30 Ιουν 2013

O Μπραντ Πιτ σώζει τον κόσμο


Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα δε συνάδει η ποσότητα με την ποιότητα. Γιατί ναι μεν οι ταινίες που έκαναν πρεμιέρα την Πέμπτη ήταν πέντε κι από την Ευρώπη και από την Αμερική, αλλά οι περισσότερες -απ’ ότι φαίνεται- σκονίζονταν στις αποθήκες των εταιρειών και πριν κυκλοφορήσουν στην αγορά του dvd βγήκαν μια βόλτα κι από τις θερινές αίθουσες. Σαφώς ξεχωρίζει το επικό μπλοκμπάστερ με τον Μπραντ Πιτ Παγκόσμιος πόλεμος Ζ (World war Ζ), μια εντυπωσιακή περιπέτεια τελολογικού περιεχομένου με την ελπίδα για την ανθρωπότητα να αχνοφαίνεται κάπου στον ορίζοντα: ένας θανατηφόρος ιός μετατρέπει τους ανθρώπους σε ζόμπι και ο κόσμος κινδυνεύει με αφανισμό. Επίσης προβάλλονται δυο επανεκδόσεις σχετικά άγνωστες στο ευρύ κοινό: με τους Όντρεϊ Χέμπορν και Άλμπερτ Φίνεϊ, σε σκηνοθεσία Στάνλεϊ Ντόνεν και με την εξαίσια μουσική του Χένρι Μαντσίνι είναι το Δυο για το δρόμο (Two for the road), παραγωγής 1967. Θρέψε κοράκια (Cria cuervos) καλείται το δράμα του Ισπανού Κάρλος Σάουρα, παραγωγής 1976, που έφτασε μέχρι την πεντάδα της Χρυσής Σφαίρας Ξενόγλωσσης Ταινίας. 

O Μπραντ Πιτ σώζει τον κόσμο 

Είναι η ταινία που συνεχίζει με επιτυχία τον κινηματογραφικό μύθο των ζόμπι, με άλλα λόγια δεν τον κατακρεουργεί, δεν τον ευτελίζει και δεν τον διαλύει όπως τόσες και τόσες. Βλέποντας τον Παγκόσμιος πόλεμος Ζ (World war Ζ) είτε ο Τζορτζ Ρομέρο είτε ο Ντάνι Μπόιλ, μόνο καλά θα αισθάνονται που το δημιουργικό δίδυμο Μαρκ Φόρστερ – Μπραντ Πιτ κατάφερε να κάνει μια υπερπαραγωγή με ζόμπι που μας κόβει την ανάσα, μας τρομάζει σε δόσεις και -κυρίως- μας προσφέρει μια περιπέτεια γεμάτη ένταση και αγωνία. Γιατί αυτό είναι κυρίως ο Παγκόσμιος πόλεμος Ζ. Μια περιπέτεια που εκτείνεται από την Κορέα έως την Ουαλία και από το Ισραήλ έως τις ΗΠΑ, μια και ο θανατηφόρος ιός που μετατρέπει τους ανθρώπους σε σαρκοφάγα ζόμπι εξαπλώνεται με ραγδαίο τρόπο. Εντυπωσιακά εφέ, εξαιρετικά πλανά και μια σκηνοθεσία που έχει κέφια σε μια καλοδουλεμένη παραγωγή με μοναδικό μειονέκτημα της το ελλειμματικό και κατά τόπους άνευρο σενάριο της. Έτσι, λοιπόν, η στιβαρή ερμηνεία του Μπραντ Πιτ και οι τριγύρω λεπτομέρειες της ιστορίας αυτής συνθέτουν μια επική τελολογική περιπέτεια που, ως είθισται, σκοπό έχει από τη μια να αφυπνίσει και από την άλλη να σώσει έναν κόσμο σαθρό, σάπιο και τρύπιο από κάθε λογής επιθέσεις της φύσης που ο ίδιος πρωτίστως δε σέβεται καθόλου. 

Παίζονται ακόμη 

Μια ταινία για τους Γάλλους μας σερβίρεται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αυτές τις ημέρες μια και η μαγειρική είναι της μόδας στην ελληνική κοινωνία: πρόκειται για την Υψηλή μαγειρική (Haute cuisine) με την Κατρίν Φρο, που αφηγείται την ιστορία μιας μαγείρισσας του Γάλλου Προέδρου Φρανσουά Μιτεράν. Καλά, μαγείρισσα ο Παπούλιας δεν έχει για να μάθουμε την ιστορία της; Ο Γάμος σε δόσεις (Un plan parfait), με τη γοητευτική Ντάιαν Κρούγκερ και τον καλύτερο Γάλλο κωμικό (σύμφωνα με τους Γάλλους μόνο!) Ντάνι Μπουν, είναι μια ταινία όσο ανυπόφορη χρειάζεται για να μην περιγραφεί. Πρόκειται για ένα γραφικό παραμυθάκι, το οποίο από την αρχή μας προϊδεάζει για το τι τραγελαφικό θα δούμε -από τη στιγμή δε που συναντιούνται στο αεροπλάνο οι πρωταγωνιστές μαντεύουμε και την κατάληξη. Οι καταφερτζήδες (The internship) με τους Όουεν Ουίλσον και Βινς Βον είναι το άκρον άωτον την έμμεσης διαφήμισης, μια και πιστεύω ότι περισσότερο γυρίστηκε για να προβληθεί η Google παρά για να γελάσουμε με τους δυο ατζαμήδες που χάνουν τη δουλειά τους και «αναγκάζονται» να αναζητήσουν νέα εργασία ως μαθητευόμενοι καθότι οι εποχές είναι δύσκολες! Κινηματογραφικό παιχνίδι του καπιταλισμού με άλλα λόγια -μας πείσατε λοιπόν. Μια και είναι η εβδομάδα των straight-to-dvd ταινιών, δε θα μπορούσε να λείψει η νέα παταγώδης αποτυχία της γλυκιάς πιτσιρίκας Μάιλι Σάιρους Τακούνια σε… μυστική αποστολή (So undercover). Ξέρετε, ένα από αυτά τα κατασκευάσματα αλά Τζάστιν Μπίμπερ στην κοριτσίστικη εκδοχή, που βγάζει η αμερικανική βιομηχανία για να πουλάει σαν τρελή από αυτοκόλλητα μέχρι ρούχα και από κουκλάκια μέχρι… ταινίες. Τέλος, αργεντίνικη κομεντί ερωτικών μπερδεμάτων είναι η ταινία Δύο και δύο (Dos mas dos) του Ντιέγο Καπλάν, που σημείωσε εισπρακτική επιτυχία στη χώρα της. Δεν την έχουμε δει όμως καθότι η εταιρεία διανομής της στην Ελλάδα την προγραμμάτισε την τελευταία στιγμή. 

Παγκόσμιος πόλεμος Ζ **1/2 
Υψηλή μαγειρική ** 
Γάμος σε δόσεις * 
Οι καταφερτζήδες 1/2 
Τακούνια σε… μυστική αποστολή 1/2 
Δύο και δύο - 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (30-6-13). 

Κριτικές ταινιών στο SevenArt.gr (27-6-13) 

Παγκόσμιος Πόλεμος Ζ 

Είναι η ταινία που συνεχίζει με επιτυχία τον κινηματογραφικό μύθο των ζόμπι, με άλλα λόγια δεν τον κατακρεουργεί, δεν τον ευτελίζει και δεν τον διαλύει όπως τόσες και τόσες. Βλέποντας τον «Παγκόσμιο Πόλεμο Ζ» είτε ο Τζορτζ Ρομέρο είτε ο Ντάνι Μπόιλ, μόνο καλά θα αισθάνονται που το δημιουργικό δίδυμο Μαρκ Φόρστερ – Μπραντ Πιτ κατάφερε να κάνει μια υπερπαραγωγή με ζόμπι που μας κόβει την ανάσα, μας τρομάζει σε δόσεις και -κυρίως- μας προσφέρει μια περιπέτεια γεμάτη ένταση και αγωνία. Γιατί αυτό είναι κυρίως ο «Παγκόσμιος Πόλεμος Ζ». Μια περιπέτεια που εκτείνεται από την Κορέα έως την Ουαλία και από το Ισραήλ έως τις ΗΠΑ, μια και ο θανατηφόρος ιός που μετατρέπει τους ανθρώπους σε σαρκοφάγα ζόμπι εξαπλώνεται με ραγδαίο τρόπο. Εντυπωσιακά εφέ, εξαιρετικά πλανά και μια σκηνοθεσία που έχει κέφια σε μια καλοδουλεμένη παραγωγή με μοναδικό μειονέκτημα της το ελλειμματικό και κατά τόπους άνευρο σενάριο της. Έτσι, λοιπόν, η στιβαρή ερμηνεία του Μπραντ Πιτ και οι τριγύρω λεπτομέρειες της ιστορίας αυτής συνθέτουν μια επική τελολογική περιπέτεια που, ως είθισται, σκοπό έχει από τη μια να αφυπνίσει και από την άλλη να σώσει έναν κόσμο σαθρό, σάπιο και τρύπιο από κάθε λογής επιθέσεις της φύσης που ο ίδιος πρωτίστως δε σέβεται καθόλου. 

Υψηλή Μαγειρική 

Μια ταινία για τους Γάλλους μας σερβίρεται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αυτές τις ημέρες μια και η μαγειρική είναι της μόδας στην ελληνική κοινωνία: τόσες εκπομπές και ένθετα μαγειρικής στην τηλεόραση, τα περιοδικά και τις εφημερίδες δεν πρόκειται να ξαναδούμε ποτέ στο μέλλον, να μου το θυμηθείτε. Και να πεις ότι ο κόσμος έχει λεφτά γι’ αυτά τα γκουρμεδιάρικα και όρεξη να ταΐζει κόσμο… Δε νομίζω! Με αυτή τη διάθεση περί μαγειρέματος παρακολουθούμε την προσωπική ιστορία μιας μαγείρισσας του άλλοτε Γάλλου Προέδρου Φρανσουά Μιτεράν –ονόματα δε λέγονται, ταυτίσεις επί της οθόνης δεν υπάρχουν. Όμως η πραγματική ιστορία αυτής της μαγείρισσας έχει μεταφερθεί στο σινεμά, με την αξιοπρόσεχτη ερμηνεία της καλής Γαλλίδας ηθοποιού Κατρίν Φρο. Από κει και πέρα, ναι, η ταινία είναι καλοφτιαγμένη και αξιοπρεπής, όμως, ειλικρινά: και δε με συγκινεί η ιστορία της μαγείρισσας ενός προέδρου. Ε και; Ίσως ο ίδιος ο πρόεδρος να είχε ένα κάποιο κινηματογραφικό ενδιαφέρον. Και δε νομίζω ότι ενδιαφέρει τους Έλληνες θεατές, πιο συγκεκριμένα, η ιστορία μιας μαγείρισσας του Γάλλου Προέδρου. Αυτά για τους Γάλλους. Ο Παπούλιας μαγείρισσα δεν έχει να μάθουμε τα μυστικά του προεδρικού μεγάρου; 

Γάμος σε Δόσεις 

Εντέλει, μοιάζει ατέρμονη αυτή η κατάρα των γαλλικών ταινιών, κατά την οποία αν κλείναμε τα μάτια και τα αυτιά μας και ξεχνούσαμε τους ντόπιους σταρ – πρωταγωνιστές, τότε θα ήμασταν σίγουροι ότι βλέπουμε μια ακόμη χολιγουντιανή μπαλαφάρα που βάζει τους ήρωες της να κάνουν τα πάντα, ότι πιο κουλό χωράει ο ανθρώπινος νους, ώστε να γελάσουμε. Αμ δε! Η συγκεκριμένη ταινία, με τη γοητευτική Ντάιαν Κρούγκερ και τον καλύτερο Γάλλο κωμικό (σύμφωνα με τους Γάλλους μόνο!) Ντάνι Μπουν, είναι όσο ανυπόφορη χρειάζεται για να μην περιγραφεί. Πρόκειται για ένα γραφικό παραμυθάκι, το οποίο από την αρχή μας προϊδεάζει για το τι τραγελαφικό θα δούμε –από τη στιγμή δε που συναντιούνται στο αεροπλάνο οι πρωταγωνιστές μαντεύουμε και την κατάληξη. Θα πρέπει όμως να υποστούμε ένα μακρόσυρτο πηγαινέλα μεταξύ Δανίας-Κένυας-Γαλλίας-Ρωσίας-Γαλλίας γεμάτο ουκ ολίγες -εκτός πραγματικότητας- σκηνές, που όχι μόνο δε θα μας κάνουν να ξεκαρδιστούμε αλλά αντιθέτως να υποφέρουμε τόσο ώστε θα πρέπει να κλείσουμε το dvd. Καθότι μόνο σε αυτή την αγορά ταιριάζει… 

Οι Καταφερτζήδες 

Το δίδυμο Όουεν Ουίλσον – Βινς Βον πρόσφερε κάποτε γέλιο. Χοντροκομμένο μεν, αλλά γελούσαμε, εντάξει. Τώρα πια δεν κάνουν αστεία ακριβώς, αλλά επιδίδονται σε μια σειρά από εξυπνακισμούς και δήθεν πρωτότυπα σκετς, με τα οποία όχι μόνο δε γελάς αλλά καλύτερα κλαις από τα νεύρα σου. Τόσο απλά. Για παράδειγμα αυτή η ταινία, ή αλλιώς το άκρον άωτον την έμμεσης διαφήμισης, μια και πιστεύω ότι περισσότερο γυρίστηκε για να προβληθεί η Google παρά για να γελάσουμε με τους δυο ατζαμήδες που χάνουν τη δουλειά τους και «αναγκάζονται» να αναζητήσουν νέα εργασία ως μαθητευόμενοι καθότι οι εποχές είναι δύσκολες! Κινηματογραφικό παιχνίδι του καπιταλισμού με άλλα λόγια -μας πείσατε λοιπόν. Και, εντάξει, μη γίνω και κομμουνιστής αλλά στη λούμπα της -και πάλι- έμμεσης προπαγάνδας των νέων συνθηκών εργασίας δε θα πέσω, με τα αστεία των πρωταγωνιστών δε γελάω έτσι κι αλλιώς, η κατασκευή αυτής της ταινίας κάθε άλλο παρά αθώα μου φαίνεται και, εντέλει, προσπεράστε την, ούτε στο dvd δεν αξίζει. 

