27 Φεβ 2015

Xειμερία Νάρκη




Του Νέστορα Πουλάκου

Εξ αρχής το άκουσμα ενός θεατρικού σκηνικού, με έντονους και πολλούς διαλόγους, με αμέτρητα close-up, τοποθετημένο στην ενδοχώρα της Τουρκίας, μες στη βαρυχειμωνιά, με αυτήν την έντονη ανατολίτικη προφορά και διάλεκτο, διάρκειας 3,5 ωρών, δεν ενθουσιάζει, δεν ελκύει. Να που όμως αυτή η πιο ολοκληρωμένη δημιουργία του κορυφαίου Τούρκου σκηνοθέτη Νουρί Μπιλγκέ Τσεϋλάν, του γείτονα «Αγγελόπουλου» με άλλα λόγια ώστε να καταλάβετε -που από την εποχή του εντελώς διαφορετικού Γιλμάζ Γκιουνέι (πολιτικοποιημένος αυτός, με έντονη ακτιβιστική «πένα») έχει να εμφανίσει μεγάλο auteur η Τουρκία- «σπάει» τα ταμεία στη χώρα μας και έχει φτάσει στο πρώτο 10ήμερο προβολών της στην Αθήνα να την έχουν δει περισσότεροι από 7 χιλιάδες φανατικοί σινεφίλ της πόλης. Ο Τσεϋλάν, περισσότερο γνωστός με τις ταινίες του «Τρεις πίθηκοι», «Κλίματα αγάπης» και «Κάποτε στην Ανατολία», υπηρετεί το σινεμά του δημιουργού και ως ακραιφνής διανοούμενος συνθέτει φιλμικά δοκίμια για τον άνθρωπο και την ψυχή του. Έτσι κι εδώ: έχοντας ως βάση τρία κείμενα του Τσέχοφ και με εντελώς ιψενικές προδιαγραφές, ο Τσεϋλάν επιλέγει για ήρωα του έναν διάττοντα αστέρα του τουρκικού θεάτρου, ο οποίος πλέον έχει αποσυρθεί στην πατρική του γη, στην Καππαδοκία, μαζί με την νεαρή και γοητευτική σύζυγό του και την χωρισμένη αδελφή του. Εκεί, διαχειρίζεται το ξενοδοχείο της περιοχής όπως και την περιουσία που έχει κληρονομήσει από τον πατέρα του, μαζεύοντας νοίκια και χρωστούμενα από το παρελθόν. Κάτι σαν «προύχοντας» της περιοχής, για να σπάσει την πλήξη του γράφει με αργούς ρυθμούς ένα βιβλίο που έχει κατά νου χρόνια τώρα, ενώ διατηρεί μια εβδομαδιαία στήλη στην τοπική εφημερίδα που συνήθως προκαλεί αντιδράσεις για την αφ’ υψηλού αντιμετώπιση των πραγμάτων του τόπου. Ο Τούρκος σκηνοθέτης κινείται σε δυο επίπεδα στην ιστορία του: από τη μια μεριά τονίζει την αντίθεση της πλήξης των πλούσιων ενοίκων του ξενοδοχείου και την αγωνία για βιοπορισμό των φτωχών κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι επίσης τους χρωστάνε και χρήματα κι όχι μόνο. Από την άλλη μεριά «δουλεύει» τις αντιθέσεις των ενοίκων μεταξύ τους, αναδεικνύοντας τη σαθρότητα της ύπαρξης όταν το βιοποριστικό ζήτημα έχει λυθεί και τα ημίμετρα δεν ικανοποιούν τον άνθρωπο αυτόν. Αργά και σταδιακά, με ανατροπές και εξάρσεις, αλλά εντελώς θεατρικά, τα κομμάτια αυτού του ανθρώπινου παζλ στην απόκοσμη Ανατολία της Τουρκία κορυφώνεται με ταπεινώσεις, εγωισμούς αλλά και συνειδητοποιήσεις που διεγείρουν και απογειώνουν. Όταν βγήκα από το σινεμά του Άστυ, στις 12.30 το βράδυ της Κυριακής, μια ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα -χωρίς καμία αποχώρηση στη διάρκεια της ταινίας- περπατούσε ήσυχη στην πλατεία Κοραή και σκεφτόταν όσα είχε δει. Αυτή είναι η δύναμη και το κέρδος του κινηματογράφου τέχνης. Τέλος, σημειώνω ότι η ταινία κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα Καλύτερης Ταινίας και το Βραβείο της FIPRESCI (Διεθνής Ομοσπονδία Κριτικών Κινηματογράφου) στο περυσινό Φεστιβάλ Καννών.

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΤΟ ΧΩΝΙ (22-2-2015).