5 Δεκ 2014

Άγιος Μανουήλ ο Μάρτυρας / Η θεία Τούλα [ εκδόσεις Vakxikon.gr 2014 ]


Γράφει ο Τάσος Ψάρρης

Θα ξεκινήσω εκφράζοντας τις ευχαριστίες μου στις εκδόσεις Βακχικόν και το Νέστορα Πουλάκο για την ευκαιρία που μου έδωσαν να μεταφράσω τα βιβλία που περιλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση. Μπορεί να ακούγεται ως μια τυπική έκφραση αβρότητας, αλλά δεν είναι. Γιατί κανένα έργο και καμία μετάφραση δεν μπορούν να εκπληρώσουν τον σκοπό τους αν δεν φτάσουν στα χέρια των δικαιωματικών τους κατόχων, που είναι οι αναγνώστες. Μέχρι τότε είναι ανενεργά, αδρανή, είναι έργα σε λήθαργο, και γι’ αυτό όλοι εμείς που μεταφράζουμε λογοτεχνία πρέπει να είμαστε ευγνώμονες προς τους ανθρώπους που αναλαμβάνουν να τους δώσουν την ώθηση που χρειάζονται, ειδικά σε αυτές τις δύσκολες εποχές.

Η μετάφραση κλασικών έργων είναι μια διαδικασία που ξεπερνάει την απλή μεταφορά από τη μία γλώσσα στην άλλη και την απόδοση του περιεχομένου με τρόπο που να ανταποκρίνεται στο πρωτότυπο κείμενο και στις προθέσεις του συγγραφέα: αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο στέκεται κανείς απέναντι στον χρόνο, τη στάση του απέναντι στο παρελθόν, τη ματιά με την οποία κοιτάζει τα ιστορικά γεγονότα. Γιατί ένα κλασικό έργο, ακόμα κι αν δεν είναι ιστορικό από άποψη περιεχομένου, είναι ένα ιστορικό ζήτημα, ιστορικό όχι με την έννοια της αφήγησης αλλά της χρονικής μεταβολής. Τι εννοούμε όμως όταν λέμε κλασικό έργο; Ασφαλώς δεν εννοούμε ένα έργο που έχει πουλήσει χιλιάδες αντίτυπα και το ξέρει όλος ο κόσμος, αλλά ένα έργο που συνδέεται με μια διαφορετική συγκυρία, που έρχεται καταπλακωμένο από το βάρος μιας άλλης εποχής,  από την ανάγκη του να επιβιώσει, να μείνει επίκαιρο, να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός μελλοντικού αναγνωστικού κοινού. Τα κλασικά έργα είναι σαν τους πίνακες ζωγραφικής που είναι φτιαγμένοι κάτω από άλλους πίνακες, και που για να τους δει κανείς θα πρέπει να αφαιρέσει το επιφανειακό έργο, δηλαδή το κάλυμμα του χρόνου. Τέτοια έργα είναι και τα έργα του Μιγέλ ντε Ουναμούνο: είναι πίνακες ζωγραφισμένοι κάτω από άλλους πίνακες, που με τη σειρά τους είναι ζωγραφισμένοι κάτω από άλλους, και ούτω καθ’ εξής. Αυτή η διαδοχική αλληλοεπικάλυψη, αν το δούμε από την πλευρά του συγγραφέα, ή αυτή η διαδικασία διαρκούς αποκάλυψης, ανακάλυψης, αν το δούμε από την πλευρά του αναγνώστη, είναι απολύτως συμβατή με τη λογοτεχνία των αρχών του 20ου αιώνα, βασικός εκπρόσωπος της οποίας είναι ο μεγάλος Ισπανός. Το συγκεκριμένο στοιχείο διατρέχει όλο το έργο αλλά και τη ζωή του Ουναμούνο, στοιχείο που ο ίδιος θεωρούσε απαραίτητο συστατικό αλλαγής και δημιουργικότητας, και βασική προϋπόθεση για την αναζήτηση της αλήθειας. 

