9 Ιουλ 2014

Η κρίση πέρασε και δεν ακούμπησε


Του Νέστορα Πουλάκου

Τα θερινά σινεμά αποτελούν μια παράδοση στην Ελλάδα, που κρατάει γεμάτο έναν αιώνα έχοντας μεγαλώσει γενιές και γενιές ανθρώπων. Χαλίκι, καρέκλα του σκηνοθέτη, δροσεροί χυμοί, μπύρες και ποτά, ποπ κορν αλλά και μεζεδάκια, η προβολή μιας ταινίας σε θερινό κινηματογράφο εξακολουθεί να είναι μια χαλαρωτική απόλαυση αφού εκεί, σε αυτήν την ανοιχτή «αίθουσα» οι περιορισμοί των χειμερινών κινηματογράφων καταργούνται: κάπνισμα και άπλωμα των ποδιών αποτελούν βασικοί άξονες αυτής της διασκέδασης. Από τη δροσερή εξόρμηση σε μια θερινή αίθουσα στο κέντρο της πόλης έως την αξέχαστη εμπειρία μιας προβολής στην κεντρική πλατεία ενός χωριού, αυτή η μεσογειακή εμπειρία παραμένει σημείο αναφοράς μας αλλά και «ατραξιόν» για τους τουρίστες. 

Φτάνουμε, λοιπόν, στο σήμερα. Αφορμή για αυτό το άρθρο στάθηκε η προβολή του μεσαίου μήκους ντοκιμαντέρ «Θερινά σινεμά στην Αθήνα» της Μαγδαληνής Ρεμούνδου. Προβλήθηκε πριν λίγες ημέρες στο 3 Φεστιβάλ Θερινού Κινηματογράφου της Αθήνας, αναμένεται μες στο καλοκαίρι να παιχτεί στην πανέμορφη αυλή του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων στο Θησείο, ενώ συζητιέται για να προβληθεί σε κανονική διανομή τον Σεπτέμβριο, λίγο πριν το τέλος της σεζόν των θερινών σινεμά στην Αθήνα, μαζί με ένα ακόμη ντοκιμαντέρ. Η ταινία τεκμηρίωσης της κ. Ρεμούνδου κάνει μια ιδιαιτέρως κατατοπιστική «βόλτα» στα θερινά σινεμά της Αθήνας, προσφέροντας μας αρκετές ενδιαφέρουσες πληροφορίες.
Ξεκινάμε από τις περιοχές που η αισιοδοξία ξεχειλίζει και η κρίση φαίνεται να έχει περάσει και να μην έχει ακουμπήσει: ο κ. Θωμάς Μανιάκης του Σινέ Θησείον έχει κάθε λόγο να πιστεύει ακόμη περισσότερο στην αίθουσα του από τη στιγμή που το CNN την συμπεριέλαβε στο τοπ 10 των καλύτερων θερινών κινηματογράφων παγκοσμίως. Προσφέροντας χειροποίητη βυσσινάδα στους πελάτες, κάνοντας ειδικές τιμές σε συγκεκριμένες ημέρες και παίζοντας κλασικές ταινίες όπως «Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων» του Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο κ. Μανιάκης τονίζει πως «νίκησε την κρίση επιμένοντας κλασικά». Πήρε τον κινηματογράφο στις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε κακή κατάσταση, κάνοντας τον πλέον τον νούμερο ένα στη χώρα.

Μακριά από την κρίση δηλώνει και η κ. Μαίρη Πάνου του Σινέ Παρί. Στην καρδιά της Πλάκας, με θέα την Ακρόπολη, ο κινηματογράφος αυτός μετράει έναν αιώνα ζωής, όταν τον άνοιξε ένας… κομμωτής με παριζιάνικη θητεία και κουλτούρα. Πρόσφατα, η κ. Πάνου είδε την αίθουσα της να περιλαμβάνεται σε ένα άλλο, εξίσου σημαντικό, τοπ 10 για θερινούς κινηματογράφους, αυτόν της εφημερίδας Guardian. Το αγαπημένο σινεμά της Πλάκας έχει διαφορετικό προσανατολισμό μεν από εκείνο του Θησείου, αλλά την ίδια επιτυχία. Παίζει ταινίες πρώτης προβολής, με μεγάλη προσέλευση κοινού, το οποίο όμως είναι ετερόκλητο κάθε φορά. Μεγάλο ποσοστό είναι βέβαια έχουν οι τουρίστες.