Τακούνια σε... Μυστική Αποστολή 

Μια και είναι η εβδομάδα των straight-to-dvd ταινιών, δε θα μπορούσε να λείψει η νέα παταγώδης αποτυχία της γλυκιάς πιτσιρίκας Μάιλι Σάιρους –ξέρετε, ένα από αυτά τα κατασκευάσματα αλά Τζάστιν Μπίμπερ στην κοριτσίστικη εκδοχή, που βγάζει η αμερικανική βιομηχανία για να πουλάει σαν τρελή από αυτοκόλλητα μέχρι ρούχα και από κουκλάκια μέχρι… ταινίες. Εδώ, υποδύεται την έφηβη μυστική πράκτορα του FBI που εισχωρεί σε κολλέγιο για να προστατεύσει μια μορφονιά και κάπου μεταξύ κοριτσίστικης αφέλειας και επαγγελματικής πονηριάς παρακολουθούμε διάφορα ευτράπελα που συμβαίνουν χωρίς κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Χειρότερα και πιο Μπάρμπι δε γίνεται, σα να λέμε.

28 Ιουν 2013

Το Τελευταίο Ψέμα (1958)


Του Νέστορα Πουλάκου

Είναι τόσοι οι συνειρμοί μου όταν βλέπω και ξαναβλέπω αυτή την ταινία. Γιατί μπορεί «Το τελευταίο ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη να αποτελεί ένα ιδιότυπο μείγμα ακραιφνούς μελοδράματος και πηγαίου νεορεαλισμού αλλά την ίδια στιγμή σχολιάζει καυστικά τη σάπια μεγαλοαστική τάξη στη μετεμφυλιακή και μεταπολεμική Ελλάδα της, δήθεν, ανάπτυξης προστρέχοντας παράλληλα στο θαύμα! Τη μοναδική ελπίδα του ελληνικού λαού διαχρονικά. Γιατί, τελικά, μόνο με ένα θαύμα μπορούμε να διαφύγουμε από αυτή την κρίση που μας «φορέσανε» και μας επιβάλλανε, πρωτίστως καταπιέζοντας μας ψυχολογικά, αυτά τα τρία χρόνια. Όπως και μόνο με ένα θαύμα μπορεί κανείς να βγάλει τα συμπεράσματα του για αυτά που είχανε, αν όντως είχανε, μες στο μυαλό τους οι ιθύνοντες για το κλείσιμο της ΕΡΤ. Ένα θαύμα θα μας σώσει εν ολίγοις, όπως «έσωσε» το μικρό Βασιλάκη Καΐλα αλλά και την ψυχή της Έλλης Λαμπέτη στην πλέον περίφημη σκηνή της ταινίας του Μιχάλη Κακογιάννη, στην Παναγιά της Τήνου. Μια από τις καλύτερες τελικές σεκάνς στην ιστορία του σινεμά. (Σ.σ. προς την κινηματογραφική κοινότητα: δεν ξέρω πόσοι πανηγυρίζατε για τη «δέσμευση» του υφυπουργού πολιτισμού Κώστα Τζαβάρα ότι δε θα κλείσει το ΕΚΚ, πριν μια εβδομάδα, αλλά τώρα όλοι θυμόμαστε την αντίστοιχη «δέσμευση» του Σίμου Κεδίκογλου περί μη κλεισίματος της ΕΡΤ, ένα μήνα πριν) Κατ’ εξαίρεση, η σημερινή στήλη του HellasFilm επανέρχεται στη δεκαετία του 1950 και σε αυτήν τη θρυλική ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη. Μια ταινία που με τη βαθιά κριτική ματιά της τσίγκλησε την άρχουσα τάξη της εποχής, μια και αποτύπωσε όσο πιο γλαφυρά και παραστατικά γινόταν τη σήψη, την παρακμή αλλά και τη ντροπή των μεγαλοαστών μπρος στην οικονομική καταστροφή και φυσικά την κοινωνική καταβύθιση, για τους -πάντοτε- λάθος χειρισμούς τους. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη Χλόη, κόρη μιας μεγαλοαστικής οικογένειας των Αθηνών η οποία πιέζεται από τους χρεωκοπημένους πλην ψηλομύτες γονείς της να παντρευτεί έναν πλούσιο γόνο -που προφανώς η ίδια δεν επιθυμεί καθόλου- ώστε να σωθεί η οικογένεια από την καταστροφή. Από αυτό το σημείο, ένας γοητευτικός κύριος που την επιθυμεί, οι έξαλλοι αλλά συνάμα τρυφεροί φίλοι της, ο χαζούλης υποψήφιος γαμπρός, η κατατρεγμένη υπηρέτρια με το άρρωστο παιδί της από την Αράχωβα και πολλοί ακόμη χαρακτήρες περνούν από τη ζωή της Χλόης, η οποία ολοένα και περισσότερο οδηγείται στην απόγνωση, το τέλμα και το αδιέξοδο. Ο Κακογιάννης με το «Τελευταίο ψέμα» έκλεισε ουσιαστικά τον αθηναϊκό κύκλο ταινιών του («Κυριακάτικο ξύπνημα», «Στέλλα») συνδυάζοντας από τη μια μεριά το ανερχόμενο -αμερικανικού τύπου- μελόδραμα της εποχής (τόσο για τους μεγαλοαστούς όσο και για τους φτωχούς και καταπιεσμένους) και από την άλλη μεριά την ορμή του «μαγικού» νεορεαλισμού, όπως αυτός ερχόταν με ένταση από τη γειτονική Ιταλία. Δίνοντας περισσότερη έμφαση στο σενάριο του αλλά και σε περιφερειακές ενότητες, όπως στη φωτογραφία του Γουόλτερ Λάσαλι, τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και τα ντεκόρ του Γιάννη Τσαρούχη, υπέπεσε σε πάμπολλα σκηνοθετικά ατοπήματα και αρκετά λάθη και υπερβολές στη δραματουργική δουλειά του, στοιχεία όλα αυτά που πιθανώς να σας ξενίσουν. Η ταινία διαγωνίστηκε στο Φεστιβάλ Καννών, το οποίο τιμούσε τον Κακογιάννη σε κάθε νέα ταινία του, παίχτηκε στο Φεστιβάλ Σαν Φρανσίσκο και κέρδισε το βραβείο των κριτικών κινηματογράφου της Αγγλίας.

Ο Χαμένος Θησαυρός του Χουρσίτ Πασά (1995)

 


Του Νέστορα Πουλάκου 

Καιρό τώρα θέλω να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο στη στήλη HellasFilm. Πρώτα απ’ όλα, το είχα υποσχεθεί στο φίλο και δικηγόρο μου Φώτη Μπατσίλα, ο οποίος είχε συμφωνήσει να επιμεληθεί γραμματικά, συντακτικά αλλά και τεκμηριωτικά τη συγκεντρωτική συλλογή των κειμένων της στήλης που θα εκδοθεί μελλοντικά. Κι αυτό γιατί το Γενάρη που μας πέρασε συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από τον απρόσμενο θάνατο του Χρήστου Βακαλόπουλου, και εξ αφορμής των εκδηλώσεων που είχαν προγραμματιστεί (στον πολυχώρο About) και της έκδοσης που είχε επιμεληθεί ο Φώτης (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αιγαίον) για το σημαντικό αυτό άνθρωπο των γραμμάτων και του κινηματογράφου στη Μεταπολίτευση, θα είχα κι εγώ τη συμβολή μου με κείμενα για τις ταινίες που αναμείχθηκε. Όμως, ο θάνατος παραμένει απρόσμενος… Κι ο Φώτης «έφυγε» ξαφνικά, στα 41 του, την ημέρα των γενεθλίων του Βακαλόπουλου, λίγες εβδομάδες πριν τις εκδηλώσεις στη μνήμη του. Έτσι κι εγώ όλο κι ανέβαλλα αυτά τα κείμενα. Σήμερα, λοιπόν, με αυτή την απόσταση των πέντε μηνών ως «ασφάλεια», η στήλη HellasFilm «θυμάται» μετά θάνατον τον Φώτη και την αγάπη του για τον Βακαλόπουλο, όπως ο Τσιώλης «θυμήθηκε» το Χρήστο τρία χρόνια μετά το θάνατο του γυρίζοντας σε ταινία ένα παλιό του σενάριο. Ήταν το 1995, τρία χρόνια μετά την υπέροχη ταινία «Παρακαλώ γυναίκες, μην κλαίτε» που γύρισαν μαζί οι Τσιώλης και Βακαλόπουλος, όταν ο Σταύρος Τσιώλης παρουσίασε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το «Χαμένο Θησαυρό του Χουρσίτ Πασά», σε σενάριο του Χρήστου και με τη συνεργασία του -επίσης αείμνηστου- Γιώργου Τζιώτζιου, κερδίζοντας το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου. Η ταινία αυτή, με πρωταγωνιστή και πάλι την «ψυχή» των Χειμερινών Κολυμβητών Αργύρη Μπακιρτζή στο ρόλο ενός κατάδικου που αποδρά από τις φυλακές Κορυδαλλού για μια γυναίκα ξεσηκώνοντας ομαδική απόδραση κι άλλων συγκρατούμενων του, εντάσσεται στη νέα ελληνική κωμωδία που εγκαινίασε ο Τσιώλης, πάντα με την αρωγή και τη συνεργασία του Βακαλόπουλου, με τον «Έρωτα στη Χουρμαδιά». Με άλλα λόγια πρόκειται για μια νέα και επαρχιακή ελληνική κωμωδία, που κι αυτή γυρίζεται στην Πελοπόννησο (αγαπημένος τόπος του Τσιώλη) στην οποία περιπλανώνται οι ήρωες του πέφτοντας από τη μια φάρσα στην άλλη, και από το ένα τραγελαφικό περιστατικό στο άλλο. Πάντα με συνοδεία αθάνατης ελληνικής μουσικής, αυτή τη φορά από τη γνωστή οικογένεια κλαριντζήδων του Μπέκου. Όπως είπαμε, λοιπόν, ο Βασίλης (ή Αργύρης Μπακιρτζής) αποδρά από τις φυλακές Κορυδαλλού συμπαρασύροντας μια ομαδική απόδραση. Έτσι, βλέπουμε όλον αυτό το «συφερτό» κρατουμένων να περιφέρεται στη βουκολική Πελοπόννησο προσπαθώντας από τη μία να ξεφύγει από την αστυνομία που τους καταδιώκει και από την άλλη να ζήσει όσο πιο έντονα γίνεται το γλέντι, το πανηγύρι, τις γυναίκες και το ποτό, όπως και κάθε είδους διονυσιακή κατάσταση της περιοχής. Οι ήρωες του Τσιώλη, ως άλλοι καουρισμακικοί αντί-σταρ (θυμίζει σκηνοθετικά το ύφος του Φιλανδού δημιουργού, η ταινία αυτή), βιώνουν στο πετσί τους, στο θυμικό τους, στο εγώ τους, όλη αυτή τη νέα ελληνική και παράλογη φάρσα προσπαθώντας να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους μόλις βγαίνουν από τη φυλακή. Σε αυτό το σημείο έγκειται η, παρεμπιπτόντως, «αποστολή» για την ανεύρεση του χαμένου θησαυρού του Χουρσίτ Πασά, βάσει σχεδίου ενός εκ των κρατουμένων, ώστε αυτά τα χρήματα να αποτελέσουν το «όχημα» τους για μια καλύτερη ζωή μακριά από οποιαδήποτε εξάρτηση. Η επαρχιακή κωμωδία της υπαίθρου του Σταύρου Τσιώλη εξάντλησε τον «κινηματογραφικό χώρο» της Πελοποννήσου με αυτή την ταινία και ουσιαστικά έφτασε στο απόγειο της με την επόμενη δουλειά του Έλληνα σκηνοθέτη, «Ας περιμένουν οι γυναίκες», που γυρίστηκε στη Βόρεια Ελλάδα (αρέσκεται να αποκαλείται νέα ελληνική και μακεδονική κωμωδία). Αν μη τι άλλο, πρόκειται για ένα ιδιάζον κινηματογραφικό είδος που κατάφερε να επιβάλλει στη ντόπια κινηματογραφία ο Τσιώλης, αφού πρώτα μπολιάστηκε από τις συζητήσεις και την εκτενή συνεργασία του με τον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Εν Πλω (1985)