Δεν μπορώ παρά να νοιώθω ευτυχής λοιπόν που μπορέσαμε με τις εκδόσεις Βακχικόν να αναδείξουμε δύο από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του Μιγέλ ντε Ουναμούνο: το Άγιος Μανουήλ ο μάρτυρας, και την Θεία Τούλα. Τα δύο έργα αποτελούν ορόσημα στη δημιουργική πορεία του συγγραφέα η οποία θα μπορούσε, ίσως κάπως αυθαίρετα, να χωριστεί σε τρεις περιόδους: στην πρώτη περίοδο, που εκτείνεται από το 1902 μέχρι το 1912 και περιλαμβάνει τα πρώιμα έργα του· στη δεύτερη, που ξεκινάει το 1913 με το φιλοσοφικό δοκίμιο Το τραγικό αίσθημα της ζωής και τελειώνει το 1924 με την εξορία στη Φουεντεβεντούρα· και στην τρίτη, από το 1925 μέχρι το τέλος. Η θεία Τούλα, που γράφτηκε το 1921, κι επομένως ανήκει στη δεύτερη περίοδο, πραγματεύεται τη ζωή μιας γυναίκας που αναζητά τη μητρότητα με ανορθόδοξο τρόπο. Είναι έργο βαθύ και απαιτητικό, σχεδόν προκλητικό, που συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της δεύτερης περιόδου, δηλαδή, βαθιά ψυχική ενδοσκόπηση, υπερβολή, συγκαλυμμένο σαρκασμό, αναψηλάφηση ή μάλλον αμφισβήτηση των ανθρωπίνων σχέσεων, εξύμνηση της ευλάβειας, θρησκευτικής και μη, τάση προς το νεωτερισμό. Τα πειράματα με τη φόρμα στα οποία επιδόθηκε συστηματικά ο Ουναμούνο αυτή την περίοδο οδήγησαν στην επινόηση της νιβόλα, του λογοτεχνικού είδους όπου συγκαταλέγεται η Θεία Τούλα και στο οποίο ο συγγραφέας ουδόλως έμεινε πιστός. Από την άλλη μεριά, το Άγιος Μανουήλ ο Μάρτυρας είναι το τελευταίο του έργο, ως μέρος μιας συλλογής από τέσσερις νουβέλες. Γράφτηκε το 1933 και πραγματεύεται τη ζωή του ιερέα ενός μικρού χωριού ο οποίος βασανίζεται από αμφιβολίες για την πίστη και τη μετά θάνατον ζωή. Ο Άγιος Μανουήλ χαρακτηρίζεται από μια φιλοσοφική αναδίπλωση, κατά την οποία ο Ουναμούνο επιστρέφει στον άνθρωπο ως μέσο εκπλήρωσης κι όχι αθανασίας, επιβεβαιώνει τη ρευστότητα της ζωής και προβάλλει την αξίας της θυσίας με πιο ρεαλιστικό τρόπο. Αυτές οι αλλαγές κρίνονται δικαιολογημένες αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Ουναμούνο διένυε ήδη τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Επίσης το έργο αυτό σηματοδοτεί μια επιστροφή στην κλασική φόρμα που, σύμφωνα με τους ειδικούς, φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα στον συγγραφέα. 

