18 Ιαν 2014

Κινηματογραφώντας σαν ζωγράφος [Θανάσης Βασιλείου, Vakxikon.gr 2013]


Της Νόρας Ράλλη 

Οι σχέσεις του Τεό με τη ζωγραφική στο μικροσκόπιο 

Ο ίδιος τις αρνιόταν κατηγορηματικά. Αντίθετη άποψη έχει ο Γιώργος Αρβανίτης. Ο Θανάσης Βασιλείου, όμως, αφού συνομίλησε τόσο με τον σκηνοθέτη όσο και με τον διευθυντή φωτογραφίας του, αποφάσισε να αναλύσει την παλέτα των ζωγράφων μέσα από την οποία χτίστηκε το έργο τους. 

Ο ίδιος δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι τα πλάνα του έμοιαζαν, κάποια σχεδόν απόλυτα, με πίνακες σπουδαίων ζωγράφων. «Δεν κάνω αναπαραστάσεις», έλεγε και ξανάλεγε ο Θ. Αγγελόπουλος και αρνούνταν κατηγορηματικά την όποια ομοιότητα των σκηνών του με γνωστούς ζωγραφικούς πίνακες. Την ίδια στιγμή ο φωτογράφος με τον οποίο συνεργάστηκε στις περισσότερες ταινίες του, ο Γιώργος Αρβανίτης, το παραδέχεται χωρίς συστολή. 

«Χρειάστηκε να γίνουν πολλές συζητήσεις μεταξύ μας για να μπορέσω να ολοκληρώσω την έρευνά μου, που ξεκίνησε ως πτυχιακή εργασία, όμως χάρη στη βοήθεια της Σιλβί Ρολέτ, που γνωρίζει πολύ καλά τον Αγγελόπουλο και το έργο του, έγινε όλη αυτή η μελέτη βιβλίο», μας εξηγεί ο Θανάσης Βασιλείου, διδάσκων της Θεωρίας και Πρακτικής του Κινηματογράφου στη Σχολή Σταυράκου και στο Πανεπιστήμιο της Μασσαλίας και βοηθός του Θόδωρου Αγγελόπουλου στην ταινία «Η σκόνη του χρόνου». Μέσα από το βιβλίο του «Κινηματογραφώντας σαν ζωγράφος – το έργο του Θ. Αγγελόπουλου συναντά τη ζωγραφική» (εκδ. vakxikon) επιχειρεί μια ανάγνωση του έργου του Ελληνα σκηνοθέτη μέσα από μια ξεκάθαρα εικαστική ματιά. 

«Με τον Αγγελόπουλο συνομιλούσα για ένα χρόνο περίπου. Από τον Αύγουστο του 2004 μέχρι την άνοιξη του 2005. Κυρίως τον ρωτούσα για το πώς μπαίνει η ζωγραφική στις ταινίες του. Ποτέ δεν θέλησε να παραδεχτεί πως συμβαίνει κάτι τέτοιο: όταν τον ρωτούσα αν γνώριζε τον τάδε πίνακα που έμοιαζε πολύ με κάποιο πλάνο του, απαντούσε αρνητικά. Μια φορά και μόνο το παραδέχτηκε», εξηγεί ο συγγραφέας. «Ξέρετε, ο ίδιος αλλοίωνε το οτιδήποτε. Δεν του άρεσε να του λένε πως οι εικόνες που είχε στο μυαλό του και τις έκανε κινηματογράφο ήταν δανεικές – ή ότι κάπου είχαμε δει κάτι παρόμοιο. Εστρεφε την πλάτη του στην προβολή-αναπαραγωγή εικαστικών ή και ιστορικών στιγμών ακόμα και πρότεινε έναν νέο τρόπο ανάγνωσής τους. Προτιμούσε το κέλυφος του γεγονότος και όχι το γεγονός το ίδιο. 

Από την άλλη, ο συνεργάτης του για χρόνια στη διεύθυνση φωτογραφίας, Γιώργος Αρβανίτης, είχε παραδεχτεί τις επιρροές του από τον Τσαρούχη, κυρίως. Εγώ, όμως, άλλοτε στο χρώμα άλλοτε ως εικαστική σκέψη και άλλοτε ως αναφορά ελληνικότητας, κατέληξα πως η ζωγραφική παίζει ένα ρόλο διακριτικό μεν, ωστόσο διόλου αμελητέο στο έργο και των δύο». Το βιβλίο ακολουθεί την πορεία των συζητήσεων του συγγραφέα με τους δύο δημιουργούς. Αναφέρεται αρχικά στις εμφανείς επιρροές από τα έργα του Γ. Τσαρούχη, αλλά και του Θεόφιλου και του Ρενέ Μαγκρίτ, ακόμα και του ρομαντικού ζωγράφου Κάσπαρ Ντέιβιντ Φρίντριχ. 

Στη συνέχεια, προσπαθεί να περιγράψει πώς οι εικαστικές επιλογές των Αγγελόπουλου και Αρβανίτη καθορίστηκαν από προσωπικά βιώματα, αλλά και από τη συλλογική ελληνική μνήμη, όπως αυτή αποτυπώθηκε από τους δύο σπουδαίους Ελληνες ζωγράφους. Την ίδια στιγμή, μέσα από μια διαδρομή που ξεκινά από τις θεωρίες του Φρόιντ περί μνήμης, το παράδειγμα του Μαρσέλ Προυστ και την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, επιχειρείται να αναδειχθεί η σχέση της ανάμνησης με την εικόνα και πώς αυτή η διαδικασία κρύβει ένα από τα γοητευτικότερα εικαστικά χαρακτηριστικά του Θόδωρου Αγγελόπουλου. 

Το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν συνίσταται, έτσι, στο να αποδειχθεί απλώς μια οποιαδήποτε εικαστική συγγένεια μέσα από μια σύγκριση πινάκων με πλάνα, αλλά, κυρίως, στο ότι οι Αγγελόπουλος και Αρβανίτης, πολύ συχνά, σκέφτονταν όπως οι ζωγράφοι. 

*Η κριτική δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών (24-12-13).