29 Απρ 2013

ΚΑΛΟ "ΒΑΚΧΙΚΟ" ΠΑΣΧΑ



Η ψηφιακή πλατφόρμα Vakxikon.gr (περιοδικό, ραδιόφωνο, εκδόσεις) σας εύχεται καλές γιορτές.

* Από τη Δευτέρα 13 Μαΐου και πάλι η καθημερινή ροή του Vakxikon Blog και του Vakxikon Radio καθώς και η εβδομαδιαία ανανέωση του περιοδικού Vakxikon.gr ενόσω ετοιμάζεται το τεύχος 22 (Ιούνιος 2013) και τέσσερις νέες εκδόσεις μας.

28 Απρ 2013

Ο Άνθρωπος από Σίδερο επιστρέφει


Του Νέστορα Πουλάκου 

 Μια εβδομάδα πριν τις γιορτές του Πάσχα, τρεις νέες ταινίες κάνουν πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Αυτή που ξεχωρίζει για το δυναμισμό και τις υψηλές εντάσεις που προσφέρει είναι το δεύτερο σίκουελ του «Iron Man», με τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ σε μια ακόμη ιδιαίτερη ερμηνεία με τη στολή του γνωστού μαρβελικού ήρωα. Ο Μανδαρίνος είναι ο νέος εχθρός των συμπολιτών του Τόνι Σταρκ ή αλλιώς Iron Man. Στα σχέδια του είναι η κατάκτηση και η καταστροφή της πόλης που ζει ο σιδερένιος ήρωας με τα πολλά ψυχολογικά προβλήματα όμως. Η νέα ταινία με ήρωα τον Iron Man μπορεί να μην πιάνει ούτε αυτή τα υψηλά στάνταρντ που είχε θέσει το πρώτο επεισόδιο της σειράς σε σκηνοθεσία Τζον Φαβρό, όμως εξανθρωπίζει ακόμη περισσότερο το χαρακτήρα που υποδύεται ο Ντάουνι Τζ. και τελειοποιεί τα εφέ και τις εικαστικές ακροβασίες που μας συναρπάζουν κατά την παρακολούθηση της ταινίας. Εντέλει, το τρίτο επεισόδιο του Iron Man δεν είναι αυτό που θα μας μείνει χαραγμένο στο μυαλό, από την άλλη μεριά όμως επιτείνει την κινηματογραφική μαγεία της προβολής, με τη χρυσόσκονη του Χόλυγουντ να είναι διάσπαρτη παντού. Κατ’ ουσία, ταινία της εβδομάδας είναι η γαλλική παραγωγή «Η Πέτρα της Υπομονής» του Αφγανού συγγραφέα Ατίκ Ραχίμι, μια σύμπραξη με το Αφγανιστάν αλλά και με την Αγγλία και τη Γερμανία. Στο σενάριο έχει συνεργαστεί ο διακεκριμένος Ζαν-Κλωντ Καριέρ (μεταξύ άλλων σεναριογράφος των Λουίς Μπουνιουέλ και Φίλιπ Κάουφμαν), το οποίο μας μεταφέρει σε μια λεηλατημένη από τον πόλεμο ανατολίτικη χώρα (χωρίς να υποδηλώνεται, το φόντο θυμίζει το Αφγανιστάν) όπου μια γυναίκα φροντίζει, μιλάει και εξομολογείται τα πάντα στον άντρα της – μαχητή των ανταρτών που βρίσκεται σε κώμα. Πρόκειται για ένα δράμα δωματίου, που θα μπορούσε να μεταφερθεί και στο θέατρο, το οποίο είναι βασισμένο σε βραβευμένο μυθιστόρημα του Ραχίμι. Η γυναίκα που ήταν καταπιεσμένη τόσα χρόνια, βρίσκει τώρα τον τρόπο και το χρόνο να εκμυστηρευτεί στο σύζυγο της όλα αυτά που την απασχολούσαν όπως και τα όνειρα της. Ενδιαφέρον σινεφίλ δράμα που μπορεί να μη στέκεται στο ύψος των προσδοκιών μας, εντούτοις προκαλεί τη διάθεση μας για διαλεκτική αναφορικά με την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση είτε μιλάμε για το δυτικό είτε για τον υπόλοιπο κόσμο και πολιτισμό. Τέλος, προβάλλεται σε περιορισμένη διανομή το ντοκιμαντέρ «Ο Παράδεισος δεν είναι Εδώ» του τουρκικής καταγωγής Γερμανού σκηνοθέτη Φατίχ Ακίν («Μαζί ποτέ»). Η κάμερα του Ακίν διεισδύει στα πατρογονικά του εδάφη, στα παράλια της Τουρκίας, όπου το χωριό του έχει μετατραπεί σε έναν ατελείωτο σκουπιδότοπο εξαιτίας της απόφασης της κυβέρνησης να λειτουργήσει εκεί έναν προχειροφτιαγμένο και προβληματικό ΧΥΤΑ. Η χλωρίδα και η πανίδα της περιοχής καταστρέφονται σταδιακά, τα παράλια βρωμίζουν και λυμαίνονται (φέρνοντας στο νου μας τις εικόνες της Ελευσίνας και του Ασπροπύργου) και η ζωή των κατοίκων έχει αλλάξει δραματικά. Οι αντιδράσεις είναι πολλές. Το ντοκιμαντέρ είναι στρατευμένο και μεροληπτικό (και φυσικά συναισθηματικό εξαιτίας της σχέσης του σκηνοθέτη με την περιοχή), από την άλλη μεριά θυμίζει πολλές δικές μας ανάλογες καταστάσεις, με τελευταία την περίπτωση της Κερατέας. Κατά τα άλλα τίποτε καινούριο δεν έχει να μας πει. 

Βαθμολογία 

Iron Man 3 ** 
 Η Πέτρα της Υπομονής ** 1/2 
Ο Παράδεισος δεν είναι Εδώ ** 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (αρ. 57, 28-4-13). 

Οι κριτικές στο SevenArt.gr (25-4-13) 

 Iron Man 3 

Τρίτο επεισόδιο για το μαρβελικό ήρωα Iron Man, που εντάσσεται στη γενικότερη παραζάλη των τελευταίων χρόνων του Χόλυγουντ με τις δεκάδες κινηματογραφικές μεταφορές κόμικ χαρακτήρων. Σαν να ξεμείνανε από πρωτότυπες ιστορίες, μου φαίνεται... Κατά τα λοιπά, το δεύτερο σίκουελ του «Iron Man», χωρίς τον Τζον Φαβρό πίσω από την κάμερα, συναρπάζει αφενός, δεν εκπλήσσει αφετέρου. Άλλωστε το έχω ξαναγράψει, τα στάνταρντ που έβαλε ο Φαβρό στο πρώτο επεισόδιο ήταν πολύ υψηλά και συντέλεσαν ώστε να ακολουθήσει την επόμενη τριετία αυτή η κινηματογραφική εκποίηση των χαρακτήρων της Μάρβελ κι όχι μόνο. Αυτό το τρίτο μέρος παρουσιάζει τις περιπέτειες του ήρωα μας πιο μεστές και φυσικά πιο εντυπωσιακές χάρη στα ειδικά εφέ που χρησιμοποιούνται, αλλά και πιο ανθρώπινες βάσει του τρόπου που δομείται ο Τόνι Σταρκ ή Iron Man, ο οποίος προσπαθεί και πάλι, παρά τα όποια ψυχολογικά του, να σώσει τους «άσπονδους» συμπολίτες του. Οπτικοακουστική πανδαισία, ανεπανάληπτα εφέ και υπέροχες ακροβασίες της εικόνας και του ήχου συμπράττουν με βάση μια, κατά τα άλλα, κοινότυπη ιστορία, που μπορεί να προσφέρει μόνο την κινηματογραφική απόλαυση επί της οθόνης, η οποία και είναι πασπαλισμένη με όλη την ονειρική χρυσόσκονη της κλασικής χολιγουντιανής μαγείας. 

Η Πέτρα της Υπομονής 

Ένα πολύ ενδιαφέρον δράμα δωματίου είναι αυτή η γαλλική παραγωγή του Αφγανού συγγραφέα Ατίκ Ραχίμι, ο οποίος μεταφέρει στον κινηματογράφο το βραβευμένο μυθιστόρημα του, για μια γυναίκα η οποία περνά τις ημέρες της φροντίζοντας, μιλώντας και εξομολογώντας τις πιο μύχιες σκέψεις της στο σύζυγο της – μαχητή των ανταρτών ο οποίος έπειτα από σύρραξη, έπεσε σε κώμα. Αυτή η εξόχως συναισθηματική και ψυχαναλυτική σύνθεση μιας γυναίκας που βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα σπίτι – απομονωμένο και μόνο του μες στα ερείπια μιας πόλης κατεστραμμένης από τον πόλεμο και το ανθρώπινο μίσος, είναι τρυφερή και αρκούντως αποκαλυπτική για τον ψυχισμό, τις σκέψεις και τις προθέσεις ενός ολόκληρου κόσμου και πολιτισμού, εντελώς ξένου με το δυτικό πρότυπο. Μπορεί ο Ραχίμι να μην προσδιορίζει τον τόπο και το χρόνο, όμως γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι μεταφερόμαστε στο Αφγανιστάν του εμφυλίου πολέμου και της αμερικανικής εισβολής. Αν και έξυπνα δοσμένη και όμορφα χτισμένη, αυτή η ταινία εξαντλεί γρήγορα το θέμα της με αποτέλεσμα να μη μπορεί τόσο εύκολα να κρατήσει το θεατή καθώς φέρνει περισσότερο σε θεατρικό παρά σε ταινία. Πρόκειται για μια πολύ αξιόλογη και με ουσία προσπάθεια, κατά τα λοιπά. 

Ο Παράδεισος Δεν Είναι Εδώ 

Επιστρέφει στο ντοκιμαντέρ και στην Τουρκία ο Φατίχ Ακίν σε ένα ακόμη διάλειμμα του από τις πολύχρωμες και υπερεθνικές ταινίες μυθοπλασίας του. Βέβαια, ένα διάλειμμα όχι και τόσο ευχάριστο. Παλιότερα καταπιάστηκε με τη «μουσική» Κωνσταντινούπολη, τώρα η εικόνα είναι πιο θλιβερή: οι πατρογονικές ρίζες του, ο τόπος καταγωγής του έχει γίνει ένα απέραντο σκουπιδαριό, με κατεστραμμένη γη και διαλυμένες ανθρώπινες ψυχές. Ως θέμα το ντοκιμαντέρ αυτό δεν μας λέει και πολλά, ούτε κάτι καινούριο στην Ελλάδα. Καθότι τα προβλήματα και οι καταστάσεις αυτές με τα βιαστικά και προχειροφτιαγμένα ΧΥΤΑ μας έχουν απασχολήσει κατά καιρούς, με τους κατοίκους των περιοχών που επιλέγονται να δίνουν μάχες και να αγωνίζονται μέχρι τελικής πτώσης. Τελευταίο και πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Κερατέα. Παρολαυτά, το ντοκιμαντέρ του Ακίν, αν και μεροληπτικό, στρατευμένο και αρκούντως συναισθηματικό, είναι οικολογικά ευαισθητοποιημένο και θέτει και πάλι το άνθρωπο στο επίκεντρο: όταν μια κεντρική διοίκηση αποφασίζει ερήμην της τοπικής κοινωνίας τότε οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα μόνο αρνητικές και δυσάρεστες θα είναι.

27 Απρ 2013

Υπόγεια Διαδρομή (1983)


Του Νέστορα Πουλάκου 

Μια νέα τάση της στήλης HellasFilm είναι να καταπιάνεται με ταινίες που συνδέονται πλέον όχι τόσο με την κινηματογραφική επικαιρότητα όσο με την ευρύτερα κοινωνική. Και ενώ λοιπόν όλο αυτό το διάστημα παρακολουθούσαμε κόντρες υπουργών με καταληψίες και απεργούς, τρομοκρατικά χτυπήματα με σαφή ιδεολογική βάση αλλά «τυφλά» όσον αφορά τον κοινωνικό αντίκτυπο, ήρθε αμέσως στο νου μας το σκηνοθετικό ντεμπούτο ενός ιδιαίτερου, από πολλές απόψεις, καλλιτέχνη με βραχύβια, τουλάχιστον δημιουργικά, κινηματογραφική καριέρα. Η «Υπόγεια Διαδρομή» του 30χρονου -τότε- Απόστολου Δοξιάδη, παιδιού-θαύματος στα μαθηματικά και με σπουδές στο Παρίσι (μόλις στα 15 του εγκατέλειψε το σχολείο στην Ελλάδα για να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια), προκάλεσε αίσθηση το 1983 και παρά τα αρνητικά σχόλια των κριτικών κέρδισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη. Ο λόγος ήταν ξεκάθαρος: οι έμμεσες αναφορές του στους δήθεν αριστερούς υπουργούς του -μόλις δυο χρόνια στην κυβέρνηση- κόμματος του ΠΑΣΟΚ πείραξε σε μια εποχή που η Ελλάδα «ανέβαινε». Ο Δοξιάδης συνεργάστηκε στο σενάριο με ένα άλλο παιδί-θαύμα εκείνης της εποχής, στον συγγραφικό τομέα αυτός, τον σημερινό βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ Πέτρο Τατσόπουλο, και περιέγραψαν πως ένας υπουργός βιομηχανίας αριστερής κυβέρνησης, άλλοτε αγωνιστής κατά της χούντας των συνταγματαρχών (μόλις 10 χρόνια πριν), θολώνει από την εξουσία, ξεχνάει τις αριστερές του καταβολές και τα βάζει με «θεούς» και δαίμονες, τους κατοίκους μιας περιοχής που υπάρχει εργοστάσιο «οικολογικής καταστροφής» και τους καταληψίες-απεργούς του. Στα παραπάνω εμπλέκονται και οι παλιοί του σύντροφοι, οι οποίοι σε αντίθεση με αυτόν σιχάθηκαν τον αέρα της Μεταπολίτευσης και βγήκαν στην παρανομία φτιάχνοντας μια τρομοκρατική οργάνωση-αντάρτικο πόλης. Πρώτο χτύπημα τους: το εργοστάσιο της «οικολογικής καταστροφής» και το κύρος του άλλοτε του συντρόφου τους. Σε αυτή την κίνηση θα έχουν δίπλα τους και τη γυναίκα του υπουργού, που τον έχει επίσης σιχαθεί. Μην ξεχνάμε ότι το 1983 βρισκόμαστε στην περίοδο της έξαρσης των τρομοκρατικών ενεργειών της 17Ν, με τη χούντα και τους ανθρώπους της ακόμη νωπούς (και ζωντανούς) στις μνήμες του κόσμου και τους αριστερούς-αντιστασιακούς του Πολυτεχνείου χωρισμένους σε στρατόπεδα, που το καθένα όριζε και τη δράση τους. Οι δυο συνεργάτες, Δοξιάδης-Τατσόπουλος, έπιασαν το νόημα της εποχής και με ένα εξαιρετικό καστ ηθοποιών (μεταξύ των οποίων και ο σκηνοθέτης Γιώργος Πανουσόπουλος ως τρομοκράτης) αποτύπωσαν, έστω μυθοπλαστικά, μια αλήθεια που τώρα μπορεί να μας φαίνεται «φυσιολογική» όμως τότε, συγκαιρινά, «πονούσε». Η «Υπόγεια Διαδρομή» φέρει αισθητικά το ύφος του κινηματογράφου των ‘80s, θεματολογικά όμως λειτουργεί θετικά, συνειδησιακά και προβοκατόρικα βάζοντας στην «πρίζα» τόσο σύντομα ένα καθεστώς και μια πολιτική που πλέον, και με το βάθος του ιστορικού χρόνου, θεωρείται αποτυχημένη και «εγκληματική». Θα ασχοληθούμε και στην επόμενη στήλη με τον Απόστολο Δοξιάδη, προβάλλοντας τη δεύτερη και τελευταία ταινία του «Τεριρέμ», παραγωγής 1987. Έκτοτε δεν επανεμφανίστηκε στον κινηματογράφο δημιουργικά παρά μόνο στο παρασκήνιο δημιουργώντας κατά καιρούς έντονες αντιδράσεις, διαπληκτισμούς και διαμαρτυρίες (από τη συγκλονιστική υπόθεση της Φρίντας Λιάππα μέχρι τον περίφημο Νόμο Γερουλάνου).