Σε αυτό το διάστημα των 12 ετών μεταξύ των δύο έργων, ο άνθρωπος Ουναμούνο βιώνει μια σειρά από υπαρξιακές μεταπτώσεις οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά την ψυχοσύνθεσή του, και αναπόφευκτα και το έργο του. Είναι η εποχή της δικτατορίας του Ριβέρα, της βαθιάς αμφισβήτησης της ελευθερίας της οποίας ο Ουναμούνο στέκει ως βασικός προασπιστής και θεματοφύλακας, η εποχή της μεγάλης δημοτικότητας αλλά και της τελικής αποκαθήλωσης. Από τη Θεία Τούλα μέχρι τον Άγιο Μανουήλ ο Ουναμούνο αλλάζει, γιατί αλλάζει δραματικά και το περιβάλλον στο οποίο ζει και δημιουργεί, γιατί αλλάζουν τα δεδομένα γύρω του. Είναι λες και ο Μεγάλος Πόλεμος που έχει προηγηθεί να τον επηρέασε περισσότερο ως ανάμνηση, ως ιστορικό γεγονός, ως απόηχος ενός συμβάντος που οι επιπτώσεις του φαίνονται πολύ αργότερα. Γιατί ο Ουναμούνο ενδιαφερόταν ουσιαστικά, κι όχι στα λόγια, για τις συνέπειες των γεγονότων, για την καταχνιά, για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο ενός βιβλίου του, που θα έριχναν τα γεγονότα πάνω στις επόμενες γενιές. Καταλάβαινε ότι δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον χωρίς παρόν, κι ότι η εποχή στην οποία ζούσε, οι άνθρωποι που την ενσάρκωναν και οι αποφάσεις τους θα ήταν καθοριστικές για την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Αυτό το βάρος το ένιωθε καθημερινά στους ώμους του, πάνω στο περίφημο μπλε σακάκι, και τον έκανε ακόμα πιο ευάλωτο, οδηγώντας τον σε αδιέξοδα από τα οποία ποτέ δεν κατάφερε να απεγκλωβιστεί.

Τα έργα που περιλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση μπορεί να φαίνονται εκ πρώτης όψεως διαφορετικά, κυρίως από πλευρά θεματικής, ωστόσο έχουν αρκετές ομοιότητες. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγος που επιλέχτηκαν να αποτελέσουν μια κοινή έκδοση. Η βασική τους ομοιότητα είναι ότι και τα δύο διακατέχονται από έντονο προβληματισμό για τη φύση του ανθρώπου και για τα καθημερινά της όρια. Οι ήρωες βασανίζονται από κάθε μορφής περιέργεια, πνευματική, θρησκευτική, συναισθηματική, ερωτική, κυρίως στην περίπτωση της Τούλας, αναρωτιούνται διαρκώς τι γίνεται μέσα τους, γύρω τους. Αυτή η περιέργεια καταλήγει σε μια αδιάκοπη τυραννία, αφόρητη σε μεγάλο βαθμό αλλά και ταυτόχρονα λυτρωτική, αφού στο τέλος οδηγεί στη μετάνοια. Διακαής πόθος του δον Μανουήλ και της Τούλας είναι να αλλάξουν, να γίνουν διαφορετικοί από αυτό που είναι, να ξυπνήσουν μια μέρα και να έχουν καινούργιο πρόσωπο. Ο Ουναμούνο ασχολήθηκε διεξοδικά στο έργο του με αυτή την λανθάνουσα τάση του ανθρώπου να  απομακρυνθεί από τον εαυτό του, να μεταμορφωθεί, ένα φαινόμενο που ο ίδιος ονόμασε el quierer ser, δηλαδή, η επιθυμία να γίνω.

Μια άλλη ομοιότητα αφορά την ανάδειξη των δευτερευόντων ηρώων της καθημερινότητας σε πρωταγωνιστές. Ο Ουναμούνο ήταν πάντα αντίθετος σε οτιδήποτε παγιωμένο, είτε αυτό αφορούσε έθιμα και συμβάσεις είτε τη δομή της κοινωνίας. Η Τούλα του Ουναμούνο δεν είναι το άβουλο μέσο αναπαραγωγής που ζει στην αφάνεια στη συντηρητική Ισπανία της εποχής αλλά μια γυναίκα χειραφετημένη, δυναμική, τρομακτικά δυναμική, σαφώς ανώτερη από τον άντρα, μια γυναίκα που κρατάει τη δύναμη στα χέρια της και μπορεί να καταστρέψει αν το θελήσει ό,τι θεωρεί εκείνη ότι πρέπει να καταστραφεί. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τον δον Μανουήλ, έναν «μητριαρχικό άντρα», όπως τον χαρακτηρίζει o Ουναμούνο μέσω της Άνχελα Καρμπαγίνο, της αφηγήτριας, έναν φιλήσυχο ιερέα ο οποίος ορίζει με πρωτοφανή ισχύ τις τύχες ενός ολόκληρου χωριού, τόσο εν ζωή όσο και μετά θάνατον. Το μήνυμα του Ουναμούνο είναι σαφές: ο κάθε άνθρωπος έχει την αξία του, και μην υποτιμάτε ποτέ τη δύναμη της ψυχής του. Είναι ένα μήνυμα που εκείνη την εποχή σαφώς και δεν ήταν δυνατόν να εισακουστεί, αλλά που στις μέρες μας οφείλει να φτάσει στα αυτιά μας.

