8 Φεβ 2014

Αντίο... Αντίο... Αντίο...


Του Νέστορα Πουλάκου 

Την Παρασκευή 31 Ιανουαρίου, διάβαζα στον ξένο τύπο για τον θάνατο του Μίκλος Γιαντσό, ενός εκ των κορυφαίων Ευρωπαίων auteurs του 20ου αιώνα, με του οποίου τις ταινίες «μεγαλώσαμε» στα σκληροπυρηνικά χρόνια της σινεφιλίας και της νιότης. Είχα αποφασίσει λοιπόν να αφιερώσω το σημερινό άρθρο μου στον δημιουργό. Ποιος θα μου έλεγε όμως ότι το Σάββατο 1 Φεβρουαρίου θα «έφευγε» ο ανυπέρβλητος Μαξιμίλιαν Σελ, και χθες, Κυριακή 2 Φεβρουαρίου, ένας από τους καλύτερους σύγχρονους ηθοποιούς, ο Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν… Υπάρχουν φορές που η ζωή ξεπερνάει την τέχνη και τη φαντασία της. Που η επικαιρότητα τρέχει πιο γρήγορα από όλους εμάς, σκέφτεται διαφορετικά και λειτουργεί «ύπουλα». Οι δυο σημαντικοί κινηματογραφάνθρωποι του 20ου αιώνα, ο Ούγγρος σκηνοθέτης Μίκλος Γιαντσό «έφυγε» πλήρης ημερών στα 91 του, και ο Αυστριακός ηθοποιός Μαξιμίλιαν Σελ μετά από ξαφνική, σοβαρή ασθένεια στα 83 του. Για τον Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν, όμως, δεν ισχύει τίποτε από τα δυο: μόλις 46 χρονών, οι εξαρτήσεις τελικά τον νίκησαν και, όπως ακούγεται από το CNN, η ηρωίνη έκανε «καλά» τη δουλειά της. 

Μίκλος Γιαντσό 

Σημαιοφόρος της ουγγρικής κινηματογραφίας, από τους πρωτοπόρους κινηματογραφιστές στην Ευρώπη τον 20ο αιώνα, γεννήθηκε το 1921 στη Βουδαπέστη, σπούδασε νομικά στη Ρουμανία, Ιστορία της τέχνης και εθνογραφία επίσης, και εντέλει σκηνοθεσία στο School of Cinema της ουγγρικής πρωτεύουσας. Μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, μοίραζε το χρόνο του ανάμεσα στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία, μια και η μητέρα του ήταν Ρουμάνα. Ο Γιαντσό υπήρξε ένας από τους χαρακτηριστικότερους και γνωστότερους σκηνοθέτες στην Ευρώπη, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όπου οι ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές ταινίες του ευδοκιμούσαν μες στο γενικότερο κλίμα των ταραχών και των ζυμώσεων που κλυδώνιζαν τη Γηραιά Ήπειρο. Οι ταινίες «The round-up» (θεωρείται η καλύτερη ουγγρική ταινία όλων των εποχών, σαν τον δικό μας «Θίασο»), «Κόκκινος ψαλμός» (ολόκληρη η ταινία είναι αποτυπωμένη σε 27 μονοπλάνα!), «Κόκκινοι και λευκοί», «Οι νικημένοι», «Σύντροφε αντίο» είναι μερικές από τις σημαντικότερες δημιουργίες του σκηνοθέτη. Στο μεταίχμιο της αλλαγής του πολιτικού σκηνικού και της εικόνας της Ευρώπης, όπου πλέον το σινεμά του θα θεωρηθεί παρωχημένο, ο Γιαντσό γύρισε αρκετές ταινίες στην Ιταλία, με χαρακτηριστικότερη τον «Ειρηνιστή» με την Μόνικα Βίτι και τον Πιερ Κλεμεντί. Ο Γιαντσό θα συνεχίζει να κινηματογραφεί αδιαλείπτως μέχρι και πριν λίγα χρόνια, πειραματιζόμενος συνεχώς με τη θεματολογία και την κινηματογράφηση του. Πάντως, οι αργές κινήσεις, τα εις βάθος θέματα της Ιστορίας και της Πολιτικής, και τα μεγάλης διάρκειας μονοπλάνα του ήταν τα βασικά του γνωρίσματα ως σκηνοθέτης. Τιμήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών με το Βραβείο Σκηνοθεσίας το 1972 και για το σύνολο της καριέρας του το 1979, ενώ στο Φεστιβάλ της Βενετίας τιμήθηκε για το σύνολο της καριέρας του το 1990. 