Κατηφορίζοντας προς ένα άλλο κεντρικό σημείο της Αθήνας, αυτή η «ευδαιμονία» εξαφανίζεται. Ένας από τους πλέον ιστορικούς κινηματογράφους της Αθήνας, με το κτίριο μάλιστα να έχει κριθεί διατηρητέο επί θητείας στο ΥΠΠΟ της Μελίνας Μερκούρη, το Σινέ Εκράν στη Νεάπολη Εξαρχείων, δυστυχώς αποτελεί «φάντασμα» του παλιού καλού εαυτού του. Με νοσταλγία αλλά και παράπονο η ιδιοκτήτρια του κ. Ιουλία Κατριβάνου θυμάται τις χρυσές δεκαετίες του 1960, του 1970 και του 1980, όταν η αίθουσα έφτανε τα 70 χιλιάδες εισιτήρια τη σεζόν. «Πλέον, με το ζόρι κόβουμε 8 χιλιάδες εισιτήρια τους τέσσερις μήνες από Μάιο έως Σεπτέμβριο», αναφέρει χαρακτηριστικά. Ο κινηματογράφος της, που τραγουδήθηκε από τον Σταμάτη Κραουνάκη και αγαπήθηκε από τον Μίνω Βολανάκη, τον Τίτο Πατρίκιο κ.ά, είναι «ο τελευταίων των Μοϊκανών». Κάποτε, στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο συνυπήρχαν πέντε θερινοί κινηματογράφοι!

Αλλάζουμε περιοχή και κατεβαίνουμε προς τον Πειραιά, άλλη μια περιοχή που έχει πληγεί από την κρίση, την οποία έχουν βιώσει στο πετσί τους τόσο οι χειμερινοί όσο και οι θερινοί κινηματογράφοι της. Εδώ, η «όαση» ή μάλλον ο «παράδεισος» βρίσκεται στον Κορυδαλλό. Ο δραστήριος επιχειρηματίας κ. Γιώργος Καζιάνης είναι ο διαχειριστής του δημοτικού θερινού (αλλά και χειμερινού) «Σινεμά ο Παράδεισος», που είχε πραγματοποιήσει τα εγκαίνια του παρουσία του σκηνοθέτη Τζουζέπε Τορνατόρε και του συνθέτη Νικόλα Πιοβάνι, από την ομώνυμη ιταλική ταινία. Η αίθουσα παίζει ταινίες πρώτης προβολής αλλά και κλασικές, δημοφιλής όμως παραμένει για τα γευστικά κεφτεδάκια της. Την ίδια στιγμή ο κ. Καζιάνης έχει εξελίξει, με τρόπο εντυπωσιακό είναι η αλήθεια, το πλανόδιο σινεμά, αφού έχει επενδύσει σε μεταφερόμενες-μετακινούμενες οθόνες προβολής που γυρνούν ανά την Ελλάδα.

Με άλλα λόγια το ελληνικό καλοκαίρι επιβάλλει θερινό κινηματογράφο. Είτε αυτός παρακολουθείται με θέα την Ακρόπολη είτε με… τον τοίχο της απέναντι πολυκατοικίας. Είτε μεταφερόμενος από χωριό σε χωριό είτε από συνοικία σε συνοικία, όπως χαρακτηριστικά κάνει με τις δωρεάν προβολές του το Φεστιβάλ Θερινού Κινηματογράφου της Αθήνας. Είτε σε αίθουσες που έχουν να αντιμετωπίσουν την υποβάθμιση της πλατείας Εξαρχείων αλλά παραμένουν κλασικές (π.χ. Βοξ, Ριβιέρα). Είτε σε αίθουσες που τους χειμερινούς μήνες μετατρέπονται σε… πάρκινγκ (Σινέ Ψυρρή). Η απόλαυση παραμένει ίδια και η εμπειρία μοναδική.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθημερινή εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (8-7-14).