Του Νέστορα Πουλάκου

Επανέρχεται η στήλη HellasFilm μετά το Πάσχα για να ασχοληθεί με την «κουλτούρα» της δεκαετίας του 1980. Ή αλλιώς με την «κουλτούρα να φύγουμε», θυμίζοντας τη γνωστή ρήση αλλά και ενθυμούμενος την εκπομπή του Γ.Ι. Μπαμπασάκη στο ρ/σ Στο Κόκκινο 105,5 fm που συμμετείχα, πριν μερικά χρόνια. Εντελώς τυχαία έπεσα πάνω στην ταινία «Εν Πλω», τη μια και μοναδική, την πρώτη και τελευταία ταινία του Σταύρου Κωνστανταράκου, η οποία αναδείχθηκε ως η καλύτερη ελληνική ταινία του 1985! Θα φλυαρήσω λίγο ακόμη πριν μπω στην ουσία: θυμάμαι ότι ένας παλιότερος συνάδελφος, σε μια αποστροφή του λόγου του, είχε πει ότι στη Μεταπολίτευση αρκούσε σ’ ένα σενάριο να βάλεις μια ιστορία με αντάρτες και αριστερούς και αμέσως έπαιρνες επιχορήγηση από το ΕΚΚ και βραβεία από το Υπουργείο Πολιτισμού και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης! Αυτά τα λόγια μου ήρθαν πολλές φορές στο μυαλό βλέποντας το «Εν Πλω», και κοιτάζοντας μετά τα αρχεία μου διαπίστωσα ότι έλαβε τα κρατικά βραβεία ποιότητας καλύτερης ταινίας και πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, καθώς και του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη από το ΦΚΘ. Άλλο ζητούμενο είναι ότι ο σκηνοθέτης παρέμεινε πρωτοεμφανιζόμενος… Η ταινία είναι ένα μείγμα νεανικής καλοκαιρινής περιπέτειας, ελληνικού καλοκαιριού, ιστορικών μνημών και πολλών αναφορών στο αντάρτικο και τους κυνηγημένους αριστερούς. Η ιστορία επικεντρώνεται σε τρεις φίλους που ετοιμάζονται για ένα ταξίδι με ιστιοπλοϊκό στο Αιγαίο. Πέρα από τις διακοπές και τη χαλάρωση, σκοπός τους είναι να ανακαλύψουν μια σπηλιά στην οποία έχει κρύψει κάτι πολύτιμο για τον ίδιο, ο αντάρτης – πατέρας ενός εκ των τριών φίλων (του Γιώργου Κιμούλη). Από ένα σημείο και μετά η ταινία «ξεφεύγει» από τη ροή της και μπλέκεται σε μονοπάτια ιστοριών, διηγήσεων, μνημών, όλες τους ποτισμένες με εικόνες από τον Εμφύλιο, την Αριστερά της εποχής, τους δωσίλογους και τους βασανιστές, το λαό και τα πάθη που πέρασε. Στο μεταξύ το Αιγαίο καταγράφεται γαλήνιο, το ελληνικό καλοκαίρι υπέροχο, η… Λίλα Καφαντάρη (χωρίς ουσιαστικό ρόλο στην ταινία) μια αναδυόμενη θεά (και αργότερα βουλευτής του ΚΚΕ) και οι Γιώργος Κιμούλης και Νίκος Καλογερόπουλος ως η hot πιτσιρακαρία της εποχής. Πάντα με συνοδεία τη γνωστή σύνθεση της Ελένης Καραΐνδρου και με το σκηνοθετικό ύφος πολλές φορές να φέρει στη βιντεοκασέτα της δεκαετίας. Ουσιαστικά καταγράφω μια τάση εποχής που δεν παρουσιάζει πια κανένα ενδιαφέρον, είναι αρκούντως παρωχημένη. Περιγράφοντας την εικόνα της ιστορίας παραπάνω, μη βγαίνοντας ουσιαστικά κανένα νόημα με τη σύνθεση όλων αυτών, προσπαθώ να καταλάβω γιατί το κρατικό βραβείο ποιότητας πήγε σε αυτή την ταινία κι όχι στα «Πέτρινα Χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη, στο «Μπορντέλο» του Νίκου Κούνδουρου, στη «Μανία» του Γιώργου Πανουσόπουλου, στα «Παιδιά του Κρόνου» του Γιώργου Κόρρα, στον «Τόπο» της Αντουαννέτας Αγγελίδη ή έστω στη «Μια τόσο Μακρινή Απουσία» του Σταύρου Τσιώλη; 

*Τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν στη στήλη HellasFilm στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (15/5 - 12/6/2013).

27 Ιουν 2013

Η σιωπή της Σίβας (Vakxikon.gr, 2012)



Του Παναγιώτη Ελ Γκεντί 

Είναι αλήθεια ότι η ποίηση έχει πει πολλά από την εμφάνιση του μοντερνισμού στην Ελλάδα έως σήμερα. Είναι επίσης αλήθεια ότι μετά το 1980 παρατηρήσαμε μία αυξανόμενη προσπάθεια ανανέωσης των ποιητικών τρόπων προς την κατεύθυνση της επανοικειοποίησης ξεπερασμένων ποιητικών μορφών κυρίως του παρελθόντος. Είναι τέλος αλήθεια ότι οι σύγχρονες φωνές, και ιδίως οι νεοφανείς, έχουν τόσο πολλά κοινά στην εκφραστική τους σε σημείο που να δημιουργείται μία μαζικότητα, μία τυποποίηση και εν τέλει μια μανιέρα ποιημάτων με συμβατικούς λογότυπους και δομές. 

Μέσα στις αξιόλογες νέες φωνές βρίσκεται και ο Αϊναλής, του οποίου το ηχόχρωμα, η γραφή και ο λόγος είναι διακριτά, κεντρίζουν τον αναγνώστη μα κυρίως έρχονται να κομίσουν κάτι νέο ποιητικά και να εκφράσουν με έναν διαφορετικό, μεστό και υψηλό τρόπο τα συλλογικά αιτούμενα, αν όχι μόνο της γενιάς του, τουλάχιστον ενός μέρους του κοινωνικού συνόλου. 

Στο μελέτημα θα εξεταστεί η τρίτη κατά σειρά συλλογή του Αϊναλή που φέρει τον τίτλο Η σιωπή της Σίβας (1). Προκειμένου να ειδωθεί επαρκώς το θέμα, θα χωρίσουμε τη μελέτη σε δύο μέρη: στο πρώτο θα εξεταστεί το μυθικό υλικό, το οποίο είναι εγκατεσπαρμένο στη συλλογή ενώ στο δεύτερο θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τον τρόπο λειτουργίας και μετασχηματισμού του υλικού από αναφορά σε ένα πολύπλοκο σύστημα υπαινιγμών για το σύγχρονο ιστορικοκοινωνικό παρόν. 

 Θα ήταν ματαιοπονία να εξετάσουμε τις λογοτεχνικές καταβολές της συλλογής και τις οφειλές της στη λογοτεχνική και όχι μόνο διαχρονία˙ οι αναφορές είναι αρκετές και ξεφεύγουν από το πλαίσιο εξέτασης (2). Μία ‘‘θεμιτή’’ σκοπιά από την οποία θα μπορούσαμε να δούμε τη συλλογή είναι αυτή της μυθοκριτικής, αφού – φαινομενικά τουλάχιστον – τα πρόσωπα που εμφανίζονται κινούνται ανάμεσα στον μύθο και την ιστορία. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και δη από τον τίτλο. Εκεί εμφανίζεται το πρώτο μυθικό πρόσωπο, το οποίο είναι η Σίβα, γνωστή κυρίως από την Παλαιά Διαθήκη και το αιθιοπικό έπος Kebra Nagast. Και στα δύο αυτά κείμενα φέρεται να συνδέεται με τον Σολομώντα, του οποίου το όνομα βρίσκουμε στο IV μέρος της συλλογής. Παρά ταύτα, την μεταξύ τους σχέση ο αναγνώστης – που πιθανόν δεν γνωρίζει το μυθικό πρόσωπο Σίβα – αντιλαμβάνεται εξ αρχής (καθώς και το ότι εκφωνητής είναι ο Σολομών) από τα moto (3) που προτάσσονται του ‘‘κυρίως’’ κειμένου και δίνουν το πλαίσιο αναφοράς των προσώπων νοηματοδοτώντας έτσι τον εκφωνούμενο λόγο του ποιητικού Υποκειμένου. Γνωρίζοντας λοιπόν τον εκφωνητή, η ανάγνωση γίνεται ευκολότερη, αφού το κείμενο βρίθει από ενδείξεις που έχουν άμεση αναφορά το μυθικό υλικό, το οποίο όμως σημειωτέον δεν είναι ευρέως γνωστό στο αναγνωστικό κοινό και αυτό είναι ένα από τα πλεονεκτήματα της γραφής του ποιητή, συμπεριλαμβανομένου και του τρόπου διαχείρισής του. 

Φυσικά, παρά τα όσα είπαμε, ένα άλλο στοιχείο που συμβάλλει στη (προγραμματική) δυσκολία της ανάγνωσης του κειμένου είναι ο χρονικός συνταυτισμός του απώτερου μυθικού παρελθόντος με το παρόν. Δεν γίνεται άμεσα καταληπτός ο χωροχρόνος του αφηγημένου λόγου. Ειδικά, στο μέρος I αν και διαβάζουμε για ένα σύγχρονο αστικό και τεχνολογικό παρόν, στο μέρος II το ποιητικό Υποκείμενο μιλά για «πετράδια πολύτιμα κι αρώματα μύρα» και για «σαλπιγκτές και αυλήτριδες». Συν τοις άλλοις είναι φανερός και ένας πολυγλωσσισμός που εκφέρεται με τις ποικίλες κλίμακες ύφους( από το καθημερινό του προφορικού λόγου έως το βιβλικο/τελετουργικό του τελευταίου μέρους) και την παράθεση χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης (στο μέρος VIII και εξαιρώντας τα moto, εκ των οποίων το δεύτερο είναι αγγλική μετάφραση αιθιοπικού πρωτοτύπου). 

Όλα όσα αναφέραμε είναι προφανώς τυπικά δείγματα του μοντέρνου αλλά αυτό δεν βοηθά την ανάγνωση. Έτσι, πρέπει να προχωρήσουμε σε μία περαιτέρω εξέταση και να δούμε τα πρόσωπα που αναφέρονται. Προκαταλαμβάνοντας, αξίζει να σημειώσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα σύμπλεγμα λογοτεχνικών μύθων, των οποίων τα κεντρικά πρόσωπα είναι ο Δαυίδ, ο Σολομών και η Σίβα. Ο Αϊναλής συμφύρει θέματα και μοτίβα αυτών των μύθων, αρκετά σφιχτά στην αρχή και χαλαρότερα προς το τέλος, προκειμένου να δημιουργήσει ένα εποικοδόμημα πολυεπίπεδο που επιδέχεται διαφορετικές – ίσως – αναγνώσεις. 

Έχουμε λοιπόν ως βάση, αρχικά για την περίπτωση του Σολομώντος, την μυθική παράδοση που τον θέλει σαφώς σοφό, οικοδομούντα το Ναό και γράφοντα κάποια από τα βιβλία την Παλαιάς Διαθήκης. Αυτά ως προς τα βασικά. Δευτερεύουσας μάλλον σημασίας είναι τα τέκνα του, το ενύπνιό του, η συνάντηση με τη Σίβα καθώς και η διακυβέρνησή του. Από την άλλη πλευρά έχουμε τον πατέρα, τον Δαυίδ, για τον οποίο εκτός του ότι έγραψε τους Ψαλμούς και πάλεψε με τον Γολιάθ, μάλλον δεν γνωρίζουμε την επιμονή του για τον θρόνο. Και τέλος για τη Σίβα, ο αναγνώστης διαθέτει ένα ελάχιστο γνωστικό απόθεμα που δεν του επιτρέπει σε επαρκή βαθμό να προσπελάσει νοηματικά τις κειμενικές αναφορές. 

Ο Σολομών είναι ο εκφωνητής των οκτώ πρώτων μερών της συλλογής. Ουσιαστικά βλέπουμε έναν μονόλογο του προσώπου, ο οποίος όμως απευθύνεται διαδοχικά σε διαφορετικά πρόσωπα. Πιο συγκεκριμένα, στην αρχή ο Σολομών φαίνεται να μιλά στη Σίβα: 

Διέθεσα όλο το χρόνο που είχα για να ζήσω μακριά απ’ τον εαυτό 
μου αναζητώντας τον εαυτό μου. 
Τώρα δεν έχω τίποτα για να εγκαταλείψω. 
Μόνο τη σιωπή. 
Κι εκείνη δική σου. 
(I) 

Και μου δόθηκες το κορμί σου και κάρπισε. 
Ξεχέρσωσα τη σπορά σου θυμίαμα 
και βλάστησε πόνος και αίμα και κλάμα. 
Κι έφυγες. Όπως ήρθες. 
Χωρίς να μείνει τίποτ’ από σένα ο πόνος. 
(II) 

Στη συνέχεια έχουμε την απεύθυνση προς τον ίδιο του τον εαυτό, όπου στο τρίτο μέρος κειμενικά δίνεται με έναν κατά το μάλλον ή ήττον εσωτερικό μονόλογο ενώ στο τέταρτο κατ’ ουσίαν αποκαλύπτεται και παρουσιάζεται μέσω μιας αυτοσύστησης: 

Δεν ήμουν εγώ που μιλούσε. 
Άλλωστε κατά κάποιο τρόπο εγώ ποτέ δεν υπήρξα. 
Κι οι ρήσεις μου χωρίς οστά και σάρκα συνέχιζαν να υπάρχουν 
έξω από μένα. 
(III) 

Εγώ ο φτωχός Σαλωμών υιός Δαυίδ 
υιού Σαλωμών και εγγονού του 
δεμένος στην πάροδο των ονομάτων [/δεν ήμουν πάντοτ’ ο σοφός] 
φυλώντας ξένα αρχοντικά και κατουρώντας στις γωνίες 
άγγελος εκπεσών μικρός πολύ μικρός φερέφωνο θανάτου 
(IV) 

Στις επόμενες δύο ενότητες ο μυθικός βασιλιάς απευθύνεται στη Σίβα – με διαλείματα στοχασμών – και τον πατέρα του Δαυίδ. Έτσι, ακούμε το ποιητικό Υποκείμενο: 

Και τότε ήρθες κεραυνός εκκένωση 
και άδειασε το σώμα. 
[…] 
Κι ανάβλεψα τον μέσα άνεμο 
και γύρισα και είδα 

πρώτη φορά σιωπή πεποίθηση 
ηρεμία. 

