23 Ιουν 2014

Οι πορείες του μέλλοντος


Γράφει ο Παναγιώτης Χαμπεσής

Ένα από τα παραδοσιακά και πλέον διαδεδομένα μέσα αντίδρασης της κοινωνίας και κατ’ επέκταση των πολιτών, απέναντι στην πολίτικη του κράτους, είναι αυτό της πορείας. Ιστορικά, ξεπρόβαλε ως ένα ριζοσπαστικό μέσο αντίδρασης πάνω σε κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, λειτουργώντας ως μοχλός απειλής και πίεσης επί των κυβερνήσεων, καταγράφοντας σημαντικά κεκτημένα. Μέσα απ’ την πορεία και ό,τι αυτή συνεπάγεται (συλλαλητήρια, διαδηλώσεις), στηρίχτηκαν και προασπίστηκαν δικαιώματα και ελευθέριες σε ανθρωπιστικά, εργασιακά, κοινωνικά, πολιτικά κ.α. μονοπάτια. Κόντρα σε καθεστώτα και συμφέροντα, και μέσα από έντονες διαπραγματεύσεις έως και ανατροπές, διεκδικήθηκαν και διασφαλίστηκαν προνόμια, συνθήκες και όροι αποδεκτοί και ωφέλιμοι για το λαό και τη σύγχρονη διαβίωση/επιβίωση.

Όλα αυτά τα τρόπαια, που κατά το παρελθόν συγκεντρώθηκαν, απέδωσαν συμβολικά αλλά και επί του πρακτέου, ένα δυναμικό και εξέχοντα χαρακτήρα στον όρο πορεία, έτσι ώστε να «επισημοποιηθεί/ κατοχυρωθεί», ως ένα τακτικό εργαλείο έκφρασης δυσφορίας επί νευραλγικών θεμάτων, από μεγάλες μερίδες των πολιτών, όταν αισθάνονται ότι πλήττονται.

Με την πάροδο του χρόνου βέβαια, και φτάνοντας στο σήμερα, θα παρατηρούσε κανείς ότι το μοτίβο έχει σημαντικά τροποποιηθεί, σε βαθμό που, ενώ ευνοείται σχετικά η διοργάνωση πορειών  συγκριτικά με άλλοτε, έχει μειωθεί σημαντικότατα η αποτελεσματικότητα τους. Κύριο αίτιο, στο οποίο θα το αποδίδαμε αυτό, είναι το γεγονός ότι έχουν μπει για τα καλά στη σφαίρα της καθημερινότητας μας, ως μια «σύγχρονη ρουτίνα», την οποία ο κρατικός μηχανισμός αφήνει αδιάφορα να εξελίσσεται σα να αποτελεί κάτι σύνηθες, προβλέψιμο και ελεγχόμενο. Έτσι λοιπόν, μεταβάλλονται αυτόματα σε ένα σκέλος της ίδιας της πολιτικής της εκάστοτε κυβέρνησης, η οποία τις χρησιμοποιεί έμμεσα ως αγωγούς εκτόνωσης του κλίματος φόρτισης που επικρατεί, και επεμβαίνοντας με καταστολή όταν το κρίνει αναγκαίο. Εξάλλου, κάθε μορφή εξουσίας φροντίζει την ακεραιότητα και τη συντήρησή της με κάθε τρόπο που διαθέτει, και όπως όλα δείχνουν η παραχώρηση εδάφους για πορείες γίνεται «διπλωματικά/ επιτηδευμένα», ανάλογα με τις κατά καιρούς πολίτικες σκοπιμότητες και συγκυρίες που διαδραματίζονται.

