13 Φεβ 2015

Αμήν / Αμάν


Του Παναγιώτη Χαμπεσή

Θα μπορούσε εύλογα κάποιος να χαρακτηρίσει, ως θεμελιώδεις και ειδοποιές αρχές στην εκπαιδευτική πολιτική ενός κράτους, την προθυμία, τη δυνατότητα και την ευκολία του, στο να συμπλέει με τα μονοπάτια της σύγχρονης διανόησης. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό, ανασυγκροτώντας και εκσυγχρονίζοντας, τη μεθοδολογία παραγωγής γνώσης που εκέινο διαθέτει, αξιοποιώντας και προάγοντας τους καρπούς του ανθρώπινου πνεύματος εν γένει. Με τον τρόπο αυτό, μια πολιτεία δύναται να εξελίσσεται και να προοδεύει, οικοδομώντας μια υγειή βάση, αφού έτσι μεριμνά για τα νέα μέλη της, προπαρασκευάζοντάς τα με χρήσιμα εφόδια σκέψης και ικανοτήτων.

Θέτοντας τέτοιους στόχους λοιπόν, αυτονόητη θα θεωρούσε κανείς την καθολική κατανόηση και εφαρμογή από τον κρατικό μηχανισμό, της εδώ και αιώνες πια πολυειπωμένης ανεξιθρησκίας (και κατ' επέκταση αθρησκείας / αθεΐας, ως επιλογή αποχής από το δόγμα), σε βαθμό που τιμά και σέβεται τις ατομικές προτιμήσεις των νοήμονων και ελευθερόβουλων πολιτών του.      Εντούτοις, αντίθετα με αυτή τη λογική, το ελληνικό κράτος, εως και σήμερα, στρέφει προς μια καταναγκαστική υπόδειξη θρησκευτικής ταυτότητας τους πολίτες της από νεαρή κιόλας ηλικία, μιας και πέρα από τα θεσμικά και νομικά κολλήματα-δεσμέυσεις που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κάποιος Έλληνας "μη Χ.Ο." , τα σχολέια φροντίζουν να υπαγορεύσουν στη συνείδηση των παιδιών ένα προαποφασισμένο δόγμα, για να τους διαμορφώσει ηθικοπλαστικά, αξιακά και πνευματικά.

Κάπου σε αυτό το σημείο, θα ήταν σημαντικό να επισημάνουμε, ότι το υποτιθέμενο μάθημα που τιτλοφορείται, ως "Θρησκευτικά", κάθε άλλο παρά πνευματικά ιδεώδη και αρετές θρησκειών διδάσκει, αφού η ύλη του περιορίζεται και αφορά αποκλειστικά την κατήχηση γύρω από την Χριστιανορθόδοξη πίστη.

Κατ' ουσίαν, το μοντέλο του εν λόγω μαθήματος, ωθεί δογματικά προς μια τυποποιημένη και παγιωμένη έκφραση πίστης, πατώντας πάνω στην έμφυτη εσωτερική ανάγκη αναζήτησης πνευματικότητας του ατόμου, την οποία αποστειρώνει και την προσανατολήσει στοχευμένα. Εν ολίγοις, καταλήγουμε στο να περιγράφουμε κάτι ισχυρότερο του προσηλυτισμού, αφού αυτό που μόλις περιγράψαμε να συμβαίνει δεξιοτεχνικά, δεν είναι τίποτε λιγότερο απο μια συστηματική και μεθοδευμένη πλύση εγκεφάλου. Κι αυτό ως επιχείρημα ενισχύεται, με το ότι στην πραγματικότητα δεν δίνεται στο "παιδί" περιθώριο να εγκρίνει γνωσιακά την πληροφορία που δέχεται, αξιολογώντας την, με τον όποιο έστω κριτικό μηχανισμό έχει προλάβει να αναπτύξει ανάλογα με την ηλικία του, και σε αντίθετη περίπτωση να την απορρίψει· αλλά του υπαγορεύεται το μήνυμα/πληροφορία ως κάτι δεδομένο (σχολική ύλη), που είναι υποχρεωμένο να δεχτεί και να μάθει μαζί με τις υπόλοιπες γνωσεις του σχολικού προγράμματος.