Γενέθλια Πόλη (1987)


Του Νέστορα Πουλάκου 

Σε αυτές τις χειμωνιάτικες μέρες που διανύουμε, η στήλη HellasFilm ασχολείται με μια ελληνική παραγωγή της δεκαετίας του 1980, που αναδεικνύει το όμορφο πλην μελαγχολικό τοπίο της χειμωνιάτικης Θεσσαλονίκης. Η “Γενέθλια Πόλη” του Τάκη Παπαγιαννίδη, μια πολύ εσωτερική ιστορία που εξωτερικεύει το ανθρώπινο αρχέγονο μας ταξιδεύει στην παραλία της πόλης, δίπλα από τον Λευκό Πύργο, που αιχμαλώτισε τόσο πετυχημένα με τα πλάνα του ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Πέντε χρόνια μετά την “αθηναϊκή” ταινία του, το “Ταξίδι στην Πρωτεύουσα” (μια ακόμη ταινία τύπου “Το Βαρύ Πεπόνι” του Παύλου Τάσιου, που εξετάζει τη μεταχουντική αστυφιλία στην υπό ανέγερση Αθήνα και τη δυσκολία προσαρμογής πολλών επαρχιωτών σε αυτή), ο Παπαγιάννιδης επιστρέφει όντως στη γενέθλια πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, με την ταινία “Γενέθλια Πόλη”. Ο γνωστός ντοκιμαντερίστας και σκηνοθέτης της τηλεόρασης βρίσκει τo alter ego του στο πρόσωπο και στην ερμηνεία του εξόχως μελαγχολικού Τάκη Μόσχου. Μεσήλικας επιχειρηματίας παρατάει τη ζωή του, τη δουλειά του και την οικογένεια του στην Αθήνα και γυρίζει στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε ώστε να βρει απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα του. Όμως, στη Θεσσαλονίκη συναντάει ένα άνυδρο τοπίο, από πρώην ερωμένες και φίλους, την οικογένεια του και την ίδια την πόλη του (τα στέκια του), ξένους προς αυτόν, μέχρι το κορίτσι που παραλίγο να του πάρει το μυαλό αλλά τον κόμπλαρε και τον φρέναρε. Άλλωστε, πάντοτε ο έρωτας είναι η προσωρινή (;) φυγή από αυτά που μας κατατρέχουν και μας τρώνε εντός μας. Με μια υπέροχη τζαζ σύνθεση του Θωμά Σλιώμη, ο Μόσχος φτάνει στη Θεσσαλονίκη με το τρένο, γυρίζει την πόλη με τα πόδια και αγναντεύει τον Βαρδάρη από το ύψος της Πλατείας Αριστοτέλους, δείχνοντας μας μια πόλη ως τόπο ιστοριών και σκοτεινών μυστικών. Η “Γενέθλια Πόλη” είναι μια ταινία της ιδιωτικής ψυχής και του ιδιωτικού οράματος, ενώ η Θεσσαλονίκη γεμίζει τα πιο μύχια της ζωής του καθενός μας. Η ταινία του Παπαγιαννίδη δημιουργήθηκε στα χρόνια του κρατικοδίαιτου κινηματογράφου, των ισχυρών σωματείων, των επιχορηγήσεων και την “πράσινης” Μελίνας. Τότε, που οι ταινίες κυνηγούσαν τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας (η συγκεκριμένη έλαβε τρία, ταινίας, β’ γυναικείου ρόλου, μοντάζ) μέχρι να βγουν στις αίθουσες και να αναμετρηθούν με το “τέρας” του box office. Η “Γενέθλια Πόλη” έκοψε μόλις 1500 πανελλαδικώς.

Φτώχεια και Αριστοκρατία (1959)


Toυ Νέστορα Πουλάκου 

Η στήλη HellasFilm καλωσορίζει το 2013 με μια παραγνωρισμένη ταινία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου που έχει επανέλθει στην επικαιρότητα για τους λόγους που θα αναπτύξω παρακάτω. Σας εύχομαι καλή χρονιά, δημιουργική και πάντα ποιοτική, ευελπιστώντας το σινεμά μας να επανακάμψει σε όλα τα επίπεδα. Η ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Φτώχεια και Αριστοκρατία» με αφηγητή τον Ντίνο Ηλιόπουλο ως τον φτωχό και αγωνιστή Κύπριο φοιτητή, ο οποίος σπουδάζει στην Αθήνα αλλά αγωνιά για την τύχη της πατρίδας του και την εμπλοκή των Άγγλων στο Νησί, προέρχεται από ένα πολύ πετυχημένο θεατρικό έργο των Μίμη Τραϊφόρου και Δημήτρη Βασιλειάδη «Στουρνάρα 288», παράφραση της οδού Στουρνάρη στο κέντρο της Αθήνας. Ευθεία αναφορά όμως για τους σύγχρονους Αθηναίους και Έλληνες πολίτες στον Υπουργό Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα μια και η πολυκατοικία της ταινίας με τις ανισότητες και τις αδικίες που ενέχει, φαίνεται να ταιριάζει στο προφίλ, τις επιλογές και τις δυσβάσταχτες πολιτικές αποφάσεις του, που μόνο πνίγουν τον ελληνικό λαό αλλά και μόνο βοηθούν την άρχουσα τάξη. Ακριβώς όπως συμβαίνει στο οίκημα του Διονύση Παπαγιαννόπουλου με διαχειριστή τον Ορέστη Μακρή. Σε παραγωγή Κλέαρχου Κονιτσιώτη, ο Ντίνος Δημόπουλος μεταφέρει το θεατρικό έργο στον κινηματογράφο με πρωταγωνίστρια μεταξύ άλλων την Σοφία Βέμπο να τραγουδά «Αχ να γύριζαν τα χρόνια τα παλιά». Η ταινία περιέχει σπονδυλωτές ιστορίες των διαμερισμάτων και των κατοίκων τους. Αριστοκρατικές οικογένειες, νεόπλουτα ζευγάρια, ανερχόμενοι έμποροι, εργατικοί άνθρωποι, αγωνιζόμενοι φοιτητές της νομικής, πολιτικοί και βουλευτές (ο ήρωας ονομάζεται Καλοχαιρέτας και στα χέρια του βρίσκεται η τύχη της Ελλάδας!), σταρ του θεάτρου που έχουν χάσει το μεγαλείο τους κ.ά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εναρκτήρια σεκάνς της ταινίας, καθώς ο Ντίνος Ηλιόπουλος παρουσιάζει τους γείτονες του βάζοντας μας στην σπονδυλωτή αυτή ταινία. Λέει λοιπόν ο αγαπημένος μας ηθοποιός: «...δίνω 600 δραχμές το μήνα χωρίς θέρμανση. Σε λίγα χρόνια οι πόλεμοι θα γίνονται μέσα στις πολυκατοικίες. Οι μισοί που έχουν πληρώσει θέλουν καλοριφέρ, οι άλλοι μισοί δεν πληρώνουν για το πετρέλαιο. Όπως βλέπουμε τα αίτια του πολέμου στη Μέση Ανατολή και μέσα στην πολυκατοικία τα ίδια θα είναι πάντα: το πετρέλαιο». Μήπως το παραπάνω χωρίο σας θυμίζει κάτι από την κατάσταση που ζούμε στις μέρες μας; Η Αθήνα του 1959 στην ταινία. Η Αθήνα του 2013 τώρα που σας γράφω. Η κατάσταση είναι η ίδια. Έκανε τον κύκλο της και επανήλθε στη μετεμφυλιακή της εικόνα, ή μήπως διαφωνείτε; Άρα καταλαβαίνετε γιατί η ταινία του Δημόπουλου έγινε και πάλι επίκαιρη. Μια ταινία μόλις 80 λεπτών που αξίζει να αναζητήσετε και να δείτε. Εκπαιδευτική και παιδευτική συνάμα! 

*Τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν στη στήλη HellasFilm στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (16-30 Iανουαρίου 2013).

26 Απρ 2013

Ένα Δέντρο γεμάτο Σινεμά!


