13 Μαρ 2014

Το οροπέδιο ύψος των μυρμηγκιών (Λευτέρης Κρητικός, OpenBook.gr 2012)


Της Τζούλιας Γκανάσου

«Το οροπέδιο ύψος των μυρμηγκιών» ξεκινάει με ένα ευφυές πρόσχημα που δηλώνεται απευθείας από τον τίτλο: παραλληλίζει την ανθρώπινη υπόσταση με αυτή των μυρμηγκιών. Και με αυτόν τον τρόπο μας κλείνει το μάτι: δεν θα σε χαϊδέψω, υπονοεί, δεν θα σε κανακέψω αλλά θα σε προσέξω… θα σταθώ στο ύψος σου. 

Όταν πρωτοείδα αυτόν τον τίτλο, σκέφτηκα αμέσως την αριστουργηματική ταινία του Γερμανού σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτζογκ: «Και οι νάνοι ξεκίνησαν μικροί». Και οι δύο τίτλοι υπηρετούν την ίδια στόχευση: παραπέμπουν σε μια αλληγορία για τα ανθρώπινα μεγέθη, για τις δυνάμεις, τις ανάγκες, τις συνάφειες. Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται για εύκολο ανάγνωσμα αλλά για μια περιπέτεια μυαλού και ψυχής. Είναι στην ουσία ένας, άλλοτε εσωστρεφής και άλλοτε εξωστρεφής, μονόλογος ενός ανθρώπου που παλεύει όπως ο καθένας και όπως φυσικά όλοι εμείς. 

Ο αφηγητής είναι υπάλληλος μιας εταιρείας αποδελτίωσης τύπου. Ζει μόνος του. Κάποια στιγμή ανακαλύπτει στον υπολογιστή το πρόγραμμα «google earth» κι αρχίζει να περιπλανιέται χαζεύοντας σε όλον τον πλανήτη. Βλέποντας από ψηλά την γη, κάνει ζουμ όπου τον προκαλεί η φαντασία του. Έτσι δημιουργεί ιστορίες για τους ανθρώπους του κάθε τόπου και του κάθε σπιτιού όπου εστιάζει και πλάθει χαρακτήρες οι οποίοι δραπετεύουν από την φαντασία του αφηγητή και διηγούνται τις δικές τους ιστορίες. Σε αυτό το πλαίσιο, γεννιέται το alter ego του αφηγητή - ένας διευθυντής τραπέζης, καθώς και ένας συγγραφέας οι πορείες των οποίων μπλέκονται μέσα από διόδους εικονικής ή / και πραγματικής συνύπαρξης. 

Τα πιο μεγάλα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι άλλα από την γέννηση, τον έρωτα, τον θάνατο, τη μοναξιά και ό,τι σχετίζεται, έμμεσα ή άμεσα, με αυτά. Ακριβώς αυτά τα θέματα διαπερνούν και το εν λόγω βιβλίο. Με δύναμη στη γραφή και στην κατάστρωση της δράσης, με καταπληκτικό ρυθμό στην αφήγηση και πρωτοτυπία στο στήσιμο της πλοκής, «To οροπέδιο ύψος των μυρμηγκιών» μας παρασύρει σε μια περιπλάνηση η οποία δεν έχει όρια: η οργή διαδέχεται την έκσταση η οποία δίνει τόπο στην ανάπαυλα ώστε να δομηθεί χώρος για τη νοσταλγία ως τον έρωτα, το πάθος, την αναζήτηση μιας ωραιότερης χίμαιρας ή μιας καλύτερης ζωής. 

Κυρίαρχο θέμα αναμφίβολα είναι η μοναξιά. Όμως δεν είναι ούτε κοινότοπος ούτε απλοϊκός ο χειρισμός της. Ο ήρωας του βιβλίου ενσαρκώνει τον σύγχρονο μοναχικό καβαλάρη που μοιάζει ότι δεν χρειάζεται παρά τα μάτια του ή τα αφτιά του για να είναι επαρκής. Και δεν λέω ευτυχής γιατί μπορεί να ακουστεί ελαφρώς ειρωνικό. Πρόκειται για ένα αντιήρωα που κραυγάζει χωρίς να βγάζει ήχο: θίγει ζητήματα ανθρωπιάς, γειτονίας, ελέους. Σε αυτό το πλαίσιο, ο φόβος της μοναξιάς διαπερνάει κάθε εκδοχή της ύπαρξης του ήρωα όπως συχνά και της δικής μας: ξυπνάω με κάποιον – όποιον δίπλα μου για να μην νιώθω μόνος, κάνω παιδιά – όσα για μην γεράσω μόνος, παρακολουθώ τις ζωές των άλλων μέσα από κλειδαρότρυπες – κιάλια – το google earth για να μην πίνω μόνος, αγοράζω κατοικίδιο για να μην κάνω βόλτα μόνος, μιλάω στον μπάρμαν ή στον περιπτερά, λαθρακούω συζητήσεις στο μετρό, γράφω για να μην νιώθω τόσο μόνος. 

Στο «οροπέδιο ύψος των μυρμηγκιών» η μοναξιά δεν είναι απλώς σύμπτωμα μιας εποχής, ενός τρόπου ζωής ή μιας συγκυρίας: αντιμετωπίζεται σαν μια κατάσταση μυαλού, σώματος, ψυχής. Ο ήρωας άλλοτε την αναγνωρίζει και άλλοτε την αρνείται, άλλοτε υποκύπτει στην καταιγιστική της επίδραση και άλλοτε παλεύει – συνειδητά ή ασυνείδητα- να απαλλαγεί από αυτή. Με εξαιρετική μαστοριά στην επιλογή των σκηνών, στην διαδοχή τους και στην περιγραφή των συναισθημάτων και με ευρηματική και ιδιαιτέρως ζωντανή γραφή, ο Λευτέρης Κρητικός θίγει τα μεγάλα ζητήματα της ζωής με κεντρικό γνώμονα την βαθιά υπαρξιακή εκδοχή της μοναξιάς η οποία μας τυραννάει από τη γέννηση ως το θάνατο, από τον έρωτα ως το άγνωστο και την οποία μόνο η μάνα μπορεί να κατευνάσει όταν και η ίδια δεν νουθετεί, δεν φροντίζει, δεν φοβάται. 

Μέσα από τις λέξεις ενός συγκινητικού μυθιστορήματος, ο Λευτέρης Κρητικός καταφέρνει να μελετάει το σύνδρομο της ανάγκης για ανθρώπινη επαφή και για συνέπεια, τη λαχτάρα για επιβεβαίωση και για έρωτα, την αποξένωση της εποχής και κατορθώνει, με ανθρωπιά και κατανόηση, να μας παρηγορεί: όταν ξεκινάς να διαβάζεις «To οροπέδιο ύψος των μυρμηγκιών» από μικροσκοπικό πλάσμα σιγά σιγά γίνεσαι άνθρωπος και κυρίως, δεν νιώθεις πλέον μόνος.