τετάρτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 


Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

Τρόικα κλαμπ λέγεται το μαγαζί που εμφανίζεται ο Τζίμης Πανούσης από τις 22-03-2013 και φυσικά η παρέα του Vakxikon.gr ήταν εκεί. Ο Τζίμης είναι γεννημένος στις 12 Φεβρουαρίου (υδροχόος στο ζώδιο) του 1954, δηλώνει αναρχοαυτόνομος, είναι συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής και ραδιοφωνικός παραγωγός, σατυρίζοντας παράλληλα τους πάντες και τα πάντα. Η προσέλευση στο μαγαζί ήταν γύρω στις δέκα. Φτάνοντας λοιπόν εκείνη την ώρα αντικρίζω ένα πλήθος κόσμου έξω από το μαγαζί, με την ουρά να φτάνει στα 100 μέτρα. Με τα πολλά λοιπόν μπαίνω στο μαγαζί περίπου στις δέκα και μισή και με συνοδεύουν στο μαγαζί δύο αστυνομικοί. Το προσωπικό φορούσε αστυνομικές στολές και ουχί λόγω αποκριάς αλλά λόγω του πρότζεκτ της παράστασης. Στη μαρκίζα του μαγαζιού αλλά και στις μπλούζες που φορούσαν όλοι οι μουσικοί, συμπεριλαμβανομένου και του Πανούση, είχαν ως σήμα το αστέρι του Δαυίδ μαζί με την σβάστικα των Ναζί και όπως ανέφερε ο τραγουδιστής δέχτηκε τρομερό πόλεμο από την πρεσβεία του Ισραήλ για να την κατεβάσει από την αφίσα, με τον ίδιο βέβαια να μη «μασάει» και να συνεχίζει να τους κατηγορεί και να τους σατιρίζει απροκάλυπτα. 

Το πρόγραμμα ξεκίνησε στις έντεκα και δέκα με τον Πανούση να είναι σε μεγάλα κέφια παρ' όλα τα δύο καρδιακά επεισόδια που έχει υποστεί και την επέμβαση για μπαλονάκι. Η φωνή του παραμένει αναλοίωτη στο χρόνο, οι μουσικοί που τον πλαισίωναν ήταν εξαιρετικοί, με μία κιθάρα, ένα μπάσο και τύμπανα αποδεικνύοντας πόσο απλό είναι να παίξεις καλή μουσική. Ο Τζίμης έδωσε πραγματική παράσταση. Βωμολόχος όπως πάντα, δεν διστάζει να μιλήσει για το αιδοίο αποκαλώντας το μουνί ή για το σεξ λέγοντας γαμήσι. Έπαιζε με τον κόσμο στο μαγαζί, κυρίως με τις γυναίκες, με έντονα σεξουαλικά υπονοούμενα, έχοντας ένα δονητή κρυμμένο στο κολάν του, έπαιρνε τηλέφωνο σε τυχαία νούμερα που φώναζε το ακροατήριο και για άλλη μια φορά σατίριζε τον Νταλάρα, τον Κούγια, του πολιτικούς και τους λοιπούς χωρίς κανέναν ενδοιασμό και δισταγμό. Γι' αυτό άλλωστε και η ιδεολογική στάση του Πανούση και η καυστική του σάτιρα τον έχουν φέρει πολλές φορές αντιμέτωπο με την δικαιοσύνη. 


Στο κομμάτι «κάγκελα παντού» έλεγε Τρόικα παντού, ενώ χαραχτηριστικά θυμάμαι έλεγε για το μνημόνιο, «δεν μπορεί να σου αρέσει ο Παντελίδης και να μην σου αρέσει το μνημόνιο». «Εμείς οι Έλληνες», είπε χαραχτηριστικά, «είμαστε υπόδουλοι από τον πέμπτο αιώνα και μετά». Χαραχτηριστική ατάκα του από εκείνο το βράδυ ήταν η εξής: «Μας άρεσε τόσο πολύ που είμασταν υπόδουλοι και σκλαβωμένοι στους Τούρκους που μείναμε για 400 χρόνια, αλλιώς θα είχαμε φύγει πιο νωρίς». Πραγματικό ρεσιτάλ γέλιου και σάτιρας. 

Στα μείον βέβαια όλης της βραδιάς ήταν το απαράδεκτο τραπέζι που μας είχαν βάλει, αν δεν ήμασταν μεγάλη παρέα θα είχα φύγει, με αποτέλεσμα για να δεις στη σκηνή να έπρεπε να έχεις κυάλια, να ενοχλείς συνέχεια τον διπλανό σου αφού έπρεπε να μένεις ακίνητος γιατί υπήρχε και μια κολώνα μπροστά σου. Αφού τελειώνει η παράσταση στις δύο το πρωί έρχεται ο αστυνομικός-γκαρσόνι και μας αφήνει το λογαριασμό. 140 ευρώ στα τέσσερα άτομα παρακαλώ, αφήνοντάς μας και με μια μεγάλη πικρία και την σκέψη ότι ήταν η τελευταία φορά που θα δω τον Τζίμη Πανούση ξανά σε ζωντανές εμφανίσεις.