[θυμήσου και τον Συμεών στο τέλος! κι αν 
αγρυπνώντας θάνατος αξίωσε την πέτρα; 
κι αν νύχτα κι αν σιωπή κι αν σοροκάδα 
φρίκη;] 

Κι έφυγες 
κι ο ήλιος έφυγε τη χώρα. 
(V) 

Ρε συ πατέρα
ξέρεις κάτι 
δεν καταλαβαίνω 
γιατί αρνείσαι να πεθάνεις 
(VI) 

Ενώ στο έβδομο μέρος εμφανίζεται ο Σολομών να απευθύνεται στον γιό του Ροβοάμ: 

Δεν θ’ αποστρέψω Ροβοάμ το πρόσωπο από σένα. 
Είσαι κι εσύ της σάρκας μου παιδί. 
(VII) 

Τέλος, στο όγδοο και ένατο μέρος ο Σολομών μιλά στον Μενελίκ, τον γιο που απέκτησε με τη Σίβα: 

Υπάρχουν πράματα που πρέπει, 
γιε μου, 
θέλεις δε θέλεις, 
να τα πράξεις. 
(VIII) 

Τόσο καιρό προσμένω θάνατο απ’ το χέρι σου 
να μ’ αποκαθηλώσεις. 
Έφυγες πριν να γεννηθείς 
και τώρα έχεις πετάξει. 
Μην περιμένεις, γιε μου, πια στο νάρθηκα 
 μπες στο ιερό και σφάξε. 
(IX) 

Αυτό που κάνει ο Αϊναλης είναι να ξαναπλάσει τον μύθο, μπολιάζοντας όμως την μυθική παράδοση εκάστου προσώπου με μυθικό υλικό από άλλα περιφερειακά πρόσωπα. Έτσι, από το Kebra Nagast (4) αξιοποιεί την βασική πλοκή και εντάσσει στην αφήγηση το ταξίδι της Σίβας, δίνοντάς του αρκετή έκταση, την κλοπή της Κιβωτού της Διαθήκης από τον Μενελίκ αλλά κυρίως αυτό που ερανίζεται ως ένα βαθμό από άποψη δομής και περιεχομένου είναι το τελευταίο μέρος της συλλογής που φέρει τον τίτλο «Αποκάλυψις Μενελίκ». Αυτό μάλιστα βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση με το αιθιοπικό έπος, το οποίο κλείνει με μία προφητεία. Από την άλλη πλευρά έχουμε τη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης (5), από την οποία ο ποιητής αντλεί τα του Σολομώντος και Δαυίδ κυρίως. Τα περιφερειακά πρόσωπα δε είναι αποσπασμένα εξ ολοκλήρου από αυτό το κείμενο, καθώς η αναφορά τους δεν τελειώνει στα ποιήματα του Αϊναλή αλλά αυτά φέρουν το βιβλικό βάρος εγγενώς και χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία από τον ποιητή. Εν τέλει ο Αϊναλής ξαναγράφει ένα συγκεκριμένο επεισόδιο από τη ζωή των μυθικών προσώπων: την ερωτική συνεύρεση Σολομώντος και Σίβας καθώς και την επιστροφή του Μενελίκ και την αρπαγή της Κιβωτού. Ως προς τα βασικά σημεία της αφήγησης ακολουθεί σχεδόν απαρέγκλιτα την μυθική παράδοση. Αυτό που αίρει τον λόγο σε αξιόλογο λογοτεχνικό προϊόν είναι η εκφραστική και η ανανοηματοδότηση των σχέσεων των προσώπων και το υπόρρητο ιδεολογικό φορτίο που φέρουν, πράγματα τα οποία θα εξετάσουμε σε αυτό το δεύτερο μέρος. 

Ξεκινώντας από μία αρχική διατύπωση πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για ένα κείμενο απαιτητικό, τυπικό ίσως δείγμα στις βασικές του αρχές του μοντερνισμού (6), όπως δείξαμε παραπάνω. Παρά ταύτα, ο Αϊναλής καλλιεργεί μία ιδιόλεκτο προκειμένου να οχυρώσει την ποίησή του. Η σύνταξη του κειμένου είναι σπασμένη σε πολλά σημεία ενώ σε άλλα είναι διαταραγμένη (7). Ο λόγος βέβαια εξακολουθεί να είναι ρέων και ο αναγνώστης ελάχιστα αντιλαμβάνεται την ‘‘ασυνταξία’’. Επίσης λέξεις σπάνιες, ανύπαρκτες ή αντλημένες από προγενέστερες περιόδους τις Ελληνικής συνδυαζόμενες με λέξεις της καθημερινότητας δημιουργούν ποικίλα λεκτικά συμπλέγματα που πυροδοτούν το γραπτό. Πρέπει όμως να πούμε και κάτι ακόμα˙ ο Αϊναλής κάνει χρήση εκτεταμένη λέξεων της αργκό. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα. Οι λέξεις συνδυάζονται κατά τέτοιον τρόπο που όχι μόνο ‘‘απενοχοποιούνται’’ αλλά ανάγονται και αυτές μαζί με το όλο σύνθεμα σε υψηλή ποίηση. Αυτές οι τεχνικές έχουν σκοπό να ανοικειώσουν τον αναγνώστη, να τον παραξενίσουν και τελικά να τον αποφενακίσουν προκειμένου το ποιητικό κείμενο να αποκτήσει έναν χαρακτήρα εσωστρεφή και προκλητικό συνάμα. Το κείμενο προβάλλει τις αντιστάσεις του για να μην καταναλώνεται στην εποχή του αδηφάγου καταναλωτισμού κάθε είδους. Στρέφεται προς τα έσω προκειμένου ο αναγνώστης να εισέλθει σε αυτό. Προκαλεί για να δώσει άλλη ερμηνεία στη βιωμένη εμπειρία και άλλες οπτικές θέασης της εκάστοτε πραγματικότητας. Και αυτή την πρόκληση είναι κατά πάσα πιθανότητα που θέλει το κείμενο να δώσει στον αναγνώστη. 

Πέρα όμως από τις λεκτικές ακροβασίες, τα πρόσωπα, ο μύθος και οι κειμενικές πηγές του καθώς και η επιλογή της παρουσίασής τους λειτουργούν φορτίζοντας το κείμενο. Είναι προφανές από την αρχή της συλλογής ότι ο λόγος δεν είναι μονοδιάστατος αλλά πολυεπίπεδος. Η φράση: 

«Τα δαχτυλα των ψηφοφόρων πρέπει να κοπούνε από τη ρίζα», 
μου είπες, 
 (I) 

δίνει σίγουρα μία πολιτική χροιά στο κείμενο. Αν και έχουμε όμως αυτή την αίσθηση παρακάτω παρακολουθούμε τις εσωτερικές ερωτικές διεργασίες του ποιητικού Υποκειμένου κυρίως και μπροστά μας ξετυλίγεται ένα μυθο-ιστορικό πλαίσιο αρκούντως παλαιό για να κάνουμε τους οποιουσδήποτε συσχετισμούς με τον εναρκτήριο στίχο. Εκτός των άλλων τα πράγματα περιπλέκονται στο τελευταίο μέρος του ποιήματος(«Αποκάλυψις Μενελίκ»). Επομένως για να διαβάσουμε το κείμενο πρέπει να βρούμε κάποιους αρμούς που να μας επιτρέπουν μία ενιαία ανάγνωση. Και αυτοί παρέχονται κυρίως από α)τα μυθικά πρόσωπα, β) το πρωτογενές και με κειμενικό αντίκρισμα υλικό και γ) τους λεκτικούς και νοηματικούς αναχρονισμούς. 

Θα στηριχτούμε λοιπόν αρχικώς στα μυθικά πρόσωπα για να εντοπίσουμε κάποιους συνδετικούς κρίκους. Έτσι κάτω από το μυθικό πρόσωπο του Σολομώντος βλέπουμε την ιστορική του όψη, η οποία είναι μάλλον περισσότερο εξανθρωπισμένη. Αφού ανέλαβε την εξουσία μετά την επανάσταση του αδελφού του, οργάνωσε ένα κράτος που γνώρισε μεγάλη οικονομική ευημερία μέσω του εμπορίου και της εξωτερικής πολιτικής (8). Με τον πλούτο αυτό έγιναν αρκετά κρατικά έργα όμως ο ίδιος ο Σολομών σφετεριζόμενος τον πλούτο από τη μία ζούσε στα πολυτελή ανάκτορά του και από την άλλη επέβαλε βαριά φορολογία στους κατοίκους. Αποτέλεσμα αυτών ήταν οι εξεγέρσεις κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του. Προηγουμένως ο πατέρας του Δαυίδ, αφού έγινε κυρίαρχος και των δώδεκα φυλών του Ισραήλ και αποδεκάτισε και τους γειτονικούς λαούς οργάνωσε το κράτος και εξασφάλισε για τον ίδιο τον θρόνο σκοτώνοντας τους απογόνους του προκατόχου του. Στο τέλος μάλιστα της ζωής του σημειώθηκαν πολλές εξεγέρσεις και εχθροπραξίες με γειτονικούς λαούς. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι και τα περιφερειακά πρόσωπα σχετίζονται με την ιστορία, αφού ο τρίτος γιος του Δαυίδ, ο Αβεσσαλώμ , εξεγέρθηκε ζητώντας τον θρόνο εις βάρος του πρωτότοκου Άμνωνος ενώ ο Αδωνίας, ο τέταρτος γιός, και εκείνος εξεγέρθηκε. Επιπλέον ας μην μας διαφεύγει ότι η επίσκεψη της Σίβας στον Σολομώντα θα μπορούσε να ειδωθεί και ως διακρατική σύσφιξη σχέσεων ενώ επί Ροβοάμ, γιού του Σολομώντος, το βασίλειο διασπάστηκε εξ αιτίας και πάλι εξέγερσης. Κοινή συνισταμένη λοιπόν όλων αυτών είναι η κατάχρηση εξουσίας, ο πλούτος, η πάλη των γενεών και η εξέγερση. 

Προχωρώντας πρέπει να δούμε τις πρωτογενείς πηγές. Οι μόνες ανιχνεύσιμες είναι η Παλαιά Διαθήκη και το Kebra Nagast. Μπορούμε να πούμε πως αυτά χρησιμοποιούνται από τον Αϊναλή προκειμένου να αντληθεί το μυθικό υλικό των παραπάνω προσώπων. Το δεύτερο θα πρέπει να εξεταστεί περισσότερο καθώς λειτουργεί συνεπικουρικά και προεκτείνει τις ιδεολογικές νοηματοδοτήσεις του πρώτου. Είδαμε ότι το αιθιοπικό αυτό έπος έχει ως κεντρικό σημείο την αρπαγή της Κιβωτού της Διαθήκης. Μέσω αυτής της πράξης σημασιοδοτούνται σε μυθικό επίπεδο οι θρησκευτικές καταβολές της Αιθιοπίας (εισαγωγή Χριστιανισμού) και η καταγωγή της βασιλικής δυναστείας της χώρας (αφού ο Μενελίκ ήταν ο πρωτότοκος του Σολομώντος). Επιπλέον οι προφητείες του Kebra Nagast αξιοποιούν κάποιες αλληγορίες της Παλαιάς Διαθήκης και με τη μορφή πολεμικής προσπαθούν να δείξουν την υπεροχή των πρακτικών λατρείας των Αιθιόπων έναντι των Εβραίων. Η τελική δε προφητεία περί κατίσχυσης της Ρώμης και των Εβραίων από την Αιθιοπία έχει έντονα πολιτικά στοιχεία. Επομένως κοινός παρονομαστής είναι η αλλαγή του status quo – με έναν βίαιο τρόπο – και η μελλοντική εγκαθίδρυση μίας νέας τάξης πραγμάτων. 

Πρέπει όμως πλέον να περάσουμε στους αναχρονισμούς που γίνονται στο κείμενο. Αυτοί σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι ποικίλουν. Έτσι, έχουμε κάποιους που συμβάλλουν περισσότερο στην ανοικείωση του αναγνώστη, όπως παραδείγματος χάριν: 

Πέρασα τη ζωή μου μες στ’ αυτοκίνητα και τ’ αεροπλάνα, 
είδα τα λεπτά μου να τρώγονται αλεσμένα στις μυλόπετρες των 
διοδίων 
την μαγγανεία των τελωνείων – τα καυλωμένα τυφέκια και τα 
μυδραλιοφόρα. 
(I) 

Και κάποιους που ολοφάνερα προεκτείνουν τον εναρκτήριο στίχο της συλλογής, όπως: 

Στο τέλος θα σφαχτούμε όλοι αναμεταξύ μας. 
Θα τρέχουμε όλοι παραλοϊσμένοι επάνω σε μουλάρια 
 του Άμνωνα το πτώμα 
 πελεκημένο θα σαπίζει 
κι ούτε ένας δεν θα βρεθεί 
- ούτε ένας! μ’ ακούς; - 
να κλάψει. 

Βιτρίνες να σπάνε πέτρες χέρια 
να εκτείνονται 
μπουκάλια 
θα λαμπαδιάζουν οι υποτακτικοί σου ένας-ένας 
και θα ολοκαυτώνονται. 
(VI) 

Αυτοί οι δεύτεροι εκφέρονται κυρίως με έναν λόγο επιθετικότερο και με στοιχεία του προφορικού λόγου για να δηλώσουν μία ορμητικότητα. Είναι ξεκάθαρο πως πρόκειται για φράσεις που δεν αντιστοιχούν ούτε απευθύνονται στο μυθικό σύμπαν αλλά σε έναν άλλο χωροχρόνο εγγύτερα στον αναγνώστη και την εποχή του. Και μπορεί οι παρακάτω στίχοι να εκφέρονται μεγαλοπρεπώς, όμως στην πραγματικότητα είναι μία προτροπή του κειμένου προς το ίδιο το κείμενο και προς την εποχή του: 

Καιρός του τεκείν, καιρός του φυτεύσαι, καιρός του φυλήσαι 
στο γύψο˙ 

Τώρα Καιρός Του Μισήσαι 

Καιρός Του Πολέμου. 
(VIII) 

Έχοντας ακολουθήσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για την ανάγνωση του κειμένου, μπορούμε να πούμε ότι εξετάζοντας το ιστορικό υπόβαθρο η ανάγνωση διαφοροποιείται αισθητά. Το κείμενο μετατρέπεται σε ένα σύμπαν καθ’ όλα σύγχρονο χωρίς όμως να χάνει τη γοητεία του. Ο πλούτος και η συνακόλουθη κατάχρηση της εξουσίας είναι ένα κεντρικό θέμα. Σε αυτό συμπλέκεται η πάλη των γενεών που ρητά δηλώνεται από τον Σολομώντα και υπόρρητα από τον μύθο, θέμα κεντρικό στο οποίο ο Αϊναλής έρχεται και προσδίδει ένα υπαρξιακό – εκτός από το εμφανώς πολιτικό – βάθος. Το τέλος του κατεστημένου προχωρά με γοργούς ρυθμούς και αφήνει πίσω του, σχεδόν τραγική φιγούρα, την παλαιά τάξη, αφού αυτή έχει δηλώσει παραίτηση πλέον. Τελεολογικά σχεδόν και πάλι θα εμφανιστεί μία νέα τάξη πραγμάτων. Για την εμφάνισή της απαιτείται η εξέγερση και η πυγμή. Τα λόγια του Μενελίκ – εξ αποκαλύψεως προφήτη και ενσαρκωτή της νέας τάξης – με τον βιβλικό τους τόνο ηχούν ως απειλή συνάμα και εγερτήριο: απειλή σε όποιον αντισταθεί και κάλεσμα για εξέγερση. Ο ήλιος μπορεί να εγκατέλειψε το Ισραήλ και τον Σολομώντα αλλά θα πάει εκεί που δικαιωματικά – σύμφωνα με την δίκην – ανήκει. 