Του Νέστορα Πουλάκου 

Πριν λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε το νέο τεύχος της εξαμηνιαίας λογοτεχνικής επιθεώρησης Το Δέντρο (Νο. 191-92, Φεβρουάριος 2013), που διευθύνουν ο ποιητής Κώστας Μαυρουδής και ο συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου (και ενεργό μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου) Τάσος Γουδέλης. Για δεύτερη φορά τον τελευταίο χρόνο, το μισό τεύχος, 110 και πλέον σελίδες, είναι αφιερωμένες στο σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο (η πρώτη φορά ήταν πέρυσι, τέτοια εποχή, με το μεγάλο αφιέρωμα στον Θόδωρο Αγγελόπουλο). Κυρίως ο Τάσος Γουδέλης, εκ των εκδοτών και θεωρητικός του κινηματογράφου δεκαετίες τώρα, πραγματοποίησε μια ενδιαφέρουσα διαλεκτική κειμένων και απόψεων για το σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, ζητώντας από ανθρώπους – επαγγελματίες του χώρου να μιλήσουν από το δικό τους μετερίζι τι είναι αυτό που πραγματεύεται το ντόπιο σινεμά στο σήμερα. Μια αισθητική, περιεχομενική και αρκούντως περιγραφική αποτίμηση των τεκταινόμενων ζυμώσεων ενός χώρου που εξακολουθεί να δονείται από συζητήσεις επί συζητήσεων, διχασμούς και κακές νοοτροπίες – αποτελέσματα της χειρότερης θητείας υπουργού από την περίοδο της Μεταπολίτευσης, εκείνης του Παύλου Γερουλάνου. Το εξώφυλλο κοσμεί η χαρακτηριστική σεκάνς με την προτομή του Λένιν, από την ταινία «Το Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Τι γίνεται, λοιπόν, στον ελληνικό κινηματογράφο στη μετά-αγγελοπουλική εποχή; Ο λόγος δίνεται, πρωτίστως, στους ίδιους του δημιουργούς. Ο Σύλλας Τζουμέρκας που έκανε αίσθηση στο Φεστιβάλ Βενετίας το 2010, με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Χώρα Προέλευσης» (αυτή την περίοδο ετοιμάζει τη δεύτερη, με working title «A Blast»), διατείνεται ότι: «Το σινεμά είναι ζωντανό (δηλαδή ζωτικό γι’ αυτόν που το βλέπει και γι’ αυτόν που το φτιάχνει), όταν έχει πλάκα, όταν τα δόντια του είναι κοφτερά για τον καθένα (δηλαδή για τον αδύναμο και για τον δυνατό), όταν παίρνει τις συναντήσεις των ανθρώπων και τις κάνει γιορτή και φρίκη, κακία και καλοσύνη, στόχους και αποτυχία, ένταση και κενό, οικειότητα και ξένισμα: δηλαδή, πραγματικότητα.» Πιο συγκεκριμένος και πραγματιστής ο Γιώργος Γκικαπέππας, που με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Η Πόλη των Παιδιών» κέρδισε τα βραβεία της ΠΕΚΚ και της FIPRESCI στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2011, πιστεύει ότι, «αυτό που έχει αλλάξει στην ουσία είναι η νοοτροπία του να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα, τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο γλώσσας. Νέοι δημιουργοί με νεωτερικές αντιλήψεις, με βλέμμα έξω απ’ τα σύνορα και γνώση του διεθνούς κινηματογραφικού τοπίου, αφομοίωσαν αυτές τις επιρροές και δημιούργησαν ένα πολύπλευρο ρεύμα, που βασίστηκε κυρίως στην άρνηση της ωραιοποίησης, στην αισθητική του φόρμα και στην εξέλιξη της γλώσσας του, κοιτώντας όχι πια πίσω, αλλά στο σήμερα.» Ο λόγος, βέβαια, δίνεται και σε παλιότερους σκηνοθέτες όπως ο Νίκος Παναγιώτοπουλος (τελευταία ταινία του, τα «Δεσμά Αίματος»), ο οποίος αποκαλύπτει ότι, «Δεν παρακολουθώ σήμερα πια τις νέες ελληνικές ταινίες, ούτε τις ξένες. Κάποτε ήμουν σινεφίλ, δεν έχανα καμιά ταινία. Σήμερα πηγαίνω σινεμά όταν νιώσω πως κάτι καινούριο συμβαίνει.» Αλλά και στον Λάκη Παπαστάθη (τελευταία ταινία του, το «Ταξίδι στη Μυτιλήνη»), ο οποίος γράφει ότι «με τον καιρό, σου δημιουργείται η βεβαιότητα πως δεν θ’ αλλάξει τίποτα. Κι αρχίζεις τότε ν’ αποδέχεσαι τη μαυρίλα. Σαν να σου αξίζει. Κόντρα σ’ αυτό… ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο, τέσσερις καλοί νέοι σκηνοθέτες που με τις ταινίες τους ανακάλυψαν το εκφραστικό τους πεδίο, το ποιητικό τους εφαλτήριο. Βρήκαν τον εαυτό τους.», εξαίροντας τους Γιώργο Λάνθιμο, Πάνο Κούτρα, Φίλιππο Τσίτο και Άγγελο Φραντζή. Το αφιέρωμα στρέφεται και σε θεσμικά πρόσωπα. Για παράδειγμα, στην παραγωγό, ακαδημαϊκό και πρώην διευθύντρια του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Δέσποινα Μουζάκη: «Ο ελληνικός κινηματογράφος σήμερα, μέσα σε ένα τόσο δυσμενές οικονομικό περιβάλλον και με τη χώρα μας στα όρια της χρεοκοπίας, ακόμα και της ανθρωπιστικής κρίσης, βρίσκεται μπροστά στο μεγάλο στοίχημα: να καταφέρει όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά να δημιουργήσει μια σχολή, μια ευρωπαϊκή κινηματογραφική σχολή.» Αλλά και στον Μισέλ Δημόπουλο, κριτικό κινηματογράφου και -επίσης- πρώην διευθυντή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: «Μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε εποχή παγκοσμιοποίησης, η πραγματικότητα δεν είναι πια ερμηνεύσιμη με παλιά εργαλεία. Και ο κινηματογράφος από μαζική λειτουργία έχει περάσει σε άλλες σφαίρες, πιο ιδιωτικές […] Δύσκολο να βρει κανείς άκρη.» Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμη κείμενα: του σεναριογράφου Στάθη Βαλούκου, του θεωρητικού Θανάση Βασιλείου, των συγγραφέων Βασίλη Βασιλικού και Μάνου Στεφανίδη, του πρώτη προέδρου του ΕΚΚ Κώστα Βρεττάκου, της συγγραφέως Μαρίας Γαβαλά, του κριτικού θεάτρου Κώστα Γεωργουσόπουλου, των κριτικών κινηματογράφου Τάσου Γουδέλη, Βασίλη Κεχαγιά, Δημήτρη Μπάμπα, Θόδωρου Σούμα, Νέστορα Πουλάκου, Αλέξη Δερμεντζόγλου, των ακαδημαϊκών Ειρήνης Στάθη και Αγγελικής Μυλωνάκη, των σκηνοθετών Λευτέρη Ξανθόπουλου, Δημήτρη Παναγιωτάτου, Δημήτρη Σταύρακα, και του αιθουσάρχη Νότη Φόρσου. Το τεύχος διατίθεται στα κεντρικά βιβλιοπωλεία και περίπτερα της Αθήνας, στην τιμή των 10 ευρώ. 

*Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (22-4-13).

25 Απρ 2013

Ποιήματα που Αγαπήσαμε (Εκδόσεις Εκάτη, 2009]


Ποιήματα που Αγαπήσαμε, Επιμέλεια: Γιώργος Μαρκόπουλος, Κωστής Νικολάκης, Σελ. 336, Εκδόσεις Εκάτη, 2009 

Αυτή κι αν είναι μια έκδοση με ιστορική, λογοτεχνική και κοινωνική αξία. Όχι, δεν πρόκειται για μια ακόμη ποιητική ανθολογία, που εύκολα και γρήγορα κάποιος μπορεί να ισχυριστεί. Αλλά έχουμε να κάνουμε με μια συλλογή μνήμης, από καρδιάς σαν να λέμε, που επιμελήθηκαν με ζήλο και ιδιαίτερη φροντίδα ο διακεκριμένος ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος και ο εκδότης (και ποιητής) Κωστής Νικολάκης. Άλλωστε από τον Καβάφη, μέσα από τον Σεφέρη και τον Μέσκο, μέχρι τον Βαρβέρη και τον Καραβασίλη, τι να ανθολογήσεις και για τι να πρωτομιλήσεις; Οι δυο φίλοι και εραστές της λογοτεχνίας αποφάσισαν αυτή την έκδοση, μια διαχρονική σε αξία και μέγεθος για την ελληνική ποίηση του 20ου αιώνα, αποτίνοντας ένα φόρο τιμής στις λογοτεχνικές βραδιές – συντροφιές – παρέες, που γαλουχήθηκαν μέσα στη χούντα και συνέχισαν μέχρι τις αρχές του 1980 (και εξακολουθούν ακόμη τρόπον τινά), στο εντευκτήριο των Εκδόσεων Εκάτη, στην πλατεία Βικτώριας. Τότε, το 1972, με σύνθημα και σήμα τους το ποίημα Καφενείον Γρηγορίου Μπαγιώρη του Ασημάκη Πανσελήνου, συγκεντρώνονταν γνωστοί και άγνωστοι ποιητές στο υπόγειο βιβλιοπωλείο του Κωστή Νικολάκη (με παλιά και νέα λογοτεχνία, ή αλλιώς μπορεί κανείς να βρει τα πάντα εκεί) και διάβαζαν αγαπημένα τους ποιήματα και λατρεμένους τους ποιητές. Όλη εκείνη η ατμόσφαιρα όπως και οι ποιητές που αγαπήθηκαν και διαβάστηκαν εν είδει αντίστασης, ως μιας μορφής αγώνα ενάντια στο όποιο καθεστώς και την καθημερινότητα, μαζεύτηκαν σ’ αυτή την όμορφη έκδοση που κυκλοφορεί εδώ και τέσσερα χρόνια από τις Εκδόσεις Εκάτη. Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, στην τιμή των 16 ευρώ. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στον ιστότοπο www.ekati.gr. 

Νέστορας Πουλάκος 

*Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο τχ. 3 του μηνιαίου περιοδικού Σχεδία (Απρίλιος 2013).

Κερδίστε προσκλήσεις για τον ΠΡΟΜΗΘΕΑ ΔΕΣΜΩΤΗ


Στείλτε στο info@vakxikon.gr το ονοματεπώνυμο σας και μπείτε στην κλήρωση που θα γίνει την Κυριακή 28 Απριλίου, στην εκπομπή Οι εκ-δότες, στο Vakxikon Radio. 

Αισχύλου, Προμηθέας (Δεσμώτης)
Θέατρο Δία Δύο
Πρεμιέρα:  27 Απριλίου 2013

Στην άκρη του κόσμου, το Κράτος και η Βία, υπηρέτες του Δία, οδηγημένοι από τον Ήφαιστο, φέρνουν τον Προμηθέα σε έναν έρημο βραχότοπο, για να τον αλυσοδέσουν. Ο τιμωρημένος δεσμώτης- ήρωας, φορέας τού πολιτισμού και σύμβολο τής αγάπης και του αλτρουισμού, πληρώνει το τίμημα για τη διάδοση της φωτιάς, της γνώσης, της τέχνης και εν τέλει της μεταμόρφωσης των ανθρώπων σε πνευματικά όντα. Είναι ο επαναστάτης που τα βάζει με τη νέα εξουσία και υπομένει ένα αιώνιο μαρτύριο ντροπής και πόνου για την αμαρτία του. Ένα αρχαίο κείμενο πιο σύγχρονο από ποτέ. Ένας πολυπαθής ήρωας, με πνεύμα ανυπότακτο. Κόντρα σε θεούς, και κατεστημένα υποστηρίζει μέχρι τέλους τα ιδανικά του, πληρώνοντας το τίμημα των πράξεών του. Ένας από μας. Το αριστουργηματικό κείμενο του Αισχύλου, παίρνει σάρκα και οστά τον Απρίλιο στη σκηνή του θεάτρου Δια Δύο, σε σκηνοθεσία Νικόλα Μίχα, συνθέτοντας την τριλογία της Προμηθείας. Η απόδοση του κειμένου, είναι βασισμένη στη μετάφραση του Ι. Γρυπάρη, ενώ η σύνθεση όλης της ιστορίας του Προμηθέα γίνεται με τη συμβολή στίχων του Ησίοδου, αποσπασμάτων του Αισχύλου και στίχων του Ν. Βρεττάκου. 

Συντελεστές 

Σκηνοθεσία: Νικόλας Μίχας 
Παίζουν (αλφαβητικά): Μυριέλλα Κουρεντή, Χρυσοβαλάντης Κωστόπουλος, Βαγγέλης Παπαδάκης, Κατερίνα Σπυροπούλου, Ορέστης Τρίκας, Πάνος Τρουμπουνέλης. 
Μουσική: Δημήτρης Μαραμής 
Κίνηση - Χορογραφία: Κατερίνα Σπυροπούλου 
Σκηνικά: Μαντώ Ψυχουντάκη 
Κοστούμια: Χρυσούλα Παπασταμούλη 
Φωτισμοί: Γιώργος Τάντος 
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Γαλάτη, Ζένια Αγκιστριώτη 
Βοηθός σκηνογράφου: Γιώτα Κουρνούτη 
Βοηθός ενδυματολόγου: Χρύσα Μενύχτα 
Μουσική διδασκαλία: Δέσποινα Πολυκανδρίτου 
Μακιγιάζ: Κατερίνα Βαρθαλίτου 
Κοσμήματα: Μαρία Μυλωνά 
Προσαρμογή κειμένου: Σωκράτης Λούπας 
Φωτογραφίες: Γιάννης Πρίφτης 
Υπεύθυνοι επικοινωνίας: Αρτίνα Γκέτση, Νεκτάριος Κωνσταντινίδης, Μαρίνα Θεοδωροπούλου 

Στο βίντεο της παράστασης, σκηνοθεσία έκανε ο Νικόλας Μίχας, διεύθυνση φωτογραφίας ο Γιώργος Τάντος, μουσική έγραψε ο Δημήτρης Μαραμής. Τις αφηγήσεις στο βίντεο έκαναν οι (αλφαβητικά): Ειρήνη Δούκα, Ειρήνη Μπαλτά, Βασίλης Παπαδημητρίου. Στο βίντεο τραγούδησαν οι (αλφαβητικά): Ειρήνη Δούκα, Γρηγόρης Κόλλιας, Αλεξάνδρα Κόνιακ, Βασίλης Παπαδημητρίου, Ντέπη Σακελλαρίου. Στο βίντεο εμφανίζονται οι (αλφαβητικά): Μάνος Αντωνιάδης, Λάζαρος Βαρτάνης, Μαρία Γαλάτη, Λευτέρης Δημηρόπουλος, Ειρήνη Δούκα, Δημήτρης Καρατζιάς, Γρηγόρης Κόλλιας, Αλεξάνδρα Κόνιακ, Ειρήνη Μπαλτά, Βασίλης Μπαμπούνης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Κατερίνα Σπυροπούλου, Αλκμήνη Σταθάτου, Χάρις Συμεωνίδου, Βασίλης Τσιγκριστάρης, Νίκος-Ορέστης Χανιωτάκης, Γιώργος Χρανιώτης, Αποστόλης Ψάρρος.

24 Απρ 2013

Pass2Day | Spitfire: Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι | #49

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.gr. Kάθε Τετάρτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 


Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

Σε μια εποχή -αρχές της δεκαετίας του 1980- που οι χαρακτηρισμοί αλήτης, πρεζόνι, μαλλιάς, αλκοολικός και σατανιστής ήταν λέξεις που τις άκουγες συχνά όταν έβλεπες παιδιά στο δρόμο να κυκλοφορούν με μια κιθάρα ή ένα μπάσο στον ώμο, ιδρύθηκαν οι Spitfire. Tο όνομα τους προήλθε από ένα διθέσιο αυτοκίνητο μάρκας Triumph (spitfire), που είχε ο Ντίνος Κωστάκης, φρόντμαν του γκρουπ ενώ ιδρυτής τους ήταν ο κιθαρίστας Ηλίας Λογγινίδης. Η μπάντα έπαιζε σε κλάμπ και μουσικές σκηνές στην Αθήνα αποκλειστικά με δικές της συνθέσεις. Το 1985 στο Αμερικανικό Κολέγιο της Αθήνας έγινε ένα φεστιβάλ που συμμετείχαν οι Spitfire και ήταν η αφορμή για να γνωριστούν με τον μετέπειτα μάνατζερ και διευθυντή μάρκετινγκ της ΕΜΙ, Γιάννη Κουτουβό. Ο Γιάννης τους ζήτησε ένα ντέμο και το 1986 τους πρότεινε να υπογράψουν συμβόλαιο. Έχοντας στη διάθεσή τους μόνο 50 ώρες για να ηχογραφήσουν το άλμπουμ, ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1986 στην ίδια κονσόλα που ηχογραφήθηκε το Dark Side Of The Moon των Pink Floyd. Οι 50 ώρες που τους έδωσαν ήταν φυσικά λίγες, αν και το άλμπουμ ήταν έτοιμο σε 26 ώρες, τους έδωσαν 20 ώρες επιπλέον γιατι δεν τους έφτανε ο χρόνος για το μιξάρισμα των τραγουδιών. Εγένετο, λοιπόν, ο πρώτος δίσκος με τίτλο First Attack. Κομμάτια που έπαιζε η μπάντα την περίδο 1984-1985 όπως το Back To Zero, Dead City, Lady Night, μπήκαν στο άλμπουμ του συγκροτήματος. Ένα άλμουμ γεμάτο νεανικό σφρίγος, σκληρές κιθάρες, δυνατά τύμπανα, μελωδικές μπαλάντες και εκπληκτική φωνή κάνει το συγκρότημα να ξεχωρίσει όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Το περιοδικό Κerrang έγραψε χαραχτηριστικά: Heavy metal γκρουπ από την Ελλάδα; Είναι σαν να προσπαθείς να βρεις παρθένα στο tour bus των Motley Crew. Να ζεις στην Ελλάδα, να παίζεις χέβι μέταλ και να έχεις και έσοδα είναι ουτοπικό. Οι Spitfire το κατάφεραν. 


