18 Ιαν 2014

Κινηματογραφώντας σαν ζωγράφος [Θανάσης Βασιλείου, Vakxikon.gr 2013]


Του Κώστα Μαρδά 

«Κινηματογραφώντας σαν ζωγράφος» επιγράφεται το βιβλίο του Θανάση Βασιλείου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Vakxikon.gr. Ο συγγραφέας, γεννημένος στην Αθήνα το 1975, αφού φοίτησε στη Σχολή Σταυράκου, μετά από δέκα χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας στην εικονοληψία, σπούδασε θεωρία του κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ το 2011 και εργάσθηκε δίπλα στον Αγγελόπουλο για την προετοιμασία της τελευταίας του ταινίας «Η Σκόνη του Χρόνου». 

Καθηγητής στη Σχολή Σταυράκου και στο γαλλικό Πανεπιστήμιο Aix – Marseille, σπουδάζει συνεχώς τον μεγάλο σκηνοθέτη. Και τον σπουδάζει ως ζωγράφο του σινεμά και ως ποιητή των πλάνων με βάση τη θεωρία του ότι: Η ζωγραφική, άλλοτε ως χρώμα, άλλοτε ως εικαστική άποψη, άλλοτε ως ύφος ελληνικότητας, επηρεάζει συνειδητά ή ασυνείδητα το κινηματογραφικό έργο του μεγάλου δημιουργού. 

Ο μελετητής ξεκινάει με την άμεση επιρροή του Γιάννη Τσαρούχη στα αγγελοπουλικά έργα, για να περάσει μετά στον Θεόφιλο Χατζιμηχαήλ , στον Βέλγο σουρεαλιστή Ρενέ Μαγκρίτ, καταλήγοντας στην διακριτική συγγένεια με τον Γερμανό ρομαντικό Κάσπαρ – Ντέιβιντ Φρίντριχ και τον Φλαμανδό Βαν Ντερ Βέιντεν. Επισημαίνει πως, ειδικά στο έργο «Μεγαλέξανδρος» (1980) και τα χρώματα και οι ενδυμασίες και οι γωνίες λήψης της κάμερας και η αφέλεια του ήρωα αποπνέουν χρώμα Θεόφιλου. Ακόμη και ως ο πρωταγωνιστής έχει εμφάνιση που αντιστοιχεί στον Λέσβιο λαϊκό ζωγράφο. Στο έργο «Αναπαράσταση» (1972), παραβλέποντας τα γαλανόλευκα ελληνικά νησιά, η κάμερα του Γιώργου Αρβανίτη- αυτού του αγγελοπουλικού πρωτομάστορα της εικόνας- εστιάζει σε μια Ελλάδα της βασανιστικής ομίχλης, του γλυκού ημίφωτος, της επίμονης βροχής στα απρόσιτα βουνά της μελαγχολίας. 

Το κόκκινο των σημαιών μέσα στο συλλογικό γκρίζο των «Κυνηγών» (1977) θυμίζει Βαν Ντερ Βέιντεν στην ισορροπία μεταξύ γήινου και ουράνιου του βιβλικού πίνακα «Η Σταύρωση» . Όπως ο βέλγος ζωγράφος, έτσι και ο Αγγελόπουλος, αρνείται την εύκολη δραματοποίηση δίνοντας στο χρώμα την αποτύπωση του ιδεολογικού του αριστερού πένθους- χριστιανικού για τον Βέλγο εικαστικό. Ένα από τα μοτίβα που συγγενεύουν εικαστικά με τον Μαγκρίτ- τονίζει ο συγγραφέας- είναι η λήψη των πλάνων με ανθρώπους ιδωμένους με την πλάτη κρατώντας ομπρέλες. Πράγματι, όσοι έχουν δει τον «Θίασο», «Το Βλέμμα του Οδυσσέα», τους «Κυνηγούς», τον «Μεγαλέξανδρο» και το «Τοπίο στην Ομίχλη» μπορούν να επιβεβαιώσουν την ταύτιση αυτή, χωρίς να σημαίνει πως πρόκειται για μηχανιστική αντιγραφή. 

«Δεν μπορώ να αρνηθώ μια έμμεση επιρροή» είχε πει ο σκηνοθέτης . «Το μάτι καταγράφει. Έρχεται μια στιγμή που μια εικόνα ξεπηδά μπροστά μας χωρίς όμως να ξέρουμε από πού. Δεν είναι παρά αργότερα που συνειδητοποιούμε ότι αυτή την εικόνα την είχαμε δει σ΄αυτό το βιβλίο ή σ΄εκείνο το μέρος». Ο μελετητής παραθέτει απόσπασμα από συνέντευξη του Αγγελόπουλου ο οποίος ,απαντώντας στο ερώτημα ποια είναι τα κυρίαρχα χρώματα των ταινιών του, εξηγεί: «Πρόκειται για χρώματα ακουαρέλας. Δεν είναι τα χρώματα που χρησιμοποιούνται στη ζωγραφική με λάδι. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες χρησιμοποιούν «λάδι». Εγώ προτιμώ την ακουαρέλα. 

Στην πρώτη μου έγχρωμη ταινία «Μέρες του 36» οι κυρίαρχοι τόνοι είναι αυτοί της ώχρας και του καφέ. Στο «Θίασο» υπήρχε επίσης το μπλε και κάποιες πινελιές κόκκινου, όπως και στους «Κυνηγούς». Ο «Μεγαλέξανδρος» είναι μια ταινία της ώχρας και του καφέ, χρώματα που παραπέμπουν στις αρχές του 20ου αιώνα, μιας και χαρακτηρίζουν την ελληνική ζωγραφική ήδη από τα τέλη του 19 ου αιώνα». Με βάση τη θεωρία του Φρόιντ περί απωθημένων στη υποσυνείδητο ο μελετητής εντοπίζει πλάνα της μνήμης που έγιναν πλάνα επί της οθόνης. 

Από το βιβλίο ξεχωρίζουμε το κεφάλαιο «Ή άλλη Ελλάδα» στο οποίο η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη φαίνεται να εμπνέει την ελλειπτική έκφραση, την αποσπασματική αναφορά και την αλληγορική γλώσσα του ποιητή της εικόνας Αγγελόπουλου. Μελετώντας και ξαναμελετώντας το κεφάλαιο αυτό, όχι μόνο ο μυημένος στον ελληνικό μοντερνισμό αναγνώστης και θεατής, μα και ο σχετικά ψυχανεμισμένος απολαμβάνει την ποιητική συγγένεια των δύο μεγάλων – με κάθε επιφύλαξη, πάντως, για τα σημεία μιας ερμητικότητας και των δύο. 

Ολοκληρώνοντας το βιβλίο των 131 σελίδων συμπεραίνεις ότι η Ιστορία, τα ερείπια, ο διωγμός, η διάψευση, «οι πέτρες που βουλιάζουν», η σύγχρονη αναζήτηση δίχως θρήνους και η υπαινικτική ομιλία, συνιστούν έναν σεφερικό αγγελοπουλισμό. Που οδηγεί στην απόλαυση του «κειμένου» της εικόνας. 

*Η κριτική δημοσιεύτηκε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων (23-12-13).