Εν τέλει ο Αϊναλής μέσα από την αινιγματική Σιωπή της Σίβας προβάλλει την αγωνία μιας ολόκληρης γενιάς. Η φωνή του ορθώνεται για να αντηχήσει την αξιοπρέπεια και τον δυναμισμό και να προτείνει την αντίσταση και την πάλη. 

Σημειώσεις: 
1. Ζ. Δ. Αϊναλής, Η σιωπή της Σίβας, 2011. Κυκλοφορεί σε e-book από το Vakxikon.gr. Του ίδιου προγενέστερα βλ. Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006 και Αποσπάσματα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008. 
2. Για κάποια σχετική πραγμάτευση αυτού του θέματος αλλά και της όλης σύλληψης του Αϊναλή από μία ορθή οπτική βλ. την βιβλιοκρισία της Τιτίκας Δημητρούλια, περ. Τα ποιητικά, τχ. 7, Σεπτέμβριος 2012. 
3. Προέρχονται από τα εξής: Βασιλειών Γ΄, 10.1 και Kebra Nagast, XXXI. Νομίζω ότι η βιβλιογραφική παραπομπή του ποιητή εξυπηρετεί την πρόθεσή του να δώσει το πλαίσιο αναφοράς. 
4. Μεταφράζεται ως «Δόξα των Βασιλέων». Αποτελείται από 117 κεφάλαια και ο βασικός πυρήνας του συνίσταται στην διήγηση της ιστορίας της βασίλισσας Makeda (γνωστότερη ως Sheba [Σίβα]) της περιοχής Σαβά, του Σολομώντος, του Menelik Α΄, πρώτου βασιλιά της Αιθιοπίας και πώς η Κιβωτός έφτασε στην Αιθιοπία (κεφ. 19-94). Η υπόθεση σε γενικές γραμμές είναι η εξής: Η Makeda μαθαίνει από έναν έμπορο του βασίλειού της, τον Tamrin, για τη σοφία του Σολομώντος και ταξιδεύει στην Ιερουσαλήμ για να τον επισκεφθεί. Εκεί εκπλήσσεται από τη σοφία του και μεταστρέφεται στον Χριστιανισμό (κεφ. 28). Τη νύχτα πριν το ταξίδι της επιστροφής ο Σολομών την παρασέρνει να κοιμηθούν μαζί και της δίνει ένα δαχτυλίδι, το οποίο θα χρησιμοποιούσε ο καρπός της συνεύρεσής τους προκειμένου, όταν μεγάλωνε, να βρει και να ταυτοποιηθεί με τον πατέρα του. Κατά της αποχώρηση της Makeda ο Σολομών είχε ένα ενύπνιο στο οποίο είδε ότι ο ήλιος εγκατέλειπε το Ισραήλ (κεφ. 30). Στο ταξίδι της επιστροφής η Makeda γεννά τον Menelik (κεφ. 32). Αυτός στα είκοσι δύο του πάει στην Ιερουσαλήμ αναζητώντας την ευλογία και την ταύτιση με τον πατέρα του μέσω του δαχτυλιδιού. Ο Σολομών προσπαθεί να πείσει τον γιο του να μείνει και να τον κάνει βασιλιά αλλά ο Menelik επιμένει να επιστρέψει στη μητέρα του στην Αιθιοπία. Τότε ο Σολομών στελεχώνει μία συνοδεία για τον γιο του από τους πρωτότοκους των πρεσβυτέρων του βασιλείου του ούτως ώστε να τον συντροφεύσουν και προστατεύσουν στο ταξίδι του. Οι πρωτότοκοι όμως παίρνουν μαζί τους λαθραία την Κιβωτό, χωρίς να το γνωρίζει ο Menelik και αφού αυτός είχε ζητήσει από τον πατέρα του ένα κομμάτι ύφασμα από το κάλυμμα, δίνοντάς του ο Σολομών όλο το ύφασμα εις ένδειξιν αγάπης (κεφ. 45-48). Στη συνέχεια γίνεται αντιληπτή η κλοπή και η μεταφορά της Κιβωτού αλλά ως εκ θαύματος ο Menelik με την συνοδεία μεταφέρεται αμέσως στην Αιθιοπία και ο Σολομών μένει απαρηγόρητος και στρέφεται με την γυναίκα του στην ειδωλολατρία (κεφ. 64). Ο Menelik επιστρέφοντας γίνεται βασιλιάς του Axum και επιδίδεται σε νικηφόρες πολεμικές επιχειρήσεις (κεφ. 94). Έπειτα παρατίθενται κάποιες προφητείες (κεφ. 102-115) και το κείμενο κλείνει με μία τελική προφητεία ότι η δύναμη της Ρώμης θα εκλείψει από αυτήν της Αιθιοπίας, όταν ο βασιλιάς Kaleb του Axum υποτάξει τους Εβραίους και χρίσει διάδοχό τον νεότερο γιο του Gabra Masqal (κεφ. 117). Βλ. The Queen of Sheba and Her Only Son Menyelek (Kebra Nagast), (μετάφρ.) Sir E. A. Wallis Budge, Ontario, 2000/ βλ. επίσης Edward Ullendorff, Ethiopia and the Bible , University Press for the British Academy, Oxford, 1968/ David Allen Hubbard, "The Literary Sources of the Kebra Nagast", St. Andrews, 1954. 
5. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παράθεμα του μέρους VIII, όπου μιλά ο Σολομών και προέρχεται από τον Εκκλησιαστή (3.1-8), έργο που μαζί με το Άσμα Ασμάτων και τις Παροιμίες αποδίδονται στον εν λόγω βασιλιά. 
6. Οι διαπιστώσεις του Τσιαχρή σχετικά με τις ‘‘επιρροές’’ και τις ενδείξεις τους που υπάρχουν μέσα στο κείμενο από τα διάφορα κινήματα και τις τάσεις της λογοτεχνίας δεν νομίζω ότι είναι και τόσο βάσιμες. Βλ. Κώστας Τσιαχρής, «Ζήσης Αϊναλής: Η σιωπή της Σίβας», Το Βήμα (29/8/2012) στο: http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=472500 
7. Βλ. π.χ. «[δεν σ’ εκδικούνε πια οι φωνές δεν σε/στοιχειώνουν οι ίσκιοι]» (V) για την πρώτη περίπτωση ενώ για την δεύτερη «καραδοκώντας χάραμα πώς να τρυπώσω κόσμο/να τρέχοντας να κλαίγοντας ημικρανία στα μάτια» (IV), όπου στη θέση υποτακτικής τοποθετείται μετοχή. 
8. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και μία πολιτική ανεξιθρησκίας που εφάρμοσε χτίζοντας και κάνοντας θυσίες και ο ίδιος σε ειδωλολατρικούς ναούς για χάρη των παλλακίδων του. Όλα αυτά βέβαια γίνονταν για να υπάρχει αγαστή διακρατική συνεργασία και να αποκομίσει το κράτος οικονομικά οφέλη. 
9. Ειδικά το λέξημα «γύψος» δημιουργεί πολλούς συνειρμούς σχετιζόμενους με την Χούντα και λογοτεχνικά έργα της περιόδου που χρησιμοποίησαν την αλληγορία ασθενούς στο γύψο.

26 Ιουν 2013

Pass2Day | Ελληνικoί δίσκοι έρχονται το καλοκαίρι | #56

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.gr. Kάθε Τετάρτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 

Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας

O πρώτος μήνας του καλοκαιριού έχει σχεδόν φύγει. Νέες κυκλοφορίες δίσκων έρχονται να μας ανοίξουν την «όρεξη» και να μας κρατήσουν συντροφιά το φετινό καλοκαίρι. 


Από 'δω και πάνω 

Ο Γιάννης Αγγελάκας πιστός στο ραντεβού του, μας παρουσιάζει το βιβλίο - cd Γελαστή Ανηφόρα. Το βιβλίο περιέχει αδημοσίευτα κείμενα του Αγγελάκα. Ο κυριότερος εκπρόσωπος της ελληνικής εναλλακτικής ροκ σκηνής συνεργάζεται με τους γνωστούς μουσικούς που τον συντροφεύουν τα τελευταία χρόνια και βγάζουν αυτό τον υπέροχο δίσκο σε σύνθεση, ερμηνεία και στίχους του Γιάννη Αγγελάκα. 


7 

Ο Θάνος Μικρούτσικος μας παρουσιάζει ένα δίσκο - βιβλίο με μουσική διάθεση τζαζ δείχνοντας για ακόμη μία φορά το ταλέντο του. Επτά ποιήματα του Γιώργου Κακουλίδη και επτά πίνακες του Γιώργου Λαζόγκα. 

Αντήχηση 

Μετά την κυκλοφορία του προηγούμενου δίσκου του στην inner ear records, ο Κ. Βήτα κυκλοφορεί από τη MINOS-EMI την καινούρια του δουλειά, Αντήχηση. Έχοντας αφήσει πίσω του τους Στέρεο Νόβα, έχει αλλάξει κατά πολύ τα ακούσματα και τις συνθέσεις του. Με ύφος καθαρά ηλεκτρονικό μας παρουσιάζει τη νέα του δουλειά. 


Ετών 16 

Τα Κίτρινα Ποδήλατα επιστρέφουν με νέο άλμπουμ, όπως μας έχουν συνηθίσει, με δυνατές ερμηνείες και δυνατές - σκληρές κιθάρες. Ο Γιώργος και ο Αλέξανδρος Παντελιάς δημιουργούν για ακόμη μία φορά τόσο σε στίχο όσο και σε σύνθεση ένα πολύ δυνατό άλμπουμ. Στην παρέα των δύο παιδιών έρχονται να τραγουδήσουν η Μελίνα Κανά, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και ο Μπάμπης Στόκας .Ο δίσκος είναι αφιερωμένος στα παιδιά των 16 ετών που δε μπορούν να ενταχθούν στην κοινωνία όσα προσόντα και να έχουν. Καλή ακρόαση... 

25 Ιουν 2013

Αρσενική Πόρνη

                                                              Stratos Prousalis photography


Η κατάρα
Όσο κι αν τρέχω
Παραμένω ακίνητος
Η μούσα 
Στολισμένη με ξύδια και ουσίες
Σαν κοίταξε στα βάθη της ψυχής μου
Έντρομη
Τάισε με το είναι της
Του δρόμου τα σκυλιά
Έτσι η μελάνη μου στέρεψε
Ένας ίσκιος 
Που τρεμοπαίζει στο σκοτάδι.

Στράτος Π.

24 Ιουν 2013

Food for Love (2013)