Μέσα σε όλη όμως αυτη την ευτυχία που ζει το συγκρότημα έρχεται η απόλυτη τραγωδία. Αφού έχει ολοκληρωθεί το άλμπουμ, ο τραγουδιστής Ντίνος Κωστάκης έχει ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα. Ενώ οδηγάει τη μηχανή του, ένα φορτηγό τον εμβολίζει και ο Ντίνος σέρνεται στην άσφαλτο με το κεφάλι για 40 μέτρα. Το αποτέλεσμα βέβαια ήταν οδυνηρό. Με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις ο Ντίνος πέφτει σε κώμα και όταν ξυπνάει δεν αναγνωρίζει κανένα από τα μέλη του συγκροτήματος. Αυτή η σπάνια φωνή με την εκπληκτική χροιά έφτασε κιόλας στο τέλος της. Ο Ντίνος μένει παράλυτος, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι μέχρι σήμερα. Το γκρουπ έχει προγραμματίσει μια συναυλία στην Κύπρο και πρέπει να συνεχίσει. Βρίσκουν λοιπόν έναν τραγουδιστή, τον Κορνήλιο, και συνεχίζουν. Προβλήματα και διενέξεις ταλαιπωρούν το γκρουπ και η αρχή του τέλους έρχεται με αποκορύφωμαα μια συναυλία, στο Θέατρο Βράχων που δεν έγινε ποτέ γιατί δεν προσήλθαν τα μισά μέλη του γκρουπ. 


Το 1987 οι Spitfire διαλύονται. Η ψυχή όμως και ο ιδρυτής της μπάντας, ο Ηλίας, ανασυντάσσει τις δυνάμεις του και θέλει να επαναφέρει τη μπάντα στο προσκήνιο. Λόγω όμως κάποιων νομικών προβλημάτων ,η ΕΜΙ υποστήριζε ότι το όνομα Spitfire της ανήκε, ονομάζει το γκρουπ Speedfire το 1989. Το 1990 κυκλοφορούν ένα νέο δίσκο με τίτλο 100% Live, με ζωντανή ηχογράφηση στο Ρόδον. Μετά από χρόνια στην αφάνεια, δισκογραφικά εννοώ ,το 2009 κυκλοφορούν το Die Fighting με τη σφραγίδα και τις συνθέσεις του Ηλία Λογγινίδη, ο οποίος απέδειξε για ακόμη μία φορά την μουσκή του αξία. 


Αφορμή γι' αυτό το μικρό αφιέρωμα στο συγκρότημα ήταν ένα ντοκιμαντέρ που είδα πρόσφατα με τίτλο Back To Zero. Ο Ηλίας Λογγινίδης και ο Γιάννης Κουτουβός μετά από 25 χρόνια συναντιούνται και παίρνουν το αεροπλάνο για να επισκεφθούν τον Ντίνο Κωστάκη στη Ρόδο. Σε όλη την διάρκεια της διαδρομής οι δύο άντρες θυμούνται τα παλιά, ανταλάσσοντας παράλληλα «χολές» και αρνητικά σχόλια ο ένας για τον άλλον, φανερώνοντας έτσι και το χάσμα που υπήρχε αλλά και υπάρχει μεταξύ τους, αλλά όλα αυτά τελειώνουν τη στιγμή που εμφανίζεται στο πλάνο ο Ντίνος. Πραγματικά δεν περιγράφονται οι σκηνές που ακολουθούν παρά μόνο όταν δείτε το ντοκυμαντέρ. Ο Ηλίας και ο Γιάννης κλαίνε σαν μικρά παιδιά, αντικρίζοντας τον αδελφό τους, τον Ντίνο. Είναι η πρώτη φορά που τον συναντούν μετά από 25 χρόνια και νιώθουν σαν να μην πέρασε μία μέρα. 

Ένας άνθρωπος που μπορούσε να έχει τα πάντα, τα έχασε σεένα βράδυ. Ζωντανός και μανιώδης καπνιστής, παρακολουθεί το σπάνιο υλικό από ζωντανές εμφανίσεις που είχαν φέρει μαζί τους οι αδελφικοί του φίλοι, και τραγουδάει τα κομμάτια του όπως τον παλιό καλό καιρό... 

23 Απρ 2013

Αρσενική Πόρνη


Στο ξημέρωμα του διαβόλου
Κάθε ευχή
Κάλπικη
Σταγόνα
Κόκκινη
Όξινη
Στάζει
Χαρακώνει το μάγουλο μου.

22 Απρ 2013

H@ppY FeW: Μαρμε(νω)λάδα φράουλα


Του Νίκου Μπίνου

 Όσο περισσότερο ψάχνει κανείς, τόσο περισσότερους «πολέμους» βρίσκει. Και όταν αναφερόμαστε στη λέξη πόλεμος δεν είναι απαραίτητο να υποδηλώνουμε αυτόν καθ’ αυτόν, αλλά με την ευρύτερη έννοια που μας έρχεται στο μυαλό. Άλλωστε πολλοί απο μας είτε έχουμε ακούσει, είτε έχουμε παίξει όταν ήμασταν μικροί εκείνο το παιχνίδι με τίτλο «ο Σάιμον λέει», κατά το οποίο κάποιος έπαιρνε το ρόλο του Σάιμον δίνοντας μια «εντολή» που οι υπόλοιποι που συμμετείχαν στο παιχνίδι θα έπρεπε να εκτελέσουν, ενώ σε διαφορετική περίπτωση ήταν υποχρεωμένοι να το εγκαταλείψουν. Αυτή η εικόνα μου ήρθε στο μυαλό όταν έφτασε στ΄ αυτιά μου και διάβασαν τα μάτια μου για το πρόσφατο περιστατικό που έλαβε χώρα στην περιοχή της Μανωλάδας. 

Με την τεράστια όμως διαφορά οτι εδώ δεν πρόκειται για κάποιου είδους παιχνίδι αλλά για μια μορφή πολέμου, όπως χαρακτηριστικά σας ανέφερα στον πρόλογο μου. Και φυσικά δεν είναι ούτε το πρώτο αλλά ούτε και το τελευταίο περιστατικό. Ή διαφορετικά θα ευχόμουν να ήταν το τελευταίο. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει να αναφέρουμε (δυστυχώς για πολλοστή φορά) πως για να εξαλειφθούν παρόμοιες συμπεριφορές δε θα πρέπει να κλείνουν τα μάτια όλοι αυτοί οι ανευθυνοϋπεύθυνοι. Για ακόμη μια φορά τα ΜΜΕ παρουσίασαν το γεγονός σα να ανακάλυψαν την Αμερική ή σα να προσγειώθηκαν μόλις απο τον Άρη ή δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο. Και πραγματικά πιστεύω πως είναι απ΄ τις λίγες φορές που δεν χρειάζεται να εστιάσουμε στην αλλοδαπή καταγωγή που είχαν τα θύματα μιας και δεν θα άλλαζε η στάση τους, εάν στη θέση τους βρίσκονταν αντίστοιχα ομοεθνοί μας. 

Είναι βαθύτερα τα αίτια και οι λόγοι τέτοιων συμπεριφορών για να επικεντρωθούμε απλά και μόνο σε μια καθαρά ρατσιστική συμπεριφορά. Μιας και για να το πούμε πιο λαϊκά, όλα αυτά τα χρόνια που εκτυλλίσονταν ανάλογες πράξεις απείρου κάλλους, κάνανε τουμπεκί ψιλοκομμένο. Βλέπετε τα συμφέροντα που κρύβονται απο πίσω είναι και πολλά και «ακριβά». Πρωτίστως να διατηρηθούν τα οικονομικά κεκτημένα των απανταχού «τσιφλικάδων» της περιοχής κρύβοντας κάτω απ’ το χαλί ανάλογες συμπεριφορές που έχουν επαναληφθεί στο παρελθόν, με τη σύμφωνη γνώμη πάντα της ευρύτερης κοινωνίας. 

Σε απόσταση αναπνοής ακολουθεί για ακόμα μια φορά αυτή η «ρουφιάνα» η τοπική Αυτοδιοίκηση και το παρακλάδι της, αυτό των ντόπιων πολιτικών κάθε περιοχής που για χάρη των ψήφων και της πελατειακής σχέσης με τους προύχοντες, ως συνήθως αγρόν ηγόραζαν. Και όπως σοφά έλεγαν οι παλιοί «το ψάρι βρωμάει απ΄το κεφάλι». Και όσο το κεφάλι συνεχίζει να εθελοτυφλεί και να επικρατεί η κλασική ανομία και ατιμωρησία, τόσο ανά τακτά χρονικά διαστήματα θα εμφανίζονται κάθε λόγης ανάλογα περιστατικά. 

Όσα κείμενα και να γραφτούν, όσες ώρες και να σπαταλήθουν από αρμόδιους - δημοσιογράφους, αν το κεφάλι δεν απαφασίσει να ενεργοποιηθεί «όλα τριγύρω θ΄αλλάζουμε κι όλα τα ίδια θα μένουν».

21 Απρ 2013

Περιπέτεια από το μέλλον


Του Νέστορα Πουλάκου 

Μετά από αυτήν τη μικρή απουσία μας, η στήλη ΣΤΟΠ ΚΑΡΕ επιστρέφει στο ΧΩΝΙ σε μια πλούσια κινηματογραφική εβδομάδα οκτώ πρώτων προβολών. Ξεχωρίζουν δυο ταινίες εκ διαμέτρου αντίθετες και διαφορετικές μεταξύ τους: με την ιστορία επιστημονικής φαντασίας «Oblivion», ξαναθυμόμαστε το «Star Trek» και το «Star Wars», τις κλασικές αυτές ταινίες που άνοιξαν το διάλογο για τη ζωή πέρα από τη Γη. Στη νέα περιπέτεια του Τζόζεφ Κοζίνσκι («Tron Legacy»), ο Τομ Κρουζ είναι ο Τζακ Χάρπερ, ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες ανθρώπους στη Γη, που έχει ως αποστολή του να επιδιορθώνει τα ρομποτικά σκάφη που επιτηρούν τη Γη και την προστατεύουν από τους εισβολείς. Με εντυπωσιακά σκηνικά, κουστούμια και εφέ, και παρά το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής δεν πείθει με την ερμηνεία του, μπαίνουμε σε ένα μετά-αποκαλυπτικό, άκρως τελολογικό σύμπαν, στο οποίο ο αγώνας και η θέληση του ανθρώπου για ζωή έχει το βασικό ρόλο. Δυναμική εικόνα επικών διαστάσεων σε ένα μπλοκμπάστερ που παρά τις εμφανείς σεναριακές αδυναμίες του, μας συνεπαίρνει και μας παρασύρει σε καταιγιστικούς ρυθμούς και εντάσεις που δεν είχαμε φανταστεί στο παρελθόν. Αυτό λέγεται και πραγματικό, χορταστικό σινεμά. Από την άλλη μεριά, επιλέγουμε σινεφίλ μονοπάτια με τις «Γυναίκες του Λεωφορείου 678», αιγυπτιακής παραγωγής του Μοχάμεντ Ντιάμπ, που μπορεί από ένα σημείο και μετά να εκτείνεται από το αστυνομικό σασπένς έως το μελόδραμα, όμως παραβάλλει ένα υπαρκτό όσο και σοκαριστικό ζήτημα: τη σεξουαλική παρενόχληση των γυναικών σε δημόσιους χώρους και, δη, σε λεωφορεία, που φτάνει μέχρι και στο σημείο του ομαδικού βιασμού, σε χώρες όπως στην Ινδία και τη Βραζιλία. Μάλιστα, η συγκεκριμένη ιστορία που βλέπουμε στην ταινία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία με τον καιρό και την έκταση που πήραν, οδήγησαν την κυβέρνηση της Αιγύπτου να ποινικοποιήσει την παρενόχληση με αποτέλεσμα να εξομαλυνθεί σε ένα μεγάλο βαθμό το γεγονός. Η κάμερα του Ντιάμπ εστιάζει σε τρεις γυναίκες διαφορετικών τάξεων, που όλες παρενοχλήθηκαν ή βιάστηκαν, με τη σιωπηρή -δυστυχώς- στάση της κοινωνίας ευρύτερα. Στις υπόλοιπες ταινίες της εβδομάδας: μια ακόμη εγγλέζικη μεταφορά κλασικού μυθιστορήματος σε σκηνοθεσία Μάικ Νιούελ, με τους Ρέιφ Φάινς και Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, είναι «Οι Μεγάλες Προσδοκίες» που όμως κινούνται σε ρηχά νερά και μάλιστα πολύ αδιάφορα. Μια ερωτική πράξη αντίστασης της παιδικής ηλικίας είναι το «Με λένε Ερνέστο», το οποίο μας μεταφέρει στην αργεντίνικη χούντα στα τέλη του 1970, και παρά το ενδιαφέρον θέμα της δεν μας συγκίνησε ιδιαίτερα. Καλοφτιαγμένο ντοκιμαντέρ που αναμασά όμως αυτά που ήδη ξέρουμε, για τη ζωή των κομμουνιστών στην εξορία της Μακρονήσου, είναι το «Σαν Πέτρινα Λιοντάρια στη Μπασιά της Νύχτας» του Ολιβιέ Ζισουά. Ακόμη: το παιδικό animation «Οι Κρουντς» προβάλλεται μεταγλωττισμένο στα ελληνικά και σε 3D, το -επίσης- animation αλλά καθόλου παιδικό (προσέξτε, στην κατασκευή του ναι, δεν απευθύνεται σε παιδιά όμως λόγω θέματος) «Μπουτίκ για Αυτόχειρες» του Γάλλου Πατρίς Λεκόντ, και το ντοκιμαντέρ για τους Έλληνες κομμουνιστές στις Η.Π.Α. την περίοδο του Μακαρθισμού «Ταξισυνειδησία». 