Ο αβέβαιος άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν ξέρει αλλά θέλει να μάθει, είναι ένα θέμα που διατρέχει από κοινού τα δύο έργα. Ο Ουναμούνο βίωσε την αβεβαιότητα σε όλο της το φάσμα, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Η χώρα του, μέχρι πρότινος κραταιά δύναμη, αντιμετώπιζε μια πρωτόγνωρη παρακμή, ηθική, κοινωνική και πολιτική, η οποία αντικατοπτρίστηκε και στην πολιτιστική ζωή του τόπου, πυροδοτώντας τον σκεπτικισμό και την οπισθοδρόμηση. Η αβεβαιότητα του δον Μανουήλ και της θείας Τούλας είναι η αβεβαιότητα του Ουναμούνο σ’ έναν κόσμο που είναι τυφλός, βουβός, που δεν μπορεί να προβλέψει το αύριο ούτε να αποσχιστεί από το χθες. Όμως ο Ουναμούνο δεν χρησιμοποιεί την αβεβαιότητα ως πρόφαση και αίτιο αδυναμίας, αλλά τη μετατρέπει σε εφαλτήριο για αφύπνιση: ο δον Μανουήλ γνωρίζει τον εαυτό του και τον προσφέρει θυσία στον κόσμο, και η Τούλα δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες που την κάνουν να αισθάνεται ολοκληρωμένη. Είναι ένα δείγμα της απαράμιλλης ικανότητας του συγγραφέα να προσεγγίζει εποικοδομητικά το τραγικό αίσθημα της ζωής, όσο τραγικό κι αν είναι. 

Από μεταφραστικής πλευράς, ο Ουναμούνο μεταφράζεται δύσκολα αλλά προσφέρει τη δυνατότητα στο μεταφραστή να ανακατέψει τα γλωσσικά του εργαλεία μετατρέποντας την όλη διαδικασία σε διασκέδαση. Βιβλικά χωρία από τη μία (Άγιος Μανουήλ), λογοπαίγνια και μεταφορές από την άλλη (Θεία Τούλα), καθιστούν τη μετάφραση μια ακροβασία που φαντάζει ατελείωτη και χωρίς όρια. Αυτό που μένει στο τέλος είναι μια ευχάριστη ανησυχία κι ένας προβληματισμός για το αν ο απαιτητικός συγγραφέας θα ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα. 

Εν κατακλείδι, η λογοτεχνία του Ουναμούνο προσφέρει την ευκαιρία για καταβύθιση στα έγκατα του ανθρώπου μέσω της αναψηλάφησης μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής που από λογοτεχνικής πλευράς σηματοδοτεί το πέρασμα από το κλασικό στο μοντέρνο. Ο Ουναμούνο παραμένει διαχρονικός γιατί συνεχίζει να εκφράζει με ειλικρινή τρόπο την τραγωδία του καθημερινού ανθρώπου, του ανθρώπου που αναζητά την αλήθεια, θυσιάζεται και πολεμά. Ο ίδιος χρησιμοποιεί μια μεταφορά για να απεικονίσει αυτή την τραγωδία: τη βροχή που πέφτει στη λίμνη. Τη ματαιότητα απέναντι στην απεραντοσύνη, την απώλεια απέναντι στην επιβίωση. Αυτό που μας λέει τελικά ο Ουναμούνο είναι ότι το πώς θα ζήσουμε εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πυκνότητα της βροχής και την καθαρότητα της λίμνης. 

*Ο Τάσος Ψάρρης, μεταφραστής της έκδοσης, διάβασε το παραπάνω κείμενο στην παρουσίαση του βιβλίου στο Ινστιτούτο Θερβάντες (13-10-14).