23 Απρ 2015

Βαγγέλης Γιακουμάκης: Ο παντοτινός άγγελος των καρδιών μας




Γράφει η Κατερίνα Καντσού

Μες στο κοιμητήρι
αχ, πικρή βροχή
κάνε να μη σβήσει τούτο το κερί
κι ούτε ένα λουλούδι
να μη μαραθεί
δεν τον σκοτώσαν
έχει κοιμηθεί...

Ζεστό σαν το ψωμί
καθάριο σαν νερό
ένα παλικάρι 20 χρονώ
ούτε που τ' αφήσαν
ν' απολογηθεί
δεν τον σκοτώσαν
έχει κοιμηθεί...



Πίσω από τις κλειστές  πόρτες της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων διαδραματιζόταν ο Τρόμος. Με Τ κεφαλαίο. Οι καθηγητές, ο διευθυντής, οι φύλακες και οι συμμαθητές, όλοι θεατές κι αργότερα συνένοχοι ενός αποτρόπαιου εγκλήματος. Γιατί έγκλημα δεν είναι μόνο να σκοτώνεις εν τη πράξει, έγκλημα είναι να μην κάνεις το καθήκον σου ως άνθρωπος- να κλείνεις τ' αυτιά και τα μάτια και να προσποιείσαι πως αυτό δεν συμβαίνει, να μην προστατεύεις, να μην βοηθάς.


Δεν είναι λοιπόν, μόνο η Κρητική συμμορία των νταήδων που δολοφόνησαν τον Βαγγέλη, αλλά είναι και όλοι οι υπόλοιποι τριγύρω τους που έβλεπαν, άκουγαν και ήξεραν τι γινόταν και δεν έλαβαν θέση. Αδιαφόρησαν. Τόσο απλά. Με αυτή τους την αδιαφορία τους όμως, σκότωναν τον Βαγγέλη λίγο-λίγο. Κάθε μέρα. Οι άλλοι, οι νταήδες απλώς αποτελείωσαν το έργο που είχαν πρωτίστως ξεκινήσει.



Αυτή η ταινία Τρόμου ξεκίνησε εδώ κι ένα χρόνο περίπου, απ' τον Μάρτιο του 2014. Ένας νεαρός φοιτητής από την Κρήτη διένυε την πόρτα της Γαλακτοκομικής (που αργότερα θα γινόταν και η καταδίκη του), έχοντας στις τσέπες του χρυσάφι- τόσο πλούσιος ήταν. Ο πλούτος της ψυχής του, πλαισιωμένος απ' το ήθος του, την καλλιέργειά του, την παιδεία του, την ευαισθησία του, την αθωότητά του, την ωριμότητά του, την εξυπνάδα του και την άσπιλη, αναζωογόνο δύναμη της καλοσύνης του που καθρεφτιζόταν στο καθαρό και ξάστερο πρόσωπό του και στα φωσφορίζοντα μάτια του, σε συνδυασμό με την ανεμελιά της νιότης του και την περιρέουσα αγάπη που ακτινοβολούσε μέσα του και γύρω του, έκανε πολλούς να τον θελήσουν. Να τον ζηλέψουν