Ένα Δέντρο γεμάτο σινεμά 

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος της εξαμηνιαίας λογοτεχνικής επιθεώρησης Το Δέντρο (191-92, 10 ευρώ) με 110 σελίδες για το σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο. Ο εκ των εκδοτών του, συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου Τάσος Γουδέλης, ανέλαβε να επισκοπήσει το σημερινό τοπίο στο ελληνικό σινεμά, πραγματοποιώντας μια ενδιαφέρουσα διαλεκτική κειμένων και απόψεων. Με μια χαρακτηριστική σκηνή από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το Βλέμμα του Οδυσσέα» στο εξώφυλλο του, το λογοτεχνικό Δέντρο γίνεται κινηματογραφικό με ένα πλούσιο απάνθισμα κειμένων. Συναντάμε στις σελίδες του, μεταξύ άλλων, κείμενα των σκηνοθετών Σύλλα Τζουμέρκα, Δημήτρη Παναγιωτάτου, Λάκη Παπαστάθη, Γιώργου Γκικαπέππα, των πρώην διευθυντών του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Μουζάκη και Μισέλ Δημόπουλου, των κριτικών κινηματογράφου Αλέξη Δερμεντζόγλου, Βασίλη Κεχαγιά, Θόδωρου Σούμα και Νέστορα Πουλάκου, καθώς και των θεωρητικών και συγγραφέων Θανάση Βασιλείου, Κώστα Γεωργουσόπουλου, Μάνου Στεφανίδη και Βασίλη Βασιλικού. 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (φύλλο 56, 21-4-13).

Oι Ταινίες της Εβδομάδας στο SevenArt.gr (18-4-13) 

Oblivion (6/10) 

Η αλήθεια είναι ότι το «Oblivion» ξεπέρασε τις μετριοπαθείς προσδοκίες μου, καθότι περίμενα να δω, εντελώς προκατειλημμένα, μια ακόμη φουτουριστική μπαλαφάρα για την αιώνια διαμάχη μεταξύ εξωγήινων και γήινων, και στη μέση τον σωτήρα που με νοσταλγία κοιτάζει πίσω του το ερημωμένο σπιτικό του. Και ενώ όλα τα παραπάνω, όντως, ισχύουν, εντούτοις τα κλισέ λειτουργούν δημιουργικά πάνω σε αυτό το άκρως εντυπωσιακό τελολογικό σύμπαν, όπου τα εφέ είναι μεν εκθαμβωτικά αλλά όχι τόσο εξωπραγματικά ώστε να μας ξενίσουν και να θορυβήσουν τα αυτιά μας. Με τον Τομ Κρουζ να μην πείθει και τόσο με την ερμηνεία του, άλλα όλα τα άλλα, γύρω – τριγύρω, να δένουν αρμονικά μεταξύ τους, από το εντυπωσιακό σπίτι του στις μάχες σώμα – σώμα, και από τις τρυφερές και ερωτικές περιπτύξεις στο διάστημα στις γήινες απολαύσεις και τα ποιήματα, ώστε αυτό το οπτικοακουστικό θέαμα μας συνεπαίρνει και μας παρασύρει σε καταιγιστικούς ρυθμούς και εντάσεις που δεν είχαμε φανταστεί στο παρελθόν. Αυτό λέγεται και πραγματικό, χορταστικό σινεμά. 

 Οι Γυναίκες του Λεωφορείου 678 (6/10) 

Ένα υπαρκτό και συγκλονιστικό ζήτημα πραγματεύεται αυτή η ταινία του Μοχάμεντ Ντιάμπ: τη σεξουαλική παρενόχληση των γυναικών σε δημόσιο χώρο και πιο συγκεκριμένα σε αστικά λεωφορεία, ένα γεγονός που -δυστυχώς- καταδεικνύει συμπεριφορές υπανάπτυκτου (και σαφώς ανδροκρατούμενου) κόσμου, εάν συνυπολογίσουμε και το γεγονός της σιωπηρής αποδοχής του από την κοινωνία ευρύτερα. Η κάμερα του Ντιάμπ εστιάζει σε τρεις γυναίκες διαφορετικών τάξεων και το πώς αυτές αντιμετωπίζουν τη συνεχή παρενόχληση και το βιασμό τους, από το μανιακό ανδρικό πλήθος. Επίκεντρο αυτών των επιθέσεων είναι τα αστικά λεωφορεία όπου τα κορμιά ενώνονται λόγω πλήθους και οι αντιδράσεις είναι μειωμένες. Μόνο οι θαρραλέες γυναίκες επιβιώνουν… Πρόκειται για μια σοβαρή και καταγγελτική ταινία ακόμη κι όταν φτάνει στο σημείο να γίνεται αστυνομική ή μελοδραματική. Μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε και αρκούντως τηλεοπτική, όμως το θέμα που πραγματεύεται είναι τόσο σοβαρό που όλες οι φιλμικές αδυναμίες της ξεχνιούνται. Μια ταινία που πρέπει να δούμε όλοι μας, άλλωστε νωποί είναι ακόμη οι βιασμοί τουριστριών και η κακοποίηση των συντρόφων τους, στην Ινδία και τη Βραζιλία από ξελιγωμένες ομάδες ανδρών. 

Με λένε Ερνέστο (5/10) 

Μια πολύ ενδιαφέρουσα καταγραφή εποχής στην Αργεντινή, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τη σκληρή χούντα που ταλάνιζε τη χώρα, η οποία δε μένει σε πράξεις επανάστασης και αντίστασης και μόνο αλλά υπεισέρχεται στον παιδικό ψυχισμό και κόσμο και το πώς σε αυτό γίνεται αντιληπτή η κατάσταση που επικρατεί τόσο στο σπίτι όσο και στη χώρα. Παράλληλα με τα πρώτα χτυποκάρδια και τα ακραία κρούσματα εφηβείας που αντιμετωπίζει ειδικώς ένα αγόρι. Δεν θα καταφέρει όμως να γίνει ποτέ «Μachuca» η ταινία του Μπενχαμίν Αβίλα, αντιπαραβάλλοντας την ταινία από τη Χιλή που κατέγραψε την παιδική ματιά στη δικτατορία του Πινοσέτ. Κι αυτό γιατί όσο πρωτοεπίπεδα μένει στον ορίζοντα της αντίστασης, καθότι η κάμερα εστιάζει σε ένα σπίτι αντιφρονούντων και αντιστασιακών. Τόσο επιδερμικά αντιμετωπίζει και το ίδιο το παιδί, το μικρό Ερνέστο, τη συμπεριφορά του στο σχολείο, τον έρωτα του, τους τσακωμούς του και εν γένει την κοινωνικότητα του. Αποσπασματικά αισθανόμαστε ότι είμαστε σε ένα χουντικό κλίμα μιας κοινωνίας που νοσεί. Και αυτό γιατί προφανώς ο Αβίλα δεν είναι τόσο επιδέξιος τεχνίτης όπως για παράδειγμα ο Αντρές Γουντ. 

Μπουτίκ για Αυτόχειρες (5/10) 

Πως ένα έξυπνο κινούμενο σχέδιο γίνεται αφόρητα παιδικό, τόσο ώστε ακόμη και τα παιδιά δεν μπορούν να το δουν; Μα φυσικά λόγω του χειρισμού του θέματος του. Ο Πατρίς Λεκόντ, αυτός ο αγαπημένος Γάλλος σκηνοθέτης, καταπιάστηκε με το ιδιαίτερο και όλο μαύρο χιούμορ κόμικ του Ζαν Τουλέ, φτιάχνοντας μεν μια έξυπνη κατασκευή, γεμίζοντας τη δε με τόσα συστατικά ώστε μπουκώνει γρήγορα και «ξεψυχάει». Καθότι στην αρχή, αυτό το μαγαζί για αυτόχειρες με την οικογένεια που ζει από τη δυστυχία και το θάνατο λόγω κρίσης, μας προβλημάτισε αλλά και μας διασκέδασε χάρη σε μερικά άκρως διασκεδαστικά γκαγκ που διαθέτει. Στη συνέχεια, όμως, η αφέλεια του σεναρίου, το μιούζικαλ που μας πετάει εκτός ρυθμού και φυσικά το εντελώς αχρείαστο και κουραστικό 3D αποτελειώνουν μια έξυπνη και ιντριγκαδόρικη ιδέα. Εντέλει μένει η ιδέα και η σπιρτάδα της ιστορίας, σε συνδυασμό φυσικά με την άρτια κατασκευή του κινουμένου σχεδίου. Κατά τα άλλα, από σάτιρα ενηλίκων γίνεται παιδικό παραμύθι με το μειονέκτημα ότι τα παιδιά δεν μπορούν να το δουν λόγω θέματος! 

Μεγάλες Προσδοκίες (4/10) 

Η αρχική μου απορία ήταν, ενώ ετοιμαζόμουν να δω τις «Μεγάλες Προσδοκίες», ποια είναι η χρησιμότητα και τι καινούριο μπορεί να δώσει μια σύγχρονη διασκευή ενός κλασικού βιβλίου της λογοτεχνίας από τη στιγμή μάλιστα που έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο τόσες φορές; Η απάντηση, κι ενώ ακόμη έβλεπα την ταινία, ήρθε γρήγορα: καμία. Τη φετινή εμμονή των Άγγλων να διασκευάζουν κλασικά βιβλία για τον κινηματογράφο δεν την καταλαβαίνω (π.χ. την «Άννα Καρένινα»), με αποκορύφωμα το χιλιοδιαβασμένο σινεφιλικά βιβλίο του Ντίκενς, που δυστυχώς δεν έχει τίποτε αξιόλογο να επιδείξει ώστε να μείνει στην Ιστορία. Παρά μια ακόμη ταινία εποχής αλά BBC είναι, με γνωστούς ηθοποιούς από το Νησί να αναμασούν τα γνωστά. Εντάξει, και το επίπεδο παραγωγής και οι ερμηνείες και εν γένει το σύνολο της ταινίας κινείται σε σοβαρά επίπεδα, όμως η αφήγηση και η εξέλιξη, εντέλει η επιλογή όλων όσων συντέλεσαν για την ολοκλήρωση της, είναι τόσο αφόρητα βαρετή ώστε οι «Μεγάλες Προσδοκίες» είναι μικρές και κουραστικές. 

Οι Κρουντς (4/10) 

Ενδιαφέρον animation, γεμάτο φρεσκάδα και μια περιπέτεια που τραβάει την προσοχή μας, θυμίζοντας μας σπινταριστά και έξυπνα κόμικ του παρελθόντος που έχουμε λατρέψει (σαν τα «Αυτοκίνητα»). Παρολαυτά η όποια φιλότιμη προσπάθεια και πρόθεση των παραγωγών χάνεται και υπολείπεται σε δυο σημαντικά σημεία – παγίδες για κάθε σοβαρό κινούμενο σχέδιο: Στην παιδικότητα του, καθότι δεν πρόκειται για πονηρό και ιντριγκαδόρικο animation που θα μπορέσει να ερεθίσει τις σινεφιλικές διαθέσει των ενηλίκων (τύπου «Η Εποχή των Παγετώνων»). Και στην οικογενειακή του κατεύθυνση, που ξεκινά από το σενάριο και τη σύνθεση των ηρώων και των χαρακτήρων για να καταλήξει ως μια άλλη παραγωγή της Disney, αυτή τη φορά σε κόμικ μορφή. 

Σαν Πέτρινα Λιοντάρια στη Μπασιά της Νύχτας (4/10) 

Καλοφτιαγμένο και ορθώς επιμελημένο ντοκιμαντέρ είναι αυτή η σκηνοθετική δουλειά του Γάλλου δημιουργού Ολιβιέ Ζισουά, ο οποίος υπεισέρχεται σε μια από τις πλέον «μαύρες» σελίδες της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, της εξορίας και των βασανισμών χιλιάδων κομμουνιστών στη Μακρόνησο και τη Γυάρο μετεμφυλιακά. Και παρ’ ότι η παράθεση των εικόνων και η ποιητικότητα της αφήγησης μας κεντρίζει το ενδιαφέρον, εντούτοις η κατά τα άλλα προσεγμένη επιστημονική δουλειά ουσιαστικά αναμασά αυτά που ήδη ξέρουμε και έχουμε δει και ξαναδεί τόσες φορές σε δεκάδες προγενέστερα ντοκιμαντέρ (και πιο χαρακτηριστικά στη «Μακρόνησο» του Ηλία Γιαννακάκη). Συν το γεγονός ότι το αρχειακό υλικό είναι ελάχιστο, άρα και το όποιο ιστορικό ενδιαφέρον χάνεται σε μια λογοτεχνικότητα παρόλο που το θέμα αυτό καθαυτό εξακολουθεί να πονά κάθε δημοκρατικό και ευαισθητοποιημένο Έλληνα.

20 Απρ 2013

ΒΙΒΛΙΑ/BOOKS/LIBRES


Πρέπει να μ' αγαπάς; Τότε μόνο για χάρη της ίδιας της αγάπης.

Gray Scale (2009 - 2012), Ποίηση, Γιώργος Κοροπούλης, Εκδόσεις Ars Nocturna, 2012

H "αποστολή" μου ολοκληρώθηκε συνεπώς σε μεγάλο βαθμό, έτσι δεν είναι;

Ο Μέλλων... Υπουργός Εσωτερικών, Μυθιστόρημα, Ντίνος Οικονόνου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

Άντε τελείωνε και βιάζομαι να πάω σπίτι να διαβάσω...
Αναζητώντας μια Νάπολη στο Βερολίνο, Μυθιστόρημα, Κωνσταντής Σταυρόπουλος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

Μη με κοιτάζετε όταν με καυλώνετε.
Το Αυτόματο, Αποφθέγματα, Θάνος Σταθόπουλος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013.

