4 Σεπ 2014

Σαν παλιό σινεμά




Του Νέστορα Πουλάκου

Το ξέρουμε πως διαβάζετε αυτές τις γραμμές ενώ το καλοκαίρι βρίσκεται στην τελική ευθεία για τον αποχαιρετισμό του. Βέβαια, ο καιρός σε αυτήν τη χώρα έχει φερθεί τόσο καλά δεκαετίες τώρα, ώστε μαγαζιά σαν το ιστορικό «Μαριδάκι», στην παραλία της Γλυφάδας, για την ακρίβεια στην δεύτερη Μαρίνα της περιοχής, εξακολουθούν να έχουν δουλειά πολλούς μήνες το χρόνο. Κι εμείς να έχουμε τη δυνατότητα να απολαμβάνουμε γευστικούς θαλασσινούς μεζέδες και να γευόμαστε πολλά καραφάκια ούζα, με τη θάλασσα κυριολεκτικά στα πόδια μας.
Ελάχιστα μέτρα από τις ψαρόβαρκες και τις τράτες στη μαρίνα της Γλυφάδας, βρίσκεται ένα ιστορικό ουζομεζεδοπωλείο που θυμίζει άλλες εποχές, σίγουρα πολύ μακρινές, και σίγουρα μας φέρνει στο νου σκηνές από τις κλασικές, ασπρόμαυρες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Άλλωστε, στο «Μαριδάκι» έχουν γυριστεί ουκ ολίγες σκηνές για ταινίες του Φίνου και άλλων παραγωγών του μεταπολεμικού εμπορικού σινεμά. Επίσης, το τοπίο, χωρίς πολύ φωτισμό τη νύχτα, θυμίζει σίγουρα ταβέρνα ελληνικού νησιού, όπου το χαλίκι, η πλαστική καρέκλα και το τραπέζι με το κλασικό γαλανόλευκο τραπεζομάντιλο κυριαρχούν.
Βρεθήκαμε λοιπόν ένα απάνεμο καλοκαιρινό βράδυ στην παραλία της Γλυφάδας για να κάτσουμε στο «Μαριδάκι», ένα από τα ελάχιστα μαγαζιά που έχουν απομείνει να θυμίζουν την παλιά Γλυφάδα. Και κυριολεκτικά είναι σαν τη μύγα μες στο γάλα: βρίσκεται ανάμεσα σε ταβέρνες και εστιατόρια τόσο απλησίαστα ώστε ο «Φθηνός σκούφος» δεν θα λεγόταν «χρυσός» αλλά «πανάκριβος». Αντίθετα, στο «Μαριδάκι» είχαμε τη δυνατότητα να φάμε οικονομικά, με τη θάλασσα να «πιτσιλάει» τα πόδια μας: αυτό το «προνόμιο» δηλαδή που χρυσοπληρώνουμε σε όλη την αττική ακτογραμμή, από τον Πειραιά έως το Σούνιο! Από 13 έως 15 ευρώ κυμαίνεται το μενού κατ’ άτομο, για να καταλάβετε.
Με την υπόσχεση στον διευθυντή της «σχεδίας» να μην πιούμε ούτε γουλιά ούζο να μας καταπιέζει –κυριολεκτικά, όμως!-, παραγγείλαμε χόρτα (βλήτα με μπόλικο λάδι και λεμόνι), τυρί σαγανάκι και καλαμαράκια τηγανιτά που έλιωναν στο στόμα. Για όλα αυτά, μαζί με το κουβέρ -φρέσκο ψωμί αγορασμένο από παραδοσιακό φούρνο της Γλυφάδας καθώς πληροφορηθήκαμε, δώσαμε 14,8 ευρώ.
Θα λέγαμε πολύ καλά, έτσι και συνυπολογίσουμε ότι για τρεις ολόκληρες ώρες, απολαμβάναμε τον αττικό έναστρο ουρανό, με τη θάλασσα τόσο κοντά μας και τις σκέψεις ότι η «παραλία» χρυσοπληρώνεται εντελώς μακριά μας.
Από την άλλη μεριά βέβαια, υπάρχει και ο αντίλογος, τον οποίο οφείλουμε να πούμε: πέρα από το μαριδάκι του, όλα τα θαλασσινά του μαγαζιού είναι κατεψυγμένα, ενώ ο κατάλογος του δεν διακρίνεται για τον πλουραλισμό και την ποικιλία του. Επίσης, η ταβέρνα είναι κυριολεκτικά από άλλη εποχή, από την υποδομή έως τους σερβιτόρους, ώστε κάθε ανατίμηση προς το πάνω να μας αποδιώχνει και την όποια σκέψη για την επιστροφή… στη δραχμή!
Πέρα από την όποια πλάκα, η «αποστολή» αυτής της στήλης είναι να σας προτείνει καλό, ποιοτικό και φθηνό «σκούφο». Και το ιστορικό «Μαριδάκι» είναι μια επιλογή που ανατρέπει τον αποτρεπτικό «μύθο» της ακριβής παραλίας. Άλλωστε, όσοι δεν μπορέσατε να πάτε διακοπές ή όσοι επιστρέψατε κι ακόμη τις νοσταλγείτε, αυτή η έξοδος αυτή προτείνετε ανεπιφύλακτα.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη στήλη ΦΘΗΝΟΣ ΣΚΟΥΦΟΣ του τχ. 18 του μηναίου περιοδικού Σχεδία (Σεπτέμβριος 2014).