Μαξιμίλιαν Σελ 

Ατύχησε να γεννηθεί στην Αυστρία του Μεσοπολέμου, όταν η ναζιστική Γερμανία σάρωνε τα πάντα στο πέρασμα της. Ευτύχησε να βρεθεί γρήγορα στην Ελβετία κι από κει στην Αμερική για να κυνηγήσει το παιδικό όνειρο του, την ηθοποιία. Από την άλλη μεριά, κατάφερε να σηκώσει το βαρύ φορτίο της καλλιτεχνικής οικογένειας του, με τον πατέρα του διάσημο ποιητή και θεατρικό συγγραφέα και τη μητέρα του ηθοποιό. Εκείνος βέβαια έγινε ο «καλύτερος μη Αμερικανός ηθοποιός που έχει περάσει ποτέ από το Χόλυγουντ», με τα ΜΜΕ σε όλον τον δυτικό κόσμο να τον αποκαλούν «ιδιοφυία» μετά την ερμηνεία του στη «Δίκη της Νυρεμβέργης» που του χάρισε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου (και την αντίστοιχη Χρυσή Σφαίρα). Προτάθηκε δυο ακόμη φορές, ενώ είδε ταινίες που σκηνοθέτησε αργότερα, τη δεκαετία του 1970, να λαμβάνουν υποψηφιότητες. Ο Μαξιμίλιαν Σελ πήγε να γίνει επιστήμονας, εντέλει όμως έγινε ο πιο διάσημος ηθοποιός παγκοσμίως, που έχει παίξει σε πολεμικές ταινίες ρόλους ναζιστών και εβραίων. Η αλήθεια είναι ότι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον σημάδεψε ποικιλοτρόπως και τον ακολουθούσε για πολλά χρόνια. Πριν φύγει για τις ΗΠΑ, έκανε πολύ θέατρο στην Ευρώπη, τη δεκαετία του 1950, και συμμετείχε σε αρκετές κινηματογραφικές παραγωγές. Όμως η θητεία του στο Χόλιγουντ είναι σημαντικότερη όλων. Να σημειώσουμε ότι συμπρωταγωνίστησε με την Μελίνα Μερκούρη, στο «Τοπ-καπί» του Ζυλ Ντασέν. Έπαιξε ακόμη στο Μπρόντγουεϊ και στην αμερικανική τηλεόραση, όπου κέρδισε βραβεία Emmy και Χρυσές Σφαίρες. Αξιοσημείωτη είναι και η προσφορά του πίσω από την κάμερα, γυρίζοντας οχτώ ταινίες, με σημαντικότερη το ντοκιμαντέρ για την Μάρλην Ντίτριχ το 1984, «Marlene». 

Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν 

Όσες φορές και να είδα τον Χόφμαν από τότε, ειδικώς μετά που παρακολουθούσα κάθε ερμηνεία του λόγω της δουλειάς, πάντα θα μου μείνει η χαρακτηριστική σκηνή να αυνανίζεται με το αυτί κολλημένο στον τοίχο, στην «Ευτυχία» του Τοντ Σόλοντζ. Απίστευτος. Αλλά και η ερμηνεία του ως αρχηγός αίρεσης (ή αλλιώς ο άρχων της Σαϊεντολογίας) στο περυσινό masterpiece του Πολ Τόμας Άντερσον, «The Master». Θεσπέσιος. Η ταινία αυτή του χάρισε την τρίτη οσκαρική υποψηφιότητα, με τον αγαπημένο του σκηνοθέτη να μην καταφέρνει να του βγάλει βραβευμένη ερμηνεία: είχαν προηγηθεί το «Punch-drunk love», η «Μανόλια» και οι «Ξέφρενες νύχτες». Γεννημένος το 1967 στη Νέα Υόρκη, o Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν ξεκίνησε από μαθητής ακόμα να παίζει στο θέατρο, για να έρθουν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η τηλεόραση και ο κινηματογράφος. Αναδείχθηκε σε έναν από τους καλύτερους δεύτερους ρόλους σε ταινίες όπως το «Άρωμα γυναίκας», οι ταινίες του Άντερσον, η «Ευτυχία» του Τ. Σόλοντζ, «Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι» των αδελφών Κοέν, η «25η ώρα» του Σπάικ Λι, το «Σχεδόν διάσημοι» του Κάμερον Κρόου, ο «Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» κ.ά. Ο ρόλος, όμως, της ζωής του ήταν ο Τρούμαν Καπότε, ο συγγραφέας του «Πρόγευμα στο Τίφανυς», στην βιογραφική ταινία «Capote» του Μπένετ Μίλερ, που του χάρισε και το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου. Από τότε, ο Χόφμαν ήταν ένας από τους καλύτερους, ποιοτικότερους και πλέον ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς του Χόλιγουντ, χωρίς να ξεπέφτει σε κακές παραγωγές και να κάνει εκπτώσεις. Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια υλοποιούσε και τα πρώτα του σκηνοθετικά βήματα. Όμως, οι παλιές «αγάπες» πάνε στον παράδεισο, και το αλκοόλ με τα ναρκωτικά τον «ξαναβρήκαν» την πιο ακατάλληλη στιγμή. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (3-2-14).