 Από του κόσμου κεκμηκώς την πλάνον αστασίαν... (από το ποίημα Βακχικόν)

Τα Αποκηρυγμένα Ποιήματα, Ποίηση, Κ.Π. Καβάφης, εισαγωγή Μάριου Μαρκίδη, Εκδόσεις Ύψιλον, 1990

Πες μας που τραβάς πες μας
Οικοδομή, Ποίηση, Στέλιος Ροΐδης, Εκδόσεις Έψιλον, 2004

Καθώς μεγαλώνω δίχως καθόλου κοινό. Εδώ.
Παλιά Παπούτσια, Ποίηση, Στέλιος Ροΐδης, Εκδόσεις Έψιλον, 2004

Κάθε δάχτυλο που βουτάς μες το ποτό σου
Μόδα, Ποίηση, Στέλιος Ροΐδης, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2002

19 Απρ 2013

Προδημοσίευση: Τραγούδια στα Μακάμια του Κώστα Ριτσώνη


Τραγούδια στα Μακάμια, Ποίηση, Κώστας Ριτσώνης, Εκδόσεις Ποιήματα των Φίλων, 2013 

Η Μαριγώ 
χιτζασκιάρ 

Στα ξανθά της τα μαλλιά 
κελαηδούσαν δυο πουλιά 
όταν κάναμε παιχνίδια 
αγκαλιές κι όλο τα ίδια 

Αχ μικρούλα Μαριγώ 
οκτώ χρόνια σ’ αγαπώ 
Έφυγες και δε βαστώ 
και συνέχεια λαχταρώ 
Τ’ όμορφο σου τ’ άσπρο χέρι 
τώρα το κρατούν οι γέροι 
Όμορφή μου Μαριγώ 
σ’ έχασα και λαχταρώ 

…μια τόσο όμορφη κοπέλα 
πάει την έχασα μου ’ρχεται τρέλα 
Μαριγώ μου είσαι αφράτη 
γύρνα πίσω στο κρεβάτι 
 τ’ όμορφό σου τ’ άσπρο χέρι 
τώρα το φιλούν οι γέροι 
σε γεμίζουν μπιχλιμπίδια 
σκουλαρίκια δαχτυλίδια… 

Στα ξανθά της τα μαλλιά 
κελαηδούσαν δυο πουλιά 
και μου γύρευε παιχνίδια 
αγκαλιές κι όλο τα ίδια 

Zηλιάρης 
ουσάκ 

-Aχ μικρό μου μελαχρινό μου 
εσύ μου πήρες το μυαλό μου 
κάποιον άλλον έχεις μέσα 
πονηρή μικρή μπαμπέσα 

Ζούλα μπαίνει 
ζούλα βγαίνει ζούλα σκάλες ανεβαίνει 
ψάχνω για να τον τσιμπήσω 
και θα τόνε κανονίσω 

-Γειά σου βλάμη μου ζηλιάρη 
αιμοβόρε κι ερωτιάρη 
μπες στο σπίτ μου να ψάξεις 
άλλονε αν βρεις μην τον πειράξεις 

-Κάποιον έβαλες στο σπίτι 
έναν όμορφο μαγγίτη 
πονηρό μελαχριν μου 
αχ θολώνει το μυαλό μου 

Περιμένω στο σκοτάδι 
μες στο κρύο όλο το βράδυ 
και προσέχω βρε μπαμπέσα 
 μήπως μπήκε άλλος μέσα 

-Έλα εδώ να ζεσταθούμε 
στο κρεβάτι να τα βρούμε 
σ’ αγαπάω βρε ζηλιάρη 
αιμοβόρε κι ερωτιάρη

18 Απρ 2013

Συνέντευξη του Πατρίς Λεκόντ


Στον Νέστορα Πουλάκο 

Τη χώρα μας επισκέφτηκε την περασμένη εβδομάδα ο Πατρίς Λεκόντ, αυτός ο διακεκριμένος και σπουδαίος Γάλλος σκηνοθέτης, στα πλαίσια του 14ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου με σκοπό να παρουσιάσει τη νέα ταινία του «Μπουτίκ για Αυτόχειρες», ένα έξυπνο και διαφορετικό animation γεμάτο μαύρο χιούμορ και σαρκασμό για την εποχή που διανύουμε, το οποίο βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες την προσεχή Πέμπτη 18 Απριλίου. Η ιστορία περιγράφει ένα μαγαζί, που για ολόκληρες γενιές πουλούσε τον απαραίτητο εξοπλισμό για μια σωστή αυτοκτονία. Η οικογενειακή επιχείρηση ανθεί μέσα στην πιο ζοφερή μιζέρια, μέχρι την ημέρα που βρίσκει τη χαρά της ζωής στον μικρότερο γιο του ιδιοκτήτη, τον Άλαν. Τι θα απογίνει το μαγαζί των αυτοκτονιών, τώρα που το χαρούμενο και αισιόδοξο πρόσωπο του Άλαν κάνει τους πελάτες να χαμογελούν; Βαδίζοντας σε νέα μονοπάτια και αντιμετωπίζοντας καινούριες κινηματογραφικές προκλήσεις, ο 66χρονος δημιουργός ταινιών όπως «Ο Εραστής της Κομμώτριας», «Ο Δήμιος του Σαιντ Πιερ», «Εξομολογήσεις πολύ Προσωπικές», «Το Κορίτσι στη Γέφυρα» κ.ά., που έχουν προβληθεί στα μεγαλύτερα φεστιβάλ (Καννών, Βερολίνου, Βενετίας, Καρλόβι Βάρι κ.ά.) και κερδίσει δεκάδες βραβεία (μεταξύ άλλων από τις Ακαδημίες της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας), μίλησε σχετικά στο SevenArt. 

Βρήκα πολύ ιδιαίτερη την επιλογή σας να μεταφέρετε στη μεγάλη οθόνη το κόμικ του Ζαν Τουλέ, και μάλιστα ως μιούζικαλ και σε 3D. Πως καταλήξατε σε αυτή την απόφαση; 

Ήξερα το βιβλίο και με ενδιέφερε από πάντα να το μεταφέρω στο σινεμά. Επομένως όταν μου έγινε η πρόταση από τον παραγωγό μου, δέχτηκα αμέσως και με χαρά. Και αυτό διότι ενώ περιγράφει μια πολύ μαύρη κατάσταση, μπορεί αυτή να αποδοθεί κινηματογραφικά με τέτοιο τρόπο ώστε και να προβληματίζει τον θεατή όπως και να τον διασκεδάζει. Μπορεί να γελάσει δηλαδή με μια κατάσταση όχι και τόσο ευχάριστη. 

Στην ταινία σας βρήκα πολλές αναφορές στον κινηματογράφο του Τιμ Μπάρτον. Συμφωνείτε με αυτό; Αλήθεια ξέρετε τον Αμερικανό σκηνοθέτη ή έχετε επηρεαστεί καθόλου από το έργο του; 

Καταλαβαίνω γιατί το λες αυτό. Ναι, όντως, το animation «Μπουτίκ για Αυτόχειρες» φέρνει πολύ στις ταινίες του Μπάρτον, και η διασύνδεση του μαζί τους είναι αναπόφευκτη. Θαυμάζω τον Αμερικανό σκηνοθέτη, τον ξέρω και προσωπικά όμως δεν έχω επηρεαστεί καθόλου από το σινεμά του. Μάλιστα, πριν λίγες ημέρες του έστειλα ένα υποτιτλισμένο dvd της ταινίας ώστε να μου πει τη γνώμη του. 

Εντέλει, όντως, ζούμε σε μεγαλουπόλεις όπου κυριαρχούν η κατάθλιψη, η μελαγχολία και οι αυτοκτονικές τάσεις, ή όλα αυτά αποτυπώνονται στην ταινία σας εν είδει καλλιτεχνικής και μυθοπλαστικής υπερβολής; 

Με ενδιαφέρει να παίζω με το φαντασιακό και το μυθοπλαστικό στοιχείο στις ταινίες μου. Θεωρώ ότι είναι και η αρχή του κινηματογράφου, κατά την άποψη μου. Όμως, επίσης με απασχολεί όλη αυτή η κατασκευή να πατάει πάνω σε μια βάση ρεαλιστική, σε γεγονότα και καταστάσεις πραγματικές. Από την άλλη μεριά, η εικόνα που περιγράφεις, ισχύει. Τη βλέπω και εγώ με τα μάτια μου. Ο κόσμος είναι αποτραβηγμένος από τα κοινά, χωμένος στο σπίτι του και πίσω από τις οθόνες των υπολογιστών του. 

Από τη μεριά σας, έχετε να προτείνετε κάτι, το οτιδήποτε, ώστε να ξεφύγουμε από αυτή τη μιζέρια και τη θλίψη; Και πιο συγκεκριμένα, εσείς τι κάνετε για να είστε έτσι, τόσο αισιόδοξος; 

Κοίταξε, κατά την άποψη μου η λύση βρίσκεται μέσα μας, σε εμάς με άλλα λόγια. Αν πάψουμε να κλεινόμαστε στους εαυτούς μας και να αφήνουμε τη μοίρα μας στα χέρια άλλων, των δυνατών δηλαδή και των ισχυρών αυτού του κόσμου, τότε και μόνο μπορούμε να ανακάμψουμε. Να πιστέψουμε με άλλα λόγια, στους εαυτούς μας και να βασιστούμε στις δυνάμεις μας. 

Ξεφεύγω από το animation «Μπουτίκ για Αυτόχειρες» ώστε να σας ρωτήσω το εξής: Ταινίες σαν τον «Εραστή της Κομμώτριας», με τέτοιου ύφους βαθιά ρομαντική και τρυφερά αισθησιακή ματιά, χωρούν πλέον στον σύγχρονο κινηματογράφο; 

Χαίρομαι που κάνεις αυτή την ερώτηση. Ναι, πιστεύω ότι ταινίες σαν τον «Εραστή της Κομμώτριας», που δημιουργήθηκε, προβλήθηκε και αγαπήθηκε περίπου τρεις δεκαετίες πίσω, διαθέτει ένα διαχρονικό ύφος και μια τέτοια τρυφερότητα, ώστε έχει τη δύναμη να εξακολουθεί να εμπνέει και να «οδηγεί» σε ανάλογες παραγωγές στις μέρες μας. 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (15-4-13).

17 Απρ 2013

Pass2Day | Ιπτάμενη παράγκα | #48

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.gr. Kάθε Τετάρτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 


Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

Προάγγελος του κινήματος των χίπις υπήρξαν οι Έλληνες υπαρξιστές με αρχηγό τους τον αγράμματο τσαγκάρη Σίμο Τσαπνίδη. Στην οδό Σαρρή 29 στου Ψυρρή, το καλοκαίρι του 1953, μια μικρή παρέα υπαρξιστών σε μια παράγκα απογειώνει το κίνημα και η παράγκα του Σίμου γίνεται γνωστή σε όλη την Ελλάδα. Οι υπαρξιστές ζητούν την ελευθερία που τους είχαν στερήσει τόσα χρόνια. Η παράγκα του Σίμου ήταν γεμάτη με ζωγραφιές, γλυπτά, ποιήματα και τραγούδια που εξυμνούσαν την ελευθερία. Τα παιδιά που σύχναζαν στην παράγκα δεν είχαν κάποιο συγκεκριμένο ντύσιμο. Πολλοί από αυτούς ήταν καλοχτενισμένοι, άλλοι αχτένιστοι με μούσια, ενώ οι κοπέλες φορούσαν φουστάνια της εποχής αναδεικνύοντας τις γάμπες τους. Ο Σίμος ξεχωρίζει στην εμφάνιση φορώντας ένα κουστούμι φτιαγμένο με μπαλώματα από διάφορα κομμάτια υφάσματος. 


Στις εκδηλώσεις που γίνονταν στην παράγκα κυριαρχούσε το τραγούδι και ο ατελείωτος χορός. Σήμα κατατεθέν της παράγκας ήταν η «ρέγκα», η οποία ήταν και το αγαπημένο φαγητό της παράγκας, θέλοντας έτσι να δηλώσουν με αυτό τον τρόπο τη λαϊκή καταγωγή τους και το λαϊκό προσανατολισμό τους. Το «ιπτάμενο γαϊδούρι», έτσι είχαν ονομάσει το τζιπ του Σίμου, ήταν το μεταφορικό μέσο των δέκα ατόμων, των υπαρξιστών δηλαδή, για εκδρομές που γίνονταν σε όλη την Ελλάδα, με απαραίτητη προϋπόθεση να συνοδεύονται από μία ντάμα. Η μουσική, ο χορός, το κέφι και η δίψα για ζωή ήταν αυτά που ένωναν τους υπαρξιστές. Το κίνημα είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις με αποτέλεσμα να επηρρεάζει μεγάλη μερίδα, κυρίως της νεολαίας. Πολλές φορές πλήθος κόσμου μαζευόταν έξω από την παράγκα και πετροβολούσε το κτίριο της Σαρρή, λέγοντας ότι τα πάρτι και οι συναθροίσεις που γίνονταν ήταν απρεπή για τη συντηρητική κοινωνία της εποχής. 


Το νεανικό όνειρο που είχε κατακλύσει την Ελλάδα για ακόμη μία φορά φαίνεται πως φτάνει στο τέλος του. Την πρωτοχρονιά του 1954, αστυνομικοί υποδυόμενοι ότι ειναι υπαρξιστές μπαίνουν στην παράγκα με σκοπό να βρουν ενοχοποιητικά στοιχεία για να την κλείσουν. Ζωγραφιές και γλυπτά με γυμνά, ποιήματα που εξυμνούν τον έρωτα με κορίτσια και αγόρια που κάθονται στο πάτωμα και καπνίζουν, ήταν τα ηλίθια ενοχοποιητικά στοιχεία που οδήγησαν στο κλείσιμο της «ιπτάμενης παράγκας». Η νεανική ελευθερία για ακόμη μία φορά καταδικάζεται και ο Σίμος το 1956 φεύγει για το εξωτερικό περιπλανόμενος για 20 και πλέον χρόνια, μαζεύοντας έτσι υλικό και φωτογραφίες που απολαμβάνουμε εμείς σήμερα. 