Και ενώ πλέον, το κυβερνόν σύστημα δεν νιώθει ούτε τρωτό, αλλά μήτε και υπεύθυνο απέναντι στις πορείες, οι ίδιες πολλές φορές χάνουν την αξιοπιστία τους στη συνείδηση του πλήθους, όταν συναντάμε «επαναστατικά» μέτωπα να τις υποκινούν, καπηλεύονται και ερμηνεύουν τυχοδιωκτικά. Υπό τη σκέπη των εμβλημάτων και των σημαιών τους, παραχαράσσεται η σημασιοδότησή τους, και επομένως, για ακόμα έναν λόγο, το μήνυμα, όχι απλά δεν φτάνει στον παραλήπτη, αλλά παράλληλα δημιουργείται κλίμα πόλωσης, διχόνοιας και απαξίωσης στο πλήθος που αγωνίζεται, απομακρύνοντας το από τις γνήσιες επιδιώξεις και το τελικό ζητούμενο. 

Φτάνουμε λοιπόν στο σημείο, όπου αφενός βασικά χαρακτηριστικά της πορείας στρεβλώθηκαν (αντί να μετεξελιχθούν και εναρμονιστούν με τα σύγχρονα δεδομένα), και που αφετέρου απέναντί της ορθώνεται ένα εξουσιαστικό σύστημα ισχύος, προετοιμασμένο για κάθε ενδεχόμενη τροπή και έκταση που αυτή θα πάρει, το οποίο συγχρόνως έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον να ερμηνεύσει και να μεταφράσει διαφορετικά τα όποια μηνύματα τίθενται. 

 Η πορεία πρακτικά, όπως θα παρατηρούσε κανείς, εφαρμόζεται στην εποχή μας, ως μια πεπερασμένη αναχρονιστική τακτική, που παραβλέπεται και προσπερνάται από την πολιτεία χωρίς ιδιαίτερες επιπτώσεις και δυσκολία, και που παραπλανητικά «καλύπτει/ εφησυχάζει» τον κόσμο, ως μια (πάλαι ποτέ) ηχηρή έκφραση διαφωνίας/εξέγερσης αντιπαραβαλλόμενη του καταστημένου, που ωστόσο δύσκολα πια και σπάνια απαριθμεί οφέλη και κτήσεις (ασχέτως τη συμμετοχή/συχνότητα). 

Για μια υγιή έκβαση και προοπτική στο όλο σκηνικό, οφείλουμε να συμπεριφερθούμε ώριμα (μέσα στο έντονο περιρρέον κλίμα), κρίνοντας και εξετάζοντας το πώς ο τρέχοντας κρατικός μηχανισμός είναι στημένος (πώς προσεγγίζεται και τι περιθώρια ενεργειών επιτρέπει), και όχι αντιγράφοντας κριτήρια και συμπεριφορές του παρελθόντος. Η εκάστοτε δηλαδή κινητοποίηση, πρέπει να προσμετρά και να συνυπολογίζει, ανά περίπτωση, κάθε παράμετρο απ’ τα δεδομένα που καλείται να διαχειριστεί, ούτως ώστε να παίρνει τη μορφή που χρειάζεται και να φέρνει καρπούς μέσω προτάσεων/ διεκδικήσεων, οδηγώντας καταληκτικά σε υλοποίηση αιτημάτων/στόχων και επηρεάζοντας δραστικά την κρατική πλεύση (μεταρρυθμίσεις, τροποποιήσεις, συμβιβασμοί, συμφωνίες). 

Η προσαρμογή του «οπλοστασίου» που διαθέτουμε στους καιρούς που ζούμε, είναι αναγκαία και καθοριστική, για την εν δυνάμει αξία των οργανωμένων/ αυτοοργανωμένων προσπαθειών των πολιτών· ειδάλλως τέτοιας φύσης ενέργειες απειλούνται να στιγματιστούν οριστικά, ως κακόγουστες παρωχημένες συναθροίσεις έξαρσης τυφλού θυμού (οδομαχίες, δολιοφθορές), όπου δίνεται τυπικά το παρών και αναμασώνται συνθήματα, χωρίς να περιμένει κανείς τίποτα περισσότερο.