Του Νέστορα Πουλάκου

Ως είθισται λίγο πριν τις γιορτές του Πάσχα, η στήλη HellasFilm καταπιάνεται με το ντοκιμαντέρ, αυτό το παρεξηγημένο κινηματογραφικό είδος που όμως κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στις τάξεις των σινεφίλ. Για δεύτερη χρονιά παρουσιάζουμε μια δουλειά της έμπειρης σκηνοθέτριας Μαριάννας Οικονόμου, για την ακρίβεια το τελευταίο ντοκιμαντέρ της «Food for Love», που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο πρόσφατο 15ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, αποκομίζοντας θετικά σχόλια και κερδίζοντας την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των ξένων αγοραστών. Αυτήν τη φορά η Οικονόμου καταπιάνεται με την παραδοσιακή Ελληνίδα μητέρα! Κι όμως, ένα τόσο συνηθισμένο στοιχείο - γεγονός της καθημερινότητας στη χώρα μας, όπως και της παράδοσης μας, δεν έχει απασχολήσει τόσο τον κινηματογράφο, γίνεται αντικείμενο ενασχόλησης της δημιουργού για το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ. Και πιο σωστά, η Οικονόμου μιλά για την Ελληνίδα μητέρα, τη σχέση της με το φαγητό (μουσακάς, γεμιστά, φασολάκια, παπουτσάκια κ.ά.) και κατ’ επέκταση τα παιδιά της, τα οποία είτε ζουν μακριά της και τη νοσταλγούν είτε αγαπούν τόσο τη μαγειρική της που και πάλι δεν την «αποχωρίζονται». Μάλιστα, η αποστροφή της επίσημης υπόθεσης από την εταιρεία παραγωγής της ταινίας (η Inkas Films της Λιλέτ Μπόταση) συνοψίζει όλη αυτήν τη διαχρονική συνήθεια και αγαπημένη λατρεία: «Η απέραντη αγάπη της Ελληνίδας μάνας προς τα παιδιά της φτάνει μέχρι την άκρη της γης! Όσο μακριά κι αν είναι το παιδί της, το φαγητό της θα το ακολουθεί.» Το σπιτικό φαγητό είναι το πιο «ισχυρό όπλο» των μανάδων, ειδικώς των Ελληνίδων, οι οποίες μεγαλωμένες με τα ανατολίτικα πρότυπα της παράδοσης, της οικογένειας και του «ζεστού» σπιτιού, μεταλαμπαδεύουν την ίδια αγάπη και φροντίδα στα δικά τους παιδιά, παρά τις όποιες και δεδομένες αντιθέσεις τους. Η κάμερα της Οικονόμου διεισδύει στα σπίτια της Βίκυς, της Βάσως και της Μαρίας, στη σύγχρονη Αθήνα, οι οποίες μιλούν για τη σχέση με τα παιδιά τους, τα προβλήματα και τις ανησυχίες που αντιμετωπίζουν για διάφορα καθημερινά προβλήματα που προκύπτουν, και φυσικά αναδεικνύουν το τρίπτυχο μητέρα – σπιτικό φαγητό – παιδί, αυτήν τη στοργική σχέση εμπιστοσύνης και φροντίδας για την οποία «αγωνίζονται» ώστε να μην εκλείψει από τις σύγχρονες οικογένειες. Μάλιστα, η ίδια μητέρα που φτιάχνει με παραδοσιακό τρόπο μουσακά, μετά από λίγο μπορεί να μιλά μέσω skype (!) με το γιο της που ζει σε μια άλλη πόλη. Με άλλα λόγια, παράδοση και νέες τεχνολογίες συναντιούνται! Ένα ντοκιμαντέρ εθνικού αλλά και εθνογραφικού περιεχομένου, αν μη τι άλλο μια κινηματογραφική δουλειά που αποτυπώνει την ανθρωπογεωγραφία μας χώρας που θέλουμε όλοι -τουλάχιστον, πιστεύω- να διατηρηθεί και να συνεχίσει να μας περιβάλλει. Άλλωστε, η οικογένεια ως δομικό στοιχείο ενός λαού και μιας χώρας είναι αυτό που περισσότερο ενώνει παρά χωρίζει, αποδιώχνοντας βέβαια την όποια προοπτική της εσωστρέφειας και του αυτισμού. Κι αυτό αποτυπώνεται πλήρως στη σχέση της Ελληνίδας μητέρας με το φαγητό και το παιδί της. Η ταινία κέρδισε το πρώτο βραβείο στο σεμινάριο ντοκιμαντέρ του Storydoc το 2010 και συμμετείχε στο Pitching Forum Docs Barcelona του International Documentary Festival Barcelona 2011. Προβλήθηκε στο πρόγραμμα προβολών της Αγοράς Docs in Progress του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2012 και το Μάρτιο του 2013 προβλήθηκε στο τμήμα Μικρές Αφηγήσεις του επίσημου προγράμματος του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2013.

Είμαι... (1984)


Του Νέστορα Πουλάκου

Γυρισμένο το 1984, το σκηνοθετικό ντεμπούτο «Eίμαι...» του Βασίλη Μπουντούρη («Μπίζνες στα Βαλκάνια») εντάσσεται στο δημοφιλή -τότε- κοινωνικό κινηματογράφο της δεκαετίας, που βασιζόταν σε αληθινές ιστορίες για να γίνει καταγγελτικός και δηκτικός σε ένα ευρύ φάσμα του κοινού της εποχής. Ένας άλλος «Άγγελος» είναι το «Είμαι…», που χωρίς να μας το λέει συμπεραίνουμε ότι εκκινήθηκε από κάποια αφήγηση πραγματικού περιστατικού. Η συνέχεια του τίτλου, όπως θα καταλάβετε παρακολουθώντας την ταινία, περιλαμβάνει τη λέξη πόρνη. Από γενιά σε γενιά, οι γυναίκες ενός σπιτιού μικρασιατικής προέλευσης καταλήγουν στην πορνεία, με δυσάρεστα κοινωνικά αποτελέσματα και αντίκτυπο. Η μητέρα που ήρθε στην Ελλάδα μετά την καταστροφή «έστρωσε» καταπώς φαίνεται το δρόμο στην κόρη της, τη Ρίτα, η οποία όμως με τη σειρά της θέλει να σώσει το δικό της παιδί από την… αναπόφευκτη αυτή «κατάρα» - μοίρα. Σε αυτό το σημείο της ιστορίας μπαίνουν και οι αντρικοί χαρακτήρες – εντελώς καταλυτικοί για την εξέλιξη της. Καταρχάς είναι ο πρώην νταβατζής της Ρίτας, ο οποίος βγαίνει από τη φυλακή με σκοπό να την «κατακτήσει» ξανά, και πάλι. Σε μια θαυμάσια ερμηνεία ο Νίκος Καλογερόπουλος, υποδύεται έναν άνθρωπο της νύχτας, ένα λαϊκό και αδίστακτο «νονό», ο οποίος θα κάνει τα πάντα για να φέρει πίσω την «πραμάτεια» του: θα τη βιάσει με φίλους του, θα την τρομοκρατήσει και θα την κακοποιήσει, θα την εκβιάσει αλλά και θα προσπαθήσει να διαβάλλει την κόρη της. Από την άλλη μεριά, υπάρχει και ο μεροκαματιάρης και οικογενειάρχης λαϊκατζής, που είναι ερωτευμένος από μικρός με τη Ρίτα και θέλει τώρα, δεκαετίες μετά να την κάνει δική του και να τη βάλει στον ίσιο δρόμο. Όχι μόνο δεν τα καταφέρνει αλλά τρώει και το κεφάλι του, μια και ο νταβατζής και η αστυνομία παραμονεύουν στη γωνία. Η ιστορία που δομεί ο Μπουντούρης στο γκρίζο, μικροαστικό τοπίο της οπισθοδρομικής Αθήνας φέρει μεν πολλά από τα κλισέ των σκοτεινών ιστοριών της εποχής εκείνης, με περιθωριακούς ήρωες και άντεργκραουντ καταστάσεις και στέκια της νυχτερινής ζωής της πόλης. Διαθέτει όμως και ένα σκληρό και ωμό ρεαλισμό που σοκάρει. Οι σκηνές βίας, η παράνοια της γιαγιάς πόρνης και η αγωνία της Ρίτας για τη μικρή -δική της- κόρη, η οποία είναι γεμάτη με απορίες, εξάρσεις και αντιθέσεις, σε συνδυασμό με τις σεξουαλικές τριβές των χαρακτήρων προκαλούν ενστάσεις και προβληματισμούς. Η ατίθαση ερμηνεία της Λυδίας Λένωση, ο ρόλος – τσαμπουκάς του Νίκου Καλογεροπούλου και ο εξαιρετικός αντικατοπτρισμός του μπουχτισμένου επαρχιώτη στο πρόσωπο του Γιώργου Σαμπάνη, είναι τα δομικά στοιχεία που συντέλεσαν στην εισπρακτική επιτυχία της ταινίας στις αίθουσες. Παρολαυτά δεν τιμήθηκε με κανένα βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ενώ πολλά χρόνια αργότερα τιμήθηκε από το 7ο Φεστιβάλ Καλτ Ελληνικού Κινηματογράφου του 2009.

Ανατολική Περιφέρεια (1979)


Του Νέστορα Πουλάκου 

Η στήλη HellasFilm κάνει ένα διάλειμμα από τον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1990 ώστε να προβάλλει την ταινία του πρωτοεμφανιζόμενου -τότε- Βασίλη Βαφέα «Ανατολική Περιφέρεια», που εντυπωσίασε στο 20ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κερδίζοντας το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και προβλήθηκε στο πολύ σημαντικό τσέχικο Φεστιβάλ του Καρλόβι Βάρι. Αφορμή γι’ αυτή την επιλογή στάθηκε η προβολή της ταινίας στο πρόσφατο αφιέρωμα «Οι Τέχνες Συναντούν τη Βιομηχανία», που διεξήχθη στην Τεχνόπολις στο Γκάζι, και την κινηματογραφική ενότητα είχε επιμεληθεί η συγγραφέας και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου Σώτη Τριανταφύλλου. Στην «Ανατολική Περιφέρεια» ο Βαφέας μιλάει για την επαγγελματική στάση και πορεία ενός νέου επιστήμονα, με ειδικότητα χημικού, ο οποίος μετά τις σπουδές του ψάχνει για δουλειά. Φυσικό επόμενο είναι να μπλεχτεί στον κυκεώνα της ανεύρεσης εργασίας στη μεταπολιτευτική Ελλάδα των ευκαιριών. Πρώτα πηγαίνει συστημένος σε μια μικρή μεν πολυπρόσωπη δε οικογενειακή φαρμακευτική εταιρία. Ο πανζουρλισμός, το χάος, η ανοργανωσιά και η αυταρχικότητα της ιδιοκτήτριας-διευθύντριας τον αναγκάζουν να αποχωρήσει άρον-άρον. Αυτή είναι και η πρώτη ιστορία της ταινίας του Βαφέα. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, ο πρωταγωνιστής μας προσλαμβάνεται στη θυγατρική μιας πολυεθνικής φαρμακοβιομηχανίας, που έχει για πρόεδρο έναν Αμερικανό γιάπη και τεχνοκράτη. Εδώ τα πράγματα είναι πιο σοβαρά και επαγγελματικά, η πίεση όμως που ασκείται είναι μεγαλύτερη και η πλύση εγκεφάλου έντονη. Ο ήρωας μας «χάνεται» κυριολεκτικά μες σε αυτό το περιβάλλον, αλλάζει, αλλοτριώνεται και εντέλει καταλήγει στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η ματαιότητα της ματιάς του πάνω στα πράγματα είναι πλέον δεδομένη. Ο Βασίλης Βαφέας μετά τις πετυχημένες μικρού μήκους ταινίες του, επικεντρώνεται σε θέματα βαθιά ανθρώπινα, της καθημερινότητας, καταγράφοντας τα με μια ντοκιμαντερίστικη μυθοπλασία. Αυτό το ύφος όπως και την επιλογή των θεμάτων θα εντοπίσουμε εντονότερα και σε μεταγενέστερες ταινίες του, όπως το «Ρεπό». Η ματιά του κινείται στα όρια της μπουνιουελικής σουρεαλιστικής πραγματικότητας, που όσο δραματική ή προβληματική κι αν είναι, τόσο ενέχει μια ειρωνεία και μια σάτιρα που τσιγκλάει και ερεθίζει συνειδησιακά το θεατή. Με ένα πολύ σημαντικό επιτελείο ηθοποιών, οι περισσότεροι εξ αυτών έκαναν αργότερα σημαντική καριέρα στον κινηματογράφο, το θέατρο και την τηλεόραση, ο σκηνοθέτης φιλοτεχνεί την πραγματικότητα που αφουγκράζεται παρουσιάζοντας την με γκρίζα, μουντά χρώματα. Ο Βαφέας με αυτή την ταινία αναδεικνύεται σε έναν πολύτιμο χρονικογράφο της μεταπολιτευτικής εποχής, που όμως δεν κάνει ντοκιμαντέρ αλλά μια έξυπνη κοινωνική σάτιρα υπό το πρίσμα της ρεαλιστικής μυθοπλασίας. Το σινεμά του είναι έντονα επηρεασμένο από τη γενιά του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, άλλωστε ο ίδιος πρωτοστατεί στην πρώτη γενιά σκηνοθετών μετά από εκείνη την κινηματογραφική «επανάσταση» στην Ελλάδα που πρώτα «έριξε» το σινεμά του Φίνου και μετά τη βιντεοκασέτα. 

*Τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν στη στήλη HellasFilm στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (27/3 - 24/4/2013).

23 Ιουν 2013

Μπλοκμπάστερ και κινούμενα σχέδια


Του Νέστορα Πουλάκου

Πιάσανε οι ζέστες και ως εκ τούτου τα θερινά σινεμά γεμίζουν. Μια και δεν τα «είπαμε» την προηγούμενη εβδομάδα, το κινηματογραφικό γεγονός των ημερών είναι η ρομαντική ιστορία Πριν τα μεσάνυχτα, με τους Ίθαν Χοκ και Ζιλί Ντελπί, που γυρίστηκε στην Καλαμάτα, τη μεσσηνιακή Μάνη και -φυσικά- το ξενοδοχείο Κόστα Ναβαρίνο. Από την άλλη μεριά, τα πρώτα χολιγουντιανά μπλοκμπάστερ και παιδικά κινούμενα σχέδια εμφανίζονται για να γεμίσουν αίθουσες και να προσφέρουν θέαμα και γέλιο. Αυτή την εβδομάδα, ξεχωρίζουν δυο επιστροφές: αυτή του Σούπερμαν αλλά και εκείνη των ηρώων του δημοφιλούς και πετυχημένου κόμικ Μπαμπούλας Α.Ε. 

Ο άνθρωπος από ατσάλι δεν εντυπωσιάζει 

Η πολυαναμενόμενη επιστροφή (ξανά μανά) του Σούπερμαν με την ταινία Άνθρωπος από ατσάλι (Man of steel), όσο και να θέλουν άπαντες να την τραβήξουν από τα μαλλιά, δε μας εντυπωσίασε. Άλλωστε, στο γενικότερο κλίμα της έκρηξης των κόμικ στον κινηματογράφο ελέω των ηρώων της Μάρβελ και του νολανικού Μπάτμαν, τα χολιγουντιανά στούντιο μπορούν να κάνουν όσα reboot τους καπνίσει… Τι κι αν είδαμε την επιστροφή του Σούπερμαν το 2006 δια χειρός Σίνγκερ; Σιγά! Μακρόσυρτο στη διάρκεια του, επικό στη σύλληψη του, καλοφτιαγμένο με τα εφέ και τα όλα του, αλλά και με το all star επιτελείο του, από τον παραγωγό (Κρίστοφερ Νόλαν), το σκηνοθέτη (Ζακ Σνάιντερ), το σεναριογράφο (Ντέιβιντ Γκόγερ), τους πρωταγωνιστές (Χένρι Κάβιλ, Έιμι Άνταμς, Μάικλ Σάνον, Κέβιν Κόστνερ, Ντάιαν Λέιν, Ράσελ Κρόου κ.ά.), ο νέος Σούπερμαν δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα κουραστικό παραμυθάκι εξωγήινων – γήινων πασπαλισμένο με την απαραίτητη χρυσόσκονη ώστε να εντυπωσιάσει. Ουσιαστικά αυτή η ταινία ξαναφτιάχνει τον κόμικ μύθο του Σούπερμαν, κρατώντας μόνο τις βασικές αρχές του -ότι ακριβώς δηλαδή έκανε με το Μπάτμαν ο Νόλαν, ο οποίος -καθόλου τυχαία- βρίσκεται πίσω κι από αυτή την ταινία. Όμως δεν είναι κάθε μέρα του Άι-Γιαννιού, και η επιτυχία του Μπάτμαν προκύπτει μια στο τόσο. Άρα, εξοπλιστείτε με υπομονή ώστε να αντέξετε 143 λεπτά ελάχιστης περιπέτειας και ακατάσχετης πολυλογίας με μπόλικα φλας μπακ. 

Αναμάσημα μεν γέλιο δε 

Όπως έχουμε ξαναγράψει, η σεναριακή «πρωτοτυπία» στο Χόλιγουντ βρίσκεται σε τέτοια ύφεση ώστε μπορεί να επαναφέρει στο προσκήνιο όποιον ήρωα από το παρελθόν της θυμηθεί. Εν προκειμένω, οι πρωταγωνιστές του δημοφιλούς και άκρως πετυχημένου κόμικ Μπαμπούλας Α.Ε., επανέρχονται στο προσκήνιο 12 χρόνια μετά με τους Μπαμπούλες πανεπιστημίου (Monsters university) για να γεμίσουν τις άδειες αίθουσες και να προσφέρουν το γέλιο που χρειαζόμαστε. Μήπως έχετε να πείτε κάτι; Καλοκαίρι είναι, τα παιδικά έργα σκίζουν και η Pixar θέλησε ένα δυνατό κινούμενο σχέδιο. Τα κατάφερε εν μέρει. Καθότι οι ατσούμπαλοι, τραγελαφικοί και ασχημομούρηδες ήρωες της νέας αυτής ταινίας προκαλούν γέλιο με τα καμώματα, τα αστεία και τα μπάχαλα τους, προσφέροντας την ίδια στιγμή ισάξιες συναισθηματικές δόσεις και έντονες στιγμές. Ένα αποτέλεσμα που θα δικαιώσει μικρούς και μεγάλους για την επιλογή τους, αρκεί… να μην άνηκε στο παρελθόν! Είπαμε, η σεναριακή ένδεια είναι εδώ. 

Παίζονται ακόμη 

Τρεις ταινίες δεν προβλήθηκαν στους δημοσιογράφους. Ο γάμος της χρονιάς (The big wedding) μπορεί να διαθέτει από τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και την Κάθριν Χέιγκλ έως την Αμάντα Σίφριντ, τη Ντάιαν Κίτον, τη Σούζαν Σάραντον και τον Ρόμπιν Γουίλιαμς, όμως έρχεται απ’ έξω με κακές κριτικές και λίγα εισιτήρια. Άρα δε μου κάνει εντύπωση η αποφυγή της δημοσιογραφικής προβολής από την εταιρεία διανομής της. Σε επανέκδοση προβάλλονται δυο κλασικά αριστουργήματα: η Δασκάλα του πιάνου (La pianiste) του Αυστριακού Μίκαελ Χάνεκε, παραγωγής 2001, με την Ιζαμπέλ Ιπέρ. Και Ο καλός στρατιώτης Σβέικ (The Good Soldier Schweik), αυτή η αθάνατη γερμανική κωμωδία του 1960. 

Άνθρωπος από ατσάλι ** 
Μπαμπούλες πανεπιστημίου **1/2 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (23-6-2013). 

Οι κριτικές ταινιών στο SevenArt.gr (20-6-13) 

Μπαμπούλες Πανεπιστημίου (5/10) 

Όπως έχουμε ξαναγράψει, η σεναριακή «πρωτοτυπία» στο Χόλιγουντ βρίσκεται σε τέτοια ύφεση ώστε μπορεί να επαναφέρει στο προσκήνιο όποιον ήρωα από το παρελθόν της θυμηθεί. Εν προκειμένω, οι πρωταγωνιστές του δημοφιλούς και άκρως πετυχημένου κόμικ «Μπαμπούλας Α.Ε.», επανέρχονται στο προσκήνιο 12 χρόνια μετά ώστε να γεμίσουν τις άδειες αίθουσες και να προσφέρουν το γέλιο που χρειαζόμαστε. Μήπως έχετε να πείτε κάτι; Καλοκαίρι είναι, τα παιδικά έργα σκίζουν και η Pixar θέλησε ένα δυνατό κινούμενο σχέδιο. Τα κατάφερε εν μέρει. Καθότι οι ατσούμπαλοι, τραγελαφικοί και ασχημομούρηδες ήρωες της νέας αυτής ταινίας προκαλούν γέλιο με τα καμώματα, τα αστεία και τα μπάχαλα τους, προσφέροντας την ίδια στιγμή ισάξιες συναισθηματικές δόσεις και έντονες στιγμές. Ένα αποτέλεσμα που θα δικαιώσει μικρούς και μεγάλους για την επιλογή τους, αρκεί… να μην άνηκε στο παρελθόν! Είπαμε, η σεναριακή ένδεια είναι εδώ. 

Άνθρωπος από ατσάλι (4/10) 

Η πολυαναμενόμενη επιστροφή (ξανά μανά) του Σούπερμαν, όσο και να θέλουν άπαντες να την τραβήξουν από τα μαλλιά, δε μας εντυπωσίασε. Άλλωστε, στο γενικότερο κλίμα της έκρηξης των κόμικ στον κινηματογράφο ελέω των ηρώων της Μάρβελ και του νολανικού Μπάτμαν, τα χολιγουντιανά στούντιο μπορούν να κάνουν όσα reboot τους καπνίσει… Τι κι αν είδαμε την επιστροφή του Σούπερμαν το 2006 δια χειρός Σίνγκερ; Σιγά! Μακρόσυρτο στη διάρκεια του, επικό στη σύλληψη του, καλοφτιαγμένο με τα εφέ και τα όλα του, αλλά και με το all star επιτελείο του, από τον παραγωγό (Κρίστοφερ Νόλαν), το σκηνοθέτη (Ζακ Σνάιντερ), το σεναριογράφο (Ντέιβιντ Γκόγερ), τους πρωταγωνιστές (Χένρι Κάβιλ, Έιμι Άνταμς, Μάικλ Σάνον, Κέβιν Κόστνερ, Ντάιαν Λέιν, Ράσελ Κρόου κ.ά.), ο νέος Σούπερμαν δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα κουραστικό παραμυθάκι εξωγήινων – γήινων πασπαλισμένο με την απαραίτητη χρυσόσκονη ώστε να εντυπωσιάσει. Ουσιαστικά αυτή η ταινία ξαναφτιάχνει τον κόμικ μύθο του Σούπερμαν, κρατώντας μόνο τις βασικές αρχές του -ότι ακριβώς δηλαδή έκανε με το Μπάτμαν ο Νόλαν, ο οποίος -καθόλου τυχαία- βρίσκεται πίσω κι από αυτή την ταινία. Όμως δεν είναι κάθε μέρα του Άι-Γιαννιού, και η επιτυχία του Μπάτμαν προκύπτει μια στο τόσο. Άρα, εξοπλιστείτε με υπομονή ώστε να αντέξετε 143 λεπτά ελάχιστης περιπέτειας και ακατάσχετης πολυλογίας με μπόλικα φλας μπακ.

22 Ιουν 2013

Κινηματογράφος 2012


Του Νέστορα Πουλάκου

Για 20η συνεχή χρονιά κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το ετήσιο αλμανάκ - κινηματογραφικός οδηγός της χρονιάς που έφυγε, εν προκειμένω του 2012, της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) Κινηματογράφος 2012. Πρόκειται για μια έκδοση που έχει γίνει θεσμός μια και αποτελεί το μοναδικό πλήρη κατάλογο – οδηγό για ότι έχει συμβεί στον ελληνικό κινηματογράφο, χωρίς φυσικά να «ξεχνάει» και τα μεγάλα γεγονότα διεθνώς. Φέτος, το αλμανάκ της Π.Ε.Κ.Κ. εμφανίζεται σαφώς ανανεωμένο και εμπλουτισμένο: 

- Εγκαινιάζεται το ειδικό ένθετο Κριτική: 2-3 πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν, με δοκίμια περί κριτικής κινηματογράφου από επαγγελματίες του χώρου. Σε αυτό το πρώτο μέρος, απασχολούν θέματα όπως η κριτική ως τέχνη, η σχέση της κριτικής με την Ευρωπαϊκή πολιτική, την κρίση και το διαδίκτυο, αλλά και το επάγγελμα της κριτικής αυτό καθαυτό στο σημερινό τοπίο της ανεργίας και της υποαπασχόλησης. 
- Αναλύονται διεξοδικά οι δράσεις της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Πιο συγκεκριμένα, το χρονικό της σύγκρουσης της Π.Ε.Κ.Κ. με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης μετά την απαγόρευση του να απονείμει το καθιερωμένο βραβείο της στην τελετή λήξης της 53ης διοργάνωσης. Τα βραβεία του απένειμε το σωματείο των Ελλήνων κριτικών στην καλύτερη μικρού μήκους ταινία ("Χαμομήλι" του Νεριτάν Ζιντζιρία, στο Φεστιβάλ Δράμας) και στο καλύτερο ντοκιμαντέρ ("Κατινούλα" της Μύρνας Τσάπα, στο Φεστιβάλ Χαλκίδας), με αντίστοιχες συνεντεύξεις των δημιουργών. Τέλος, το περιεκτικό αφιέρωμα στο σύγχρονο τουρκικό κινηματογράφο που διεξήχθη σε συνεργασία με το 25ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. 
- Κείμενα αγάπης και μνήμης για τις σημαντικές απώλειες της χρονιάς που πέρασε, του Θόδωρου Αγγελόπουλου και του Αντώνη Στεργιάκη, τα οποία συνοδεύουν το καθιερωμένο In memoriam με σπουδαία κινηματογραφικά πρόσωπα διεθνώς που «έφυγαν» το 2012. - Ενισχυμένη εμφανίζεται η ενότητα για τα ελληνικά φεστιβάλ κινηματογράφου. Διαβάζουμε κείμενα για τα δυο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (Κινηματογράφου και Ντοκιμαντέρ), τις Νύχτες Πρεμιέρας, το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου και τα περιφερειακά Φεστιβάλ της Ολυμπίας, της Δράμας και της Νάουσας. Επίσης, παρατίθενται τα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, τα SevenArt Awards 2012 
- Κινηματογραφικά Βραβεία Κοινού που διοργάνωσε το γνωστό ενημερωτικό πόρταλ, ενώ υπάρχει και ένας πίνακας που καταγράφει τα φεστιβάλ που διεξήχθησαν σε όλη τη χώρα. 

Πλην των παραπάνω βρίσκουμε, όπως κάθε χρονιά, στο αλμανάκ Κινηματογράφος 2012: 180 σελίδες με όλες τις ταινίες που παίχτηκαν στις ελληνικές αίθουσες συνοδευμένες από μια κριτική γι’ αυτές. Το ιδιαιτέρως κατατοπιστικό box office της χρονιάς από τον Δημήτρη Κολιοδήμο. Όλες τις κινηματογραφικές εκδόσεις που κυκλοφόρησαν μες στο 2012 από τον πρόεδρο της ΟΚΛΕ Δημήτρη Καλαντίδη. Τον απολογισμό της κινηματογραφικής σεζόν από τον Νίνο Φενέκ Μικελίδη. Κείμενα για τα σημαντικά φεστιβάλ του εξωτερικού (Κάννες, Βενετία, Βερολίνο) καθώς και τα βραβεία των γνωστότερων θεσμών (Όσκαρ, Χρυσές Σφαίρες, BAFTA, Σεζάρ, Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου). 

Για το τέλος άφησα τις ταινίες που αναδείχθηκαν ως οι καλύτερες για το 2012 από τους Έλληνες κριτικούς: έπειτα από σχετική ψηφοφορία τους κορυφαίες ταινίες είναι η "Αγάπη" του Μίκαελ Χάνεκε και ο "Άδικος κόσμος" του Φίλιππου Τσίτου. Για πιο αναλυτικά δείτε εδώ. 

Το αλμανάκ της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) Κινηματογράφος 2012 κοστίζει 10 ευρώ. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στην επίσημη ιστοσελίδα του σωματείου www.pekk.gr. 

*Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (17-6-13).

21 Ιουν 2013

ΒΙΒΛΙΑ/ΒΙΒΛΙΑ/ΒΙΒΛΙΑ/ΒΙΒΛΙΑ


Εσύ είσαι, που νανούρισες ένα κομματιασμένο παιδί.

Δρόμοι με ματωμένα γόνατα, ποίηση, Νίκος Κυριακίδης, Εκδόσεις Ars Poetica 2013

**

Δεν ήρθα μάταια στη ζωή.

Ποιήματα και επιστολές, ποίηση, Έμιλι Ντίκινσον, Εκδόσεις Gutenberg 2013

**

Ψάχνεις το φως για να πιαστείς.

Εποχή μου είναι η ποίηση, ποίηση, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013

**

Το μητρικό βλέμμα αλλοιώθηκε: πήρε μια έκφραση απορίας

Ως το τέλος, μυθιστόρημα, Τζούλια Γκανάσου, Εκδόσεις Γκοβόστη 2013

**

Κόκκινα μολυβένια στρατιωτάκια.