Ποίημα του Χάλκη που βρέθηκε στην παράγκα: 

Λεύτερος είν' ο έρωτας και σκλάβα η αγάπη 
Ο έρωτάς μου λεύτερα, σκεπάζ' όλη την πλάση 
Κι η πλάση, ξεσκεπάζεται στ' αυτοξεπέρασμά μου 
Και λεύτερη, η άναρχη, σμίγει τον έρωτά μου 

Στο βιβλίο Ελληνικό Ροκ του Μανώλη Νταλούκα (Εκδόσεις Άγκυρα, 2012), υπάρχουν εκτενείς αναφορές για την «ιπτάμενη παράγκα».

16 Απρ 2013

Αρσενική Πόρνη


Είναι εκείνες οι μνήμες
Σκούρες
Σάπιες
Βίαιες
Ενοχικές
Είναι που το είδωλο μου
Στον καθρέφτη
Κρατά πάντα
Τα μάτια του κλειστά.

15 Απρ 2013

H@ppy FeW: Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας...


Του Νίκου Μπίνου 

Την τελευταία εβδομάδα έχει επανέλεθει στο προσκήνιο το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων από την περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα τόσο απο τα ελληνικά ΜΜΕ όσο και απο ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία (βλ. Der Spiegel και The Daily Telegraph) αλλά και απόρρητες εκθέσεις που φαίνεται να είδαν το φως της δημοσιότητας, η Γερμανία αναφέρεται να έχει πάρει απο την Ελλάδα ένα «αναγκαστικό» δάνειο ύψους 13,5 εκατομμυρίων χρυσών λιρών, ποσό το οποίο και θα επέστρεφε με το πέρας του πολέμου (περί τα 60-70 δισ. ευρώ με τα τωρινά δεδομένα, συνυπολογίζοντας και τους νόμιμους τόκους). Σε αυτό το ποσό θα πρέπει να προστεθούν άλλα 108 δισ. ευρώ που αναλόγουν για την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων υποδομών, σύμφωνα πάντα με πληροφορίες που έρχονται από τη γερμανική πλευρά. Κοντολογίς κάνοντας τη σούμα μαζεύεται ένα ποσό που πλησιάζει κατά το ήμισυ του συνολικού χρέους της Ελλάδας (περί τα 300-350 δισ. ευρώ), εάν ισχυεί αυτό το ποσό φυσικά. Θα μου πείτε τώρα, σιγά το νεό που σας γράφω. Μαζί σας. Άλλωστε θα μπορούσαν έδω και χρόνια να είχαν κινηθεί προς αυτή την κατέυθυνση διεκδικώντας όλα αυτά τα τεράστια ποσά. Προσπάθειες που όμως έπεσαν στο κενό. 

Προφανώς, και με το φτωχό μου το μυαλό, όλο αυτό για να λειτουργήσει και σαν μοχλός πίεσης προς τις απαιτήσεις της τρόικας που για ακόμα μια φορά έχει «κατασκηνώσει» στη χώρα μας για νέες διαπραγματεύσεις – απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Ταυτόχρονα και με τα πρώτα τέτοιου είδους δημοσιεύματα, αξιωματούχοι της Γερμανίας έσπευσαν να προσγειώσουν επιθυμίες αυτές θέλοντας με αυτό τον τρόπο να μην δώσουν λαβές και να συνεχιστεί απερίσπαστο το πρόγραμμα λιτότητας που έχει σχεδιάσει η Μέρκελ για όλο τον ευρωπαϊκό νότο (η οποία παρεμπιπτόντως ετοιμάζεται αβάδιστα και ακούραστα ώστε να επανεκλεγεί στις εκλογές του Σεπτέμβρη) γιατί με κάτι τέτοιο ελλοχεύει ο κίνδυνος και για άλλες «Ελλάδες». Το θέμα όμως δεν είναι όλα αυτά τα δυσθεώρατα ποσά που πραγματικά προκαλούν ίλιγγο αλλά το κατά πόσο μπορούμε, θέλουμε, είμαστε ικανοί να τα διεκδικήσουμε αποκομίζοντας το μέγιστο δυνατό όφελος. Γιατί δεν φαντάζομαι να έχει κάποιος την αυταπάτη ότι, όταν και όποτε συμβεί κάτι τέτοιο, θα καρπωθούμε πραγματικά και μέχρι τελευταίου ευρώ όλο αυτό το ποσό! 

Καλή εβδομάδα

14 Απρ 2013

Ποιητική Ανταπόκριση στην ψηφιακή εποχή

 
Του Νέστορα Πουλάκου 

Η τέχνη σε κρατάει νέο / Όταν διαβάζω ποίηση / και δεν ξέρω / αυτόν που γράφει / πάντα νομίζω ότι αυτός που γράφει / είναι νέος. Με το τέταρτο βιβλίο του, την Ανταπόκριση από πλανήτη ψυχή, ο Σταύρος Καμπάδαης επιλέγει στον καθαρό, γαλάζιο ουρανό, με μόνο ένα άσπρο, ολόασπρο σύννεφο στη μια άκρη του ν’ αφήσει δυο σημάδια, αγνά και άδολα: τη γραφή ενός παιδιού και το αποτύπωμα του. Αυτό και μόνο μπορεί να επέμβει στον καθαρό ουρανό, να έρθει σε επικοινωνία με το Θεό, να τον χρωματίσει, να τον μαυρίσει ώστε να επιμείνει πάντοτε με απλότητα στην ένωση που θα νικήσει την κακία και το θάνατο. Καίριος και αληθινός, ωμός και θρασύς, με δυναμικό λόγο και κοφτερή ματιά πάνω στα πράγματα και τα γεγονότα, ο Σταύρος Καμπάδαης μιλά για «ρόλους» και ξεκαθαρίζει «καταστάσεις» ώστε να μην παρεξηγήσει αλλά και παρεξηγηθεί από κανέναν. Ζει πρώτα, μετουσιώνοντας το βίωμα του σε ποίηση. Και αυτό είναι που τον κάνει πρωτίστως ντόμπρο άνθρωπο και στη συνέχεια ξεκάθαρο ποιητή. Η Ανταπόκριση από πλανήτη ψυχή με το χτυπητό γαλάζιο εξώφυλλο που… βγάζει μάτι, και τα -χωρίς σημεία στίξης και φιλολογική επιμέλεια- ποιήματα που έρχονται αντιμέτωπα, έτσι ζωντανά και ατόφια, αυθεντικά και καθαρά, εντελώς γυμνά με τον αναγνώστη. Ούτε φιοριτούρες, ούτε προσλήψεις και επαναπροσλήψεις λέξεων, στίχων και αποσπασμάτων άλλων ομότεχνων. Έχουν πάθος, ψυχή και πολλά αισθήματα και συναισθήματα. Δίνουν και θέλουν να λάβουν κιόλας. 

 Η ψηφιακή επανάσταση στο βιβλίο 

Ο ποιητής Σταύρος Καμπάδαης επέλεξε ένα διαφορετικό εκδοτικό οίκο για το τέταρτο βιβλίο του. Τις Εκδόσεις Vakxikon.gr, μια ψηφιακή πλατφόρμα που περιλαμβάνει ακόμη περιοδική έκδοση και ραδιόφωνο, και που στηρίζει το e-book, χωρίς να παραμελεί και το τυπωμένο βιβλίο. Μάλιστα, μπαίνοντας στον ιστότοπο www.vakxikon.gr, μπορείτε να διαβάσετε όλο τον κατάλογο των εκδόσεων εντελώς δωρεάν. Αρκεί να έχετε είτε υπολογιστή γραφείου είτε laptop ή notebook είτε οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή ανάγνωσης (από iPad μέχρι Kindle κτλ.). Για πιο εξειδικευμένες συσκευές ανάγνωσης μπορείτε να κατεβάζετε το βιβλίο, και πάλι δωρεάν, μέσα από το συνεργαζόμενο ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων Vakxikon.gr. Με αυτό τον τρόπο, σίγουρα, η ποίηση του Σταύρου Καμπάδαη πάει παραπέρα, απελευθερώνεται και προσεγγίζει ακόμη περισσότερο κόσμο. Κυκλοφορεί ελεύθερη στο διαδίκτυο και συναντά όλους αυτούς τους φίλους της, που χάνει εκ των πραγμάτων χωμένη και χαμένη στα ράφια των βιβλιοπωλείων… Παρολαυτά, η έντυπη Ανταπόκριση από πλανήτη ψυχή κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αντί, μόλις, 3,20 ευρώ. 

*Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 161, 13-4-13) και αναδημοσιεύτηκε στο ειδησεογραφικό πόρταλ www.matrix24.gr.

13 Απρ 2013

Το vakxikon.blogspot.gr σας πηγαίνει ΣΤΗ ΦΑΡΜΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ


Κερδίστε πέντε διπλές προσκλήσεις για την παράσταση στις 20 Απριλίου 

Στείλτε στο info@vakxikon.gr το ονοματεπώνυμο σας και μπείτε στην αυριανή κλήρωση, που θα πραγματοποιηθεί στην εκπομπή "Οι εκ-δότες"¨, 10-12 το βράδυ, στο Vakxikon Radio. 

Για τη θεατρική περίοδο 2012-2013 το Θέατρο Κνωσός, ο Λάμπρος Τσάγκας και ο σκηνοθέτης Νίκος Αρμάος παρουσιάζουν ένα από τα σπουδαιότερα κείμενα της διεθνούς λογοτεχνίας, τη Φάρμα των Ζώων του Τζορτζ Όργουελ. Ένα έργο με σαφή πολιτικό χαρακτήρα που απεικονίζει το όραμα μιας κοινωνίας ελεύθερων και ισότιμων πολιτών. Μια αμείλικτη αλληγορία, όπου ο θρίαμβος της εξέγερσης αποδεικνύεται σύντομος, καθώς η εξουσία των λίγων εδραιώνεται όλο και πιο σκληρή, αποτρόπαια και διεφθαρμένη. 

Η Φάρμα των Ζώων, κείμενο γραμμένο το 1945 από τον σπουδαίο στοχαστή και συγγραφέα Τζορτζ Όργουελ, εξακολουθεί -σήμερα περισσότερο από ποτέ- να διατηρεί την προφητική και διαστροφικά επίκαιρη σημασία του, καθώς καταγγέλει τη διαφθορά, την εκμετάλλευση, την απληστία, την ανηθικότητα και τα αδιέξοδα της εξουσίας, που παρά το ανθρωπόμορφο πρόσωπό της απαιτεί σιδερένια πειθαρχία, υποταγή, και βέβαια, καλή πίστη και συναίνεση. 

Συντελεστές: 

Μετάφραση - Απόδοση - Στίχοι τραγουδιών: Ερρίκος Μπελιές 
Σκηνοθεσία: Νίκος Αρμάος 
Σκηνικά - κοστούμια - μάσκες: Απόστολος - Φωκίων Βέττας 
 Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης 
Χορογραφίες: Αρετή Μώκαλη 
Φωτισμοί: Δημήτρης Παπαδόπουλος 
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Φραγκιά 
Βοηθός Σκηνογράφου: Γιώργος Τσάγκας 
Φωτογραφίες: Γιάννης Κουλλιάς 

Ερμηνεύουν με αλφαβητική σειρά: 

Αφροδίτη Αντωνάκη: Κότα - Βενιαμίν - περιστέρι 
Στέργιος Αποστολίνας: Χιονόμπαλος - δικηγόρος - άλογο 
Τάσος Δέδες: Φωνακλάς 
Φρόσω Ζαγοραίου: Καλή - γάτα - κότα - πρόβατο 
Δανάη Καλαχώρα: Χαϊδεμένη - Λευκή - κότα - πουλί 
Θεμιστοκλής Καρποδίνης: Ναπολέων 
Σταύρος Κώττας: Παλαιστής - κότα - πρόβατο 
Νίκος Λύτρας: Αφηγητής 
Πασχάλης Μερμηγκάκης: Αγρότης - αγελάδα - πρόβατο - κότα - άλογο 
Λάμπρος Τσάγκας: Στρατηγός - Μωυσής - Γείτονας 

Θέατρο Κνωσός Πατησίων 195 & Κνωσού 11 
τηλ.: 210 8677070 & 210 8677669 
φαξ: 210 8629090 
www.theatroknossos.gr
e-mail: latsagas@otenet.gr

12 Απρ 2013

Γιατί οι νέοι κινηματογραφιστές τιμούν την «παρωχημένη» ΠΕΚΚ;