 Αντιλαμβανόμενος, γνωρίζοντας και κατανοώντας με κάθε λεπτομέρεια, το χρονικό συνεργασίας και συμπαρουσίας Εκκλησίας - Κράτους σε αρκετές περιόδους και περιστάσεις, θα θεωρούσα ως προτιμότερη και αντιπροσωπευτικότερη θέση, την διδασκαλία αυτής της παραδοσιακής σχέσης, μέσα από το μάθημα της Ιστορίας, όπου θα τιμόταν με ισχυρότερη ακρίβεια η όλη διαδρομή της. Παρόλα αυτά, λαμβάνοντας υπόψιν και το κομμάτι του νοήματος των θρησκειών, ως μονοπάτια που επιχειρούν να συμβλάλλουν στο να ανακουφίζουν τις ανησυχίες-αναζητήσεις του ανθρωπινου πνεύματος, δια των πεποιθήσεων που εκπροσωπούν (συσχετιζόμενες με νου, πνεύμα, ψυχή, ηθική)· θα θεωρούσα καταλληλότερη και πιο ταιριαστή τη διδασκαλία και την ενημέρωση σχετικά με αυτές, σε ένα ένθετο μέρος ενός εμπλουτισμένου μαθήματος Φιλοσοφίας, με ρόλο να εξηγεί/ερμηνεύει τα ποικίλα θρησκευτικά ρεύματα, μαζί με τα χαρακτηρίστικά τους. Μέσα από αυτούς τους δύο άξονες στην εκπαίδευση, το έργο και το τι πρεσβεύει ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία (για τη χώρα μας και ευρύτερα), θα ήταν εφικτό να αναδειχθεί εντός ενός ασφαλούς, πιο ξεκάθαρου και πιο διαλλακτικού πλαισίου· κάτι που συνάδει άλλωστε με τον κύριο στόχο της παιδείας και του πολιτισμού.

 Κλείνοντας, θεωρώ πως ακόμα για περιπτώσεις, που ορισμένοι εκ των μαθητών, κάποια στιγμή, τείνουν προς την κατεύθυνση μιας θρησκείας, θα πρέπει ανεμπόδιστα να μπορούν να μυηθούν περαιτέρω στην όποια πίστη "εξωσχολικά", απευθυνόμενα στην εκκλησία της ενορίας τους (ή στο τζαμί, συναγωγή κτλπ). Στο κάτω κάτω, στόχος του σχολείου είναι να αποτελεί φυτώριο που συγκεράζει και εμφυσά πλούτο γνώσεων, διαθέτοντας μια πολυσυλλεκτική γκάμα ωφέλιμων - χρηστικών δεδομένων, και όχι στερεοτυπικές κατευθυντήριες γραμμές. Μ' έναν τέτοιο πλούτο συγκεκριμένα, θέτονται σκαριά που αποβλέπουν σε ικανές προσωπικότητες και πολίτες, που οι ίδιοι μεταγενέστερα θα ορίσουν την ταυτότητά τους, σε κάθε επίπεδο. Συνεπώς, ας μη συγχέουμε και τελικά μπλέκουμε, ορισμένα στοιχειώδη πράγματα, άξια προσοχής και σεβασμού, όπως ότι· για τους αμιγώς "πιστούς" υπάρχουν τα τοπικά ιερατεία, όχι τα σχολεία... τα σχολεία είναι για "μαθητές", οι οποίοι εν δυνάμει μπορούν σταδιακά και μακροπρόθεσμα, να γίνουν το οτιδήποτε, βάσει κλίσης, έργου και ασφαλώς απόφασης (δικής τους απόφασης).