Οι αισιόδοξοι, μυθιστόρημα, Βαγγέλης Μπέκας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013

**

Νομίζεις ότι έχεις τα φόντα για επανάσταση;

Εκτός εαυτού, θεατρικό, Μαρία Γιαγιάννου, Εκδόσεις Σμίλη 2013

20 Ιουν 2013

Η Άλλη Όψη (1991)


Του Νέστορα Πουλάκου

Μετά την επιτυχία του «Καραβάν Σαράι» (το είχαμε παρουσιάσει παλιότερα στη στήλη HellasFilm), ο Τάσος Ψαρράς στράφηκε σε πιο κοινωνικά, σύγχρονα θέματα, που απασχολούσαν μάλιστα την κοινή γνώμη της εποχής. Άσχετα από το τελικό αποτέλεσμα, αυτή η απόφαση του Ψαρρά μόνο θετικά μπορεί να ιδωθεί, συντελώντας με αυτό τον τρόπο στην αφύπνιση του κόσμου και μέσω του κινηματογράφου. Συνεχίζουμε το αφιέρωμα στον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1990 (προηγήθηκε το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Δημήτρη Ινδαρέ), με την πέμπτη ταινία του πολύ ταλαντούχου σκηνοθέτη Τάσου Ψάρρα, μεταξύ άλλων και ιδιαιτέρως ενεργού σε διοικητικά συμβούλια οργανισμών, όπως του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, του Μουσείου Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας κ.ά. «Η Άλλη Όψη» (1991) συνέχισε την έντονη ενασχόληση του ελληνικού σινεμά με θέματα που άπτονται της δημοσιότητας της εποχής και που είχαν συγκλονίσει. Το ζήτημα του AIDS ελάχιστα μπήκε στην ελληνική ταινία, παρόλο που η συγκεκριμένη νόσος-θάνατος της δεκαετίας του 1980 χτύπησε και τη δική μας κοινωνία σε μεγάλο βαθμό. Ο Ψαρράς διασκεύασε το δημοφιλές διήγημα «Το Μυστικό» του σπουδαίου πεζογράφου Περικλή Σφυρίδη (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη) και καταπιάστηκε με το θέμα-ταμπού για την εποχή. Μάλιστα, η καινοτομία ήταν ότι δεν πρόβαλε το AIDS μέσα από ομάδες περιθωριοποιημένων ατόμων ή ομοφυλόφιλων, όπως συνηθιζόταν τότε, αλλά μέσω μιας οικογένειας και ενός γνωστού «υπεράνω πάσης υποψίας» δικηγόρου. Τον πρωταγωνιστεί ερμήνευσε ο Νικήτας Τσακίρογλου. Πετυχημένος δικηγόρος, με οικογένεια και δυο παιδιά, που χτίζει βίλα στην Πεντέλη, διαθέτει και ουκ ολίγες εξωσυζυγικές σχέσεις με άλλες γυναίκες. Ο κόσμος του όμως ανατρέπεται όταν μαθαίνει ότι είναι φορέας του AIDS μετά από μια αιμοδοσία που έκανε. Υποπτεύεται τη γυναίκα του, που όντως τελικά έχει εραστή, ενώ μαθαίνει ξαφνικά ότι η μεγάλη κόρη του είναι μπλεγμένη στα ναρκωτικά, αφού ουσιαστικά είχε εγκαταλείψει το σπίτι του χάρη στη δουλειά και τις ερωτικές του περιπτύξεις. Τελικά, κόλλησε τον ιό από την, επί χρόνια, πιστή ερωμένη του, η οποία πήγαινε εκδικητικά με άλλους άντρες χωρίς ποτέ να ελεγχθεί. Ενώ πρόκειται για ένα καυτό θέμα, όταν μάλιστα μπαίνει μέσω μιας τυπικής μεσοαστής οικογένειας αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον και είναι μακριά από κάθε είδους κλισέ, ο Ψαρράς κινείται σε ρηχά επίπεδα και το κυριότερο, δεν απογειώνει το δράμα στο τέλος, μια και τότε μπαίνουν το ένα πίσω από το άλλο τα κλισέ. Βραβείο ερμηνείας έλαβε η Δήμητρα Χατούπη για το ρόλο της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σε μια ταινία που θα μπορούσε να ήταν ορόσημο για το ελληνικό σινεμά της εποχής.

Ο Τσαλαπετεινός του Wyoming (1995)


Του Νέστορα Πουλάκου 

Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Δημήτρη Ινδαρέ εντυπωσίασε εκείνη τη χρονιά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ειδικώς το νεανικό κοινό. Μια ταινία για τους νέους και τις ερωτικές ανησυχίες τους αλλά και το πώς επηρεάζονται από το ενήλικο περιβάλλον τους και τις δικές του… ερωτικές αναζητήσεις. Με μια μητέρα να μένει έγκυος στα 42 της και έναν πατέρα που ερωτεύεται ξανά στα 55 του, η ερωτική ζωή ενός 20χρου μόνο μπερδεμένη μπορεί να είναι. Η στήλη HellasFilm επανέρχεται σε 15ήμερη βάση για να ασχοληθεί με το σινεμά της δεκαετίας του 1990, όλο τον επόμενο μήνα. Η αρχή γίνεται με τον Δημήτρη Ινδαρέ, ένα σκηνοθέτη που παρά τη δυναμική αρχή του δεν έχει δώσει άλλα σκηνοθετικά δείγματα γραφής πλην της «Γαμήλιας Νάρκης» του 2003. Επανερχόμαστε όμως στον… νεανικό «Τσαλαπετεινό του Wyoming» και το χιτ που έκανε εκείνη την εποχή χάρη και στις φρέσκες ερμηνείες των πρωταγωνιστών του, του Αλέξανδρου Λογοθέτη και της Βίκυς Βολιώτη. Η ιστορία του Μιχάλη είναι μπερδεμένη σε πολλά επίπεδα: αφενός μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στο Πάντειο και το συνεργείο αυτοκινήτων του πατέρα του, που είναι το ψώνιο και το μεράκι του. Αλλά και στις γυναίκες της ζωής του, μια νεαρή ζωγράφο που έχει ερωτευτεί μέχρι τα μπούνια, καθώς λέγεται, αλλά και μια ώριμη σαραντάρα που τον ελκύει και τον μεγαλώνει. Άλλωστε η ωρίμανση του χαρακτήρα του δεν έχει συντελεστεί ακόμη. Από την άλλη μεριά, ούτε το οικογενειακό περιβάλλον του τον βοηθάει να ηρεμήσει, τον σπρώχνει όμως να ωριμάσει γρηγορότερα. Ο πατέρας του, φίλος και αφεντικό μαζί, ερωτεύτηκε στα 55 του και θέλει να τα παρατήσει όλα, τη δουλειά και τον κόσμο που τον περιβάλλει. Η δε μητέρα του, σε ένα θαυμάσιο ρόλο η Μπέττυ Λιβανού, μένει έγκυος στα 42 της και αποφασίζει να κρατήσει ένα παιδί αγνώστου πατρός… Μια ταινία για τις γυναίκες αλλά και την ωρίμανση τόσο των νέων όσο και των μεγαλύτερων σε ηλικία που ξαναγίνονται ή νιώθουν μέσα τους την περασμένη νιότη τους. Μια ανάλαφρη ιστορία, που απορρέει από το τηλεοπτικό κλίμα και αισθητική της ιδιωτικής τηλεόρασης της εποχής, όμορφη, εύπεπτη, χαριτωμένη, δοσμένη με τρόπο χαλαρωτικό, η οποία αγγίζει μια ευρεία γκάμα ηλικιών και προβληματισμένων συνειδήσεων.

Τεριρέμ (1987)


Του Νέστορα Πουλάκου

Συνεχίζουμε με τη φιλμογραφία του Απόστολου Δοξιάδη στη στήλη HellasFilm, μελετώντας σήμερα τη δεύτερη και τελευταία ταινία του, το «Τεριρέμ», ένα φιλόδοξο έργο που παρά τις αρχικώς θετικές και ελπιδοφόρες στιγμές του στη συνέχεια «χάθηκε» στο μεσοδιάστημα των ιστοριών του. Μετά την ταινία αυτή ο Απόστολος Δοξιάδης δεν ασχολήθηκε ξανά δημιουργικά με τον κινηματογράφο. Η ταινία ακολουθεί έναν καραγκιοζοπαίχτη με την αφασική γυναίκα του. Το δίδυμο Καφετζόπουλος-Λαζαρίδου δένει αμέσως, αποτυπώνοντας στην οθόνη την τραγικότητα της φύσης του έρωτα τους. Περισσότερο συγκλονιστική είναι η ερμηνεία της Λαζαρίδου, για την οποία τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο από το Υπουργείο Πολιτισμού το 1988. Το ζευγάρι αυτό αντιμετωπίζει προβλήματα στη σχέση του, όταν κυρίως εμφανίζεται καρκίνος στη γυναίκα. Τότε είναι, που σε μια περιοδεία του Καφετζόπουλου εμφανίζεται στη ζωή του μια γυναίκα-φωτοβολίδα που θα τον παρασύρει προσωρινά. Στο χωριό που καταλήγει ο καραγκιοζοπαίχτης μια γριά γυναίκα βλέπει οράματα και ψάχνει τα λείψανα ενός αγίου της περιοχής και τη θαυματουργή εικόνα του. Την ίδια στιγμή ο γιός της διαπραγματεύεται με έναν απατεώνα την πώληση της εικόνας, ενώ την ίδια στιγμή ιερείς από το Άγιο Όρος σπεύδουν στο χωριό για να εντοπίσουν τι γίνεται. Η όλη εικόνα συντελεί στο θαύμα που πρωτίστως θα ωφελήσει το ζευγάρι και φυσικά την υγεία της γυναίκας. Μέσα από ένα μείγμα καλλιτεχνικού και βουκολικού σκηνικού, με τη μουσική σύνθεση του Διονύση Σαββόπουλου και τις οδηγίες του Ευγένιου Σπαθάρη για τις παραστάσεις του Καραγκιόζη, ο Δοξιάδης περιδιαβαίνει την ελληνική επαρχία αναζητώντας το θαύμα μέσα από την εκκλησία και τους αγίους της. Δυο δεκαετίες πριν τον «Δεκαπενταύγουστο» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, το ίδιο θέμα είχε απασχολήσει ξανά καταπώς φαίνεται τον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Απόστολος Δοξιάδης καταπιάνεται με τις σχέσεις ενός ιδιόμορφου ζευγαριού, και το πώς αυτό επηρεάζεται μέσα από τις εν γένει εξελίξεις της ίδιας της ζωής. Τότε είναι που όταν όλα μοιάζουν πως είναι χαμένα ή πως έχουν φτάσει σε τοίχο, έρχεται το «θαύμα», η ουτοπία ή όπως το λέει ο καθένας μας ώστε να πάει η ζωή του παρακάτω. H ταινία έκανε πρεμιέρα στο τμήμα Πανόραμα του Φεστιβάλ Βερολίνου, κερδίζοντας το Βραβείο CICAE (Ένωση Γερμανικών Arthouse Αιθουσών). 

*Τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν στη στήλη HellasFilm στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (13/2 - 13/3/2013).

19 Ιουν 2013

Pass2Day | 35 χρόνια αναμονής | #55

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.gr. Kάθε Τετάρτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 

Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας

 
Από το 1978 περιμένουμε τους Black Sabbath να βγάλουν καινούριο δίσκο. Σχεδόν κάθε χρόνο ακουγόταν ότι το γκρουπ έχει έτοιμη νέα δουλειά. Αυτό βέβαια δεν έγινε ποτέ. Φτάνουμε λοπόν στο 2013 και για ακόμη μία φορά ακούγεται ότι το συγκρότημα έχει νέο δίσκο στα σκαριά: στις 5/6/2013 κυκλοφορεί το «13» από τη Vertigo με την αρχική σύνθεση της μπάντας. Όλα αυτά τα χρόνια μιμητές, αντιγραφείς και λεηλάτες υπήρξαν πολλοί. Προσπαθούσαν να αντιγράψουν με πολύ άσχημο τρόπο τους Black Sabbath χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Το συγκρότημα όμως που γέννησε το heavy metal είναι εδώ. Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα με πολλά προβλήματα. 

Ο Iommy παλεύει χρόνια με τον καρκίνο. Ο Ozzy δε βρίσκεται στην καλύτερη δυνατή κατάσταση και η φωνή του είναι στη χειρότερη στιγμή από ποτέ, ενώ ο Ward αποσύρεται τελικά από την προσπάθεια αυτή και η ηχογράφηση του «13» ολοκληρώνεται με το ντράμερ των Rage Against The Machine, Brad Wilk. Οι Sabbath θέλουν να αναβιώσουν τη μουσική η οποία τους έκανε γνωστούς χωρίς κανένα ίχνος μοντερνισμού. Τις μουσικές επιρροές των πρώτων χρόνων της καριέρας τους θέλουν να τις περάσουν σε αυτόν το δίσκο. Πέτυχαν αυτό που ήθελαν. Οι συνθέσεις τους δεν ταιριάζουν σε χιτ της εποχής καθώς η απλο:iκότητά τους φαίνεται σε όλο τους το μεγαλείο. Ο Ozzy φανερά κουρασμένος προσπαθεί με όλους τους γνωστούς τρόπους να βγάλει εις πέρας τα κομμάτια, επιτυχημένα τις περισσότερες φορές, με τη διαφορά όμως ότι σε ζωντανές εμφανίσεις τα πράγματα θα είναι πολύ δύσκολα για αυτόν. O Butler (μπασίστας) και ο Wilk ακολουθούν τις συνθέσεις χωρίς να κάνουν τη διαφορά σε κανένα κομμάτι του δίσκου. Ο Iommy είναι για ακόμη μία φορά το «αφεντικό». Τα riffs σε όλα τα κομμάτια είναι απίστευτα ενώ τα σόλο του, ανάλογα με το κομμάτι, σε παραθέτουν άλλη φορά σε μπλουζ και άλλη φορά σε μέταλ. 

Στο δίσκο βέβαια δε λείπουν και τα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια -επτά λεπτά και πάνω- με το αποτέλεσμα φυσικά να τους δικαιώνει καθώς ξεδιπλώνεται το ταλέντο όλων αυτών των μεγάλων μουσικών. Εν κατακλείδι λοιπό το «13» είναι ένας δίσκος - αποτέλεσμα του παραγωγού Rick Rubin, γιατί τα μέλη της μπάντας δεν κατάφεραν ούτε μαι στιγμή να «βρεθούν» μουσικά. 

Τριάντα πέντε χρόνια είναι πολλά...