Του Νέστορα Πουλάκου 

Σημεία των καιρών ή μήπως πέφτουν οι μάσκες; Τα έχουμε ξαναπεί, η μνημονιακή αντίληψη των πραγμάτων δεν συνοψίζεται απλώς στην πολιτική της τρόικα. Υπάρχει στο DNA του ανθρώπου, δεν βγαίνει ξαφνικά, από το πουθενά. Άρα, με αφορμή τις σταλινικές εκκαθαρίσεις των τριών σοφών του ΔΝΤ, μερικά «πεφωτισμένα» και νεοφιλελεύθερα μυαλά, εξυπνακίστικα και αρκούντως φασιστοειδή, ξεμύτισαν από τις τρύπες τους για να πάρουν θέση στην Ελλάδα της Νέας Εποχής και να ορίσουν ποιοι είναι οι «κακοί» και οι περιττοί. Σε όλα τα επίπεδα, τις βαθμίδες, τους θεσμούς. Για παράδειγμα η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου, το πνευματικό σωματείο που απελευθέρωσε στη μεταπολίτευση τον ελληνικό κινηματογράφο από τα «δεσμά» του Φίνου, χέρι-χέρι με τους σκηνοθέτες του ΝΕΚ, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Νίκο Παναγιώτοπουλο, τον Γιώργο Πανουσόπουλο κ.ά. Τώρα αντιμετωπίζεται ως παρωχημένη, παλιακή και αναχρονιστική. Ως οξαποδώ. Γιατί ασκεί κριτική, σχολιάζει, γκρινιάζει, άρα ενοχλεί. Και αυτό, από τους φιλομνημονιακούς, λέγεται συνήθεια παλιά, κακή, ελληνική. Βρέθηκα το σαββατοκύριακο στη Λάρισα, στο 21ο Μεσογειακό Φεστιβάλ Νέων Κινηματογραφιστών, μια μικρή, επαρχιακή, κινηματογραφική γιορτή που βαστά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 αναδεικνύοντας τις ταινίες των νέων σκηνοθετών, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Έτσι, αθόρυβα, εργατικά, με πείσμα, πίστη και υπομονή, μην έχοντας πια κρατικά λεφτά αλλά τη στήριξη της τοπικής κοινωνίας και την αγάπη των σινεφίλ. Σε μια πόλη που διαθέτει δυο κινηματογραφικά φεστιβάλ, εξίσου δυναμικά και ζωντανά, αποδεικνύεται έμπρακτα το ενδιαφέρον των ντόπιων όχι στις φιοριτούρες και τις φιέστες αλλά στην ουσία, στους ανθρώπους του σινεμά και τις ταινίες. Εκεί, χθες το πρωί, η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου τιμήθηκε για την προσφορά της στον ελληνικό κινηματογράφο. Από το 1976 βαστά, με εξαίσιες πένες να έχουν περάσει διαχρονικά από τις τάξεις της, τις εκδόσεις της, τις εκδηλώσεις και τα συνέδρια της, αλλά και τα εκατοντάδες μέλη της, που την έχουν εκπροσωπήσει σε καίριες θέσεις στην Ελλάδα και διεθνώς, από επιτροπές στο Φεστιβάλ Καννών, στην προεδρία της FIPRESCI έως την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Από εκεί που τώρα την εξορίζουν, τη διώχνουν, την ξαποστέλνουν, γιατί δεν αρέσει η κριτική στον διευθυντή, αλλά και γιατί δεν παίρνει μέρος στη γιορτή. Ή μήπως γιατί μερικοί κομπλεξικοί επιμένουν ότι έχει περάσει η μπογιά της ανεπιστρεπτί και δεν αφορά κανέναν; Ο Χρυσός Ίππος που έλαβε χθες η ΠΕΚΚ στη Λάρισα, παρουσία πλήθους κόσμου και του τοπικού τύπου, ο οποίος ξέρει να τιμά και να σέβεται συναδέλφους που αγωνίζονται για την ποιότητα της δουλειάς τους και την ελευθερία του λόγου τους, αφιερώνεται στους κριτικούς που πάλεψαν με τα άγρια θηρία της εποχής του ΄70, τον Ραφαηλίδη, τον Σταματίου, τον Μπακογιαννόπουλο, τον Μοσχοβάκη. Αλλά και στους νέους συναδέλφους, που παρά τη φίμωση, τον αποκλεισμό, τη λογοκρισία, τις απολύσεις, τις μειώσεις μισθών και την υποτίμηση που υφίστανται, μάχονται για το επάγγελμα τους και για τη θέση τους σε έναν κινηματογραφικό κόσμο που θα εκλείπουν οι διχόνοιες, οι μνησικακίες και τα κάθε λογής κόμπλεξ. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (8-4-13).

11 Απρ 2013

Ταινίες της 11ης Απριλίου 2013


Του Νέστορα Πουλάκου 

Μεταξά, ακούγοντας το χρόνο (5/10) 

Αυτό που πετυχαίνει ο έμπειρος ντοκιμαντερίστας Σταύρος Ψυλλάκης είναι να μας ευαισθητοποιήσει και να μας γεμίσει τρυφερότητα και αγάπη για τους καρκινοπαθείς και τον αγώνα τους, πάντα μαζί με τους γιατρούς τους και το προσωπικό του νοσοκομείου. Κυρίως όμως για το ψυχικό τους σθένος και τη μάχη τους να κρατηθούν στη ζωή παρά τις αντιξοότητες. Πρωτίστως, το ντοκιμαντέρ του Ψυλλάκη είναι μια ειλικρινής καταγραφή ενός άλλου κόσμου που ενέχει την αγωνία για το αύριο. Η επάρατη νόσος που έχει χτυπήσει την πόρτα όλου του κόσμου τις τελευταίες δεκαετίες, συσπειρώνει, ενώνει και συνασπίζει ψυχές και μυαλά, έτοιμα να τρελαθούν μπρος στον ξαφνικό και χωρίς προειδοποίηση κίνδυνο της απώλειας της ίδιας της ζωής τους. Παρά το γεγονός ότι το ντοκιμαντέρ δημιουργήθηκε με την πρωτοβουλία και τη στήριξη της ιατρικής κοινότητας και το ότι δεν υπεισέρχεται στα «σκοτεινά» σημεία των σχέσεων γιατρών-ασθενών (όσον αφορά το οικονομικό μέρος τους), εντούτοις καταφέρνει να μπλέξει με χαμόγελο και βαθιά στήριξη στον αγώνα τους, ιστορίες ανθρώπων που ανέβηκαν αυτόν το Γολγοθά και επιμένουν. 

Στο Τέλος του Δρόμου (5/10) 

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη μεγαλομανία του Ντέρεκ Σιάνφρανς. Ναι, στηρίξαμε το «Blue Valentine» καθότι το θεωρούμε μια εξαίσια διαλεκτική, έστω και υπερβολική, πάνω στην επαφή ενός άντρα και μιας γυναίκας. Πιο σύγχρονη και ανανεωτική. Όμως, στο «Τέλος του Δρόμου», την Ιστορία μιας σύγχρονης επαρχιακής πόλης υπό το πρίσμα του περιθωρίου, της διαφθοράς και της σκοτεινής ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, το παρατράβηξε. Οι χαρακτήρες του Σιάνφρανς είναι λεπτομερειακοί στη δομή τους και εξαιρετικοί ερμηνευτικά: από τη Μέντες και τον Γκόσλινγκ μέχρι τον Κούπερ και τα δυο πιτσιρίκια, όλοι τους στηρίζουν αυτή την πρόθεση του δημιουργού να δομήσουν και ως εκ τούτου να αποδομήσουν το ανθρώπινο αρχέγονο, που αφορά πρωτίστως το ένστικτο επιβίωσης και επιβολής στα πράγματα. Κάθε λογής. Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι αυτό που εντυπωσιάζει. Είτε τα εξαιρετικά πλάνα του Σιάνφρανς, που παίζει με τα βλέμματα, τις σιωπές και τη φύση, είτε η επιβλητική παρουσία του Γκόσλινγκ, που μας κόβει κυριολεκτικά την ανάσα, όλα αυτά συναρπάζουν, συγκλονίζουν, αποστομώνουν. Το ερώτημα βέβαια παραμένει: Που θέλει να καταλήξει ο δημιουργός; Ένα ερώτημα που πιθανώς βασάνιζε και τον ίδιο τον Σιάνφρανς, καθότι αποφάσισε να κάνει ένα δεύτερο μέρος -εντελώς περιττό αναφορικά με τη διάρκεια του, είναι η γνώμη μου- ώστε να μας δείξει ότι οι γενιές συνεχίζουν το έργο των μεγάλων ενδεχομένως και λόγω του DNA τους. Αυτή τη ματαιότητα θέλει να καταδείξει ο σκηνοθέτης, αλλά το κάνει άτσαλα, μακρόσυρτα και κουραστικά. Η οικονομία του χρόνου και των… βλεμμάτων αρκούσαν για να πει την ίδια ιστορία συντομότερα και πλέον περιεκτικά. 

Ένα Βήμα Μπροστά (4/10) 

«Ειδικός» στις προσωπογραφίες ιδιαίτερων ανθρώπων αποδεικνύεται ο ντοκιμαντερίστας Δημήτρης Αθυρίδης, τον οποίο -για όσους με διαβάζουν- στήριξα με θέρμη και υποστήριξα στην πρώτη δουλειά του, πριν τρία χρόνια, για τη χαρακτηριστική περσόνα του άλλοτε ροκ σταρ Τέρυ Παπαντίνα. Ο Αθυρίδης έκανε και δεν έκανε μια «ιδιαίτερη» επιλογή, αφού ο Γιάννης Μπουτάρης ήταν ήδη μια γνωστή περίπτωση αντισυμβατικού ανθρώπου ο οποίος από τα κρασιά, τον ακτιβισμό και τον αλκοολισμό έφτασε να διεκδικεί τη δημαρχία της Θεσσαλονίκης, που τελικά κέρδισε. Η κάμερα του Αθυρίδη τον παρακολουθεί στην προεκλογική περίοδο του (το 2010), έχει ενδιάμεσες σφήνες για την προσωπική ζωή του, και καταλήγει δυο χρόνια μετά να «σχολιάζει» την ανάμειξη του στα κοινά με μια σύντομη αναγωγή στη σύγκρουση με τις συντεχίες και στην αλλαγή σελίδας για την πόλη. Η αλήθεια για το «Ένα Βήμα Μπροστά» είναι ότι φιλοτεχνεί το πορτρέτο ενός ανθρώπου που ποτέ δεν κώλωσε να τσαλακώσει την εικόνα του, είτε ως επιχειρηματίας και δημόσιο πρόσωπο στη Θεσσαλονίκη είτε ως υποψήφιος δήμαρχος (και τελικά δήμαρχος) της πόλης. Εν ολίγοις, αναμασά τα ήδη γνωστά και, κατά τη γνώμη, τετριμμένα και αντισυμβατικά του Μπουτάρη. Υπάρχει και μια άλλη αλήθεια όμως: αυτή που λέει ότι μέσα από το πονηρό «τσαλάκωμα» αναδύεται ένας λαϊκισμός που προκαλεί μόνο συμπάθεια, και φυσικά στήριξη, υποστήριξη και συσπείρωση (με δεδομένα κοινωνικά και πολιτικά «κέρδη») για το πρόσωπο που βιογραφείται. Δεν είμαι και τόσο σίγουρος για τους «αγαθούς» σκοπούς και την αποστασιοποίηση του Αθυρίδη. Αν και καλοφτιαγμένο ντοκιμαντέρ και ιδιαιτέρως έξυπνο στη γραφή του, εντούτοις με προβληματίζει ο στόχος του. 

Ματζουράνα (3/10) 

Με ενδιαφέρον διάβασα την είδηση της επιστροφής της Όλγας Μαλέα στο σινεμά, μετά από έξι χρόνια παρακαλώ, και μάλιστα στο είδος του ψυχολογικού – κοινωνικού θρίλερ, σε κάτι δηλαδή που δεν μας είχε συνηθίσει στην πρώτη περίοδο (αν μπορώ να τη χαρακτηρίσω έτσι) της καριέρας της, όπου κυριαρχούσε η κωμωδία και η κομεντί. Η Μαλέα προσπάθησε να καταπιαστεί με ένα κοινωνικό φαινόμενο, μένοντας όμως τελικά στις καλές προθέσεις και την καταγγελτική της στάση και διάθεση. Με το δεδομένο των δεκάδων ριάλιτι σόου μαγειρικής, και την περυσινή επιλογή και για παιδικό… ριάλιτι σόου μαγειρικής (με παρουσιάστρια trash τηλεπερσόνα της πρωινής ζώνης ακροδεξιού καναλιού!), η έμπειρη κινηματογραφίστρια υπεισέρχεται στην ψυχοσύνθεση ενός μικρού κοριτσιού που επιδιώκει να είναι τέλεια και να πετύχει, στην αλλοτρίωση της από την τηλεοπτική πραγματικότητα και στην… αγωνία της υπερβολικής μητέρας της να τη δει πετυχημένη και πλούσια. Βέβαια, αυτό που τελικά βλέπουμε είναι μια τηλεταινία αμφιβόλου αισθητικής (σκηνοθετικά και σεναριακά), με πολύ κακές ερμηνείες και αρρυθμίες στην αφήγηση, δομικά στοιχεία δηλαδή που μας πετάνε εκτός ταινίας όσες καλές προθέσεις και αν έχουμε. 

Το Σώμα (3/10) 

Προφανώς η… ιστορία των νεανικών ταινιών φαντασίας δεν έχει τελειωμό. Το ζήτημα βέβαια είναι ότι δεν έχει και αισθητικό φραγμό με αποτέλεσμα να έχουν ξεπεράσει κάθε όριο αντοχής και ανοχής των θεατών. Ο προσανατολισμός των βιβλίων της Μέγερ είναι γνωστός (αλλά τι κρίμα, τελείωσε η σειρά «Λυκόφως») αλλά υποτιμάται τόσο πολύ η νοημοσύνη μας ώστε γίνεται και εντελώς παιδικός. Εδώ έχουμε ένα κάνουμε με το μέλλον (;), το ανθρώπινος είδος, κάτι περίεργους εξωγήινους και τη χρησιμότητα ή, τελικά, και χρηστικότητα των ανθρωπίνων σωμάτων. Σε αυτήν τη μάχη του καλού με το κακό αλλά και της επιβίωσης του είδους μας επί της Γης, τι άλλο;, ο έρωτας, η αγάπη και ένα βλέμμα συμπόνιας και υπεράσπισης θα μας σώσει. Αυτή η προσπάθεια να ξαναμπεί στο προσκήνιο η… πετυχημένη Μέγερ προκαλεί γέλια καθότι πρόκειται, κυρίως, για μια κινηματογραφική μπαλαφάρα ολκής, που ειλικρινά θα απορήσω σαν δω πόσοι νέοι (κάτω των 15) θα τρέξουν να δουν αυτή την παρατραβηγμένη ιστορία αγάπης με φόντο τον πόλεμο κατά των εξωγήινων εισβολέων.