13 Ιαν 2014

Μίζες αλά ελληνικά


Του Νέστορα Πουλάκου 

Η κινηματογραφική στήλη Στοπ Καρέ σας εύχεται καλή χρονιά. Επανέρχεται στην πιο καυτή περίοδο για το σινεμά παγκοσμίως: την οσκαρική. Από εδώ και στο εξής, μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου, όλες οι υποψήφιες ταινίες για τα βραβεία Όσκαρ και τις Χρυσές Σφαίρες, θα περάσουν από τις κινηματογραφικές οθόνες της χώρας μας. Αυτή την εβδομάδα, δυο τέτοιες ταινίες θα προβληθούν στις αίθουσες: το «Inside Llewyn Davis» των αδελφών Κοέν και ο «Οδηγός διαπλοκής» του Ντέιβιντ Ράσελ. Θα σας προτείνουμε το δεύτερο. Μια ακόμη, πιο χαμηλόφωνη και σινεφίλ, επιλογή είναι ο «Ρενουάρ» του Ζιλ Μπουρντό. Η ταινία υπεισέρχεται στη ζωή της οικογένειας Ρενουάρ, στην εξοχική τους κατοικία στην Κυανή Ακτή, λίγο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, προβάλλοντας την αναστάτωση που φέρνει μια νεαρή γυναίκα στους άντρες του σπιτιού. Ανάμεσα στους οποίους συναντάμε τον διάσημο Ιμπρεσιονιστή ζωγράφο Πιερ-Ογκούστ Ρενουάρ και τον μετέπειτα μεγάλο σκηνοθέτη Ζαν Ρενουάρ. Πρόταση της Γαλλίας για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. 

Μίζες αλά ελληνικά 

Βασισμένη σε αληθινά περιστατικά που συνέβησαν στις ΗΠΑ, τη δεκαετία του 1970, η ταινία του Ντέιβιντ Ράσελ («Τρεις ήρωες», «The fighter», «Οδηγός αισιοδοξίας») παρουσιάζει πως ένα ιδιαίτερο κουαρτέτο μικροαπατεώνων και μικροφιλόδοξων ντετέκτιβ του FBI «αποκαλύπτει» την εκτεταμένη διαφθορά μιας σειράς υψηλόβαθμων κρατικών λειτουργών και αξιωματούχων. Ανάμεσα τους βρίσκουμε γυναίκες που σαγηνεύουν τους πάντες, τις οποίες υποδύονται η Έιμι Άνταμς και η Τζένιφερ Λόρενς, μαφιόζους, έναν δήμαρχο, αστυνομικούς, μικροαπατεωνίσκους και λογής λογής καθάρματα αλλά και οικογενειάρχες της συμφοράς, σε μια ιδιαίτερη σκηνοθετική εξτραβαγκάντσα του Ράσελ, ο οποίος αναμειγνύει τη κιτσαρία με τη σοβαρότητα της μίζας και της εξαπάτησης του δημοσίου. Ουσιαστικά, ο σκηνοθέτης που έχει βάλει στόχο να διαλύσει τη σιωπή που επικρατεί και να αναδείξει τις ακρότητες που συμβαίνουν στην καθημερινότητα των αμερικανών πολιτών, μπερδεύει το αστείο με το σοβαρό, τη δολιότητα με την αφέλεια και τη γελοιότητα με την πραγματικότητα που σοκάρει. Στις δυο και ώρες που κρατάει το έργο, η ψυχαγωγία φτάνει στο έπακρο. Σε αυτό φταίει η ποπ, σχεδόν χορευτική σκηνοθεσία του Ράσελ, αλλά και τα αλέγκρο παιξίματα των ανδρών ηθοποιών, που δίνουν τα ρέστα τους. Ο Κρίστιαν Μπέιλ και ιδίως ο Μπράντλεϊ Κούπερ προσφέρουν ένα κρεσέντο αστείων αλλά και ένα show κουτοπονηριάς και χαζομαρίστικης περιπέτειας, όπου οι σοβαρές, καταγγελτικές, πολιτικές ταινίες με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, πίσω στη δεκαετία του 1970, να γίνονται φύλλο και φτερό μπρος στην κωμικοτραγικότητα, τις αντιφάσεις, το μπανάλ αλλά και το ρεαλιστικά γκρίζο των καταστάσεων που περιγράφονται εδώ. Εν ολίγοις, η ταινία μοιάζει λες και η υπόθεση Μίζενς (εν προκειμένω μιλάει για την υπόθεση Άμπσκαμ) γυρίστηκε σε ταινία από μια πιο στιβαρή και συνειδητοποιημένη σκηνοθετική εκδοχή του Νίκου Ζερβού. 

Ανάμεσα σε δυο τέχνες 

Ανάμεσα σε δυο κόσμους ή ανάμεσα σε δυο τέχνες βρέθηκε τη δεκαετία του 1910, η γοητευτική ακραίως ερεθιστική Αντρέ Χέσλινγκ. Στο πανέμορφο κτήμα των Ρενουάρ στην Κυανή Ακτή, αποτέλεσε την τελευταία εικαστική μούσα του σπουδαίου ζωγράφου Πιερ-Ογκούστ, ενός καλλιτέχνη που αποτέλεσε ένα σημαντικό κεφάλαιο στην γαλλική κουλτούρα και ταυτόχρονα άλλαξε την πορεία της τέχνης του έως τότε. Αλλά και την πρώτη κινηματογραφική μούσα του μετέπειτα διάσημου σκηνοθέτη Ζαν Ρενουάρ («Η μεγάλη χίμαιρα»), ο οποίος εκείνη την περίοδο ήταν 21 ετών, τραυματίας και ήρωας πολέμου, αλλά και το αγαπημένο παιδί του απροσπέλαστου πατέρα του. Ο Μπουρντό καταπιάνεται με αυτή την πραγματική, ερωτική και οικογενειακή ιστορία (στην οποία περιλαμβάνεται έστω και αμυδρά ο πιτσιρικάς αδερφός του Ζαν), με αρκούντως ακαδημαϊκές τεχνικές και με γλαφυρή τη διάθεση της αποστασιοποίησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παρακολουθούμε μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, σαν από κλειδαρότρυπα, που τη διέπει η ησυχία, η χαλαρότητα και οι χαμηλοί τόνοι. Στα συν της ταινίας οι μελωδικές μουσικές, τα υπέροχα στατικά πλάνα και, κυρίως, η φωτογραφία του Πινγκ Λι («Ερωτική επιθυμία»). 

Οδηγός διαπλοκής *** 
 Ρενουάρ **1/2 

*Η στήλη Στοπ καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (12-1-14). Κριτικές ταινιών μπορείτε να διαβάζετε και στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (9-1-14). 

Κριτικές ταινίες την περίοδο των γιορτών 2013 - 2014 


Ο Λύκος της Wall Street (7/10) 

 Από τα χρόνια του «Καζίνο» και των «Καλών παιδιών» έχει να ασχοληθεί ο Μάρτιν Σκορσέζε με τη «βρώμικη» αλλά ιλουστρασιόν πλευρά του αμερικανικού ονείρου. Πλέον, με το περιβόητο γι’ αυτόν Όσκαρ ανά χείρας, συνεχίζει να μεταπηδά από το ένα κινηματογραφικό είδος στο άλλο, κι από την ονειρική χρυσόσκονη του «Hugo» μας ρίχνει στα μούτρα την κάθε είδους σκόνη της Γουόλ Στρητ. Καθότι ο Τζόρνταν Μπέλφορντ, τον οποίο ερμηνεύει στην ταινία με αξιοθαύμαστη πυγμή ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, υπήρξε η λαϊκή εκδοχή του αλήστου μνήμης Γκόρντον Γκέκο στη «Γουολ Στρητ» του Όλιβερ Στόουν. Κυνήγησε από μικρός το αμερικανικό όνειρο και μαγεμένος από τα οικονομικά που διαχειρίζονταν οι λογιστές γονείς του, εκείνος αποφάσισε να πάει το «καράβι» παραπέρα. Στα 26 του χρόνια ήταν εκατομμυριούχος και δέκα μόλις χρόνια αργότερα «χωμένος» σε μια φυλακή της αμερικανικής ενδοχώρας για ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα στις Η.Π.Α. που αφορούσε τη χρηματιστηριακή «φούσκα». Βέβαια αποφυλακίστηκε στα γρήγορα, έχοντας πρώτα καταδώσει αυτούς που ο ίδιος «έφτιαξε» -εκμεταλλευόμενος τη δίψα τους για χρήμα, μεγάλη ζωή και εξουσία-, για να κερδίζει πλέον χρήμα από τα σεμινάρια και τις διαλέξεις που παραδίδει, τα αυτοβιογραφικά του βιβλία αλλά και τα δικαιώματα από την ταινία του Σκορσέζε. Γιατί όμως να γίνει ταινία μια ακόμη απόδειξη του απατηλού αμερικανικού ονείρου; Μα γιατί ο Μπέλφορντ φρόντισε να το αντιπροσωπεύσει εκατό τοις εκατό. Λόγω και του νεαρού της ηλικίας του, η μεγάλη ζωή με τα πολλά και διαφορετικά ναρκωτικά, τις αναρίθμητες γυναίκες, το αλκοόλ και τα κάθε λογής σεξουαλικά κι όχι μόνο όργια, τα ξέφρενα πάρτι που διοργάνωνε, τις διονυσιακές καταστάσεις στις οποίες «χωνόταν» κάθε λίγο και λιγάκι, εν γένει όλη αυτή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δημιούργησε και τον έχρισε «είδωλο» για πολλούς νέος κι όχι μόνο. Χρήμα (μα, πολύ χρήμα), σεξ, όργια, εξουσία και όλα στο πιάτο. Πριν πατήσει τα 30… Η ταινία του Σκορσέζε μας θυμίζει μια άλλη εποχή μιας άλλης Αμερικής. Διαρκεί τρεις ώρες -με πολλές περιττές σκηνές είναι η αλήθεια- και αποτελεί το απόλυτο ανθολόγιο της οικονομικής εξτραβαγκάντσας και πού αυτή μπορεί να οδηγήσει άπληστους ανθρώπους - κτήνη. Εξαιρετικές ερμηνείες, με προεξέχουσα αυτή του Τζόνα Χιλ και, πρωτίστως, σκηνοθετική δεξιοτεχνία. Χορταστικό σινεμά, που βγαίνει όμως μέσα από την πραγματική ζωή, που δεν αγγίζει απλώς αλλά ξεπερνάει τα όρια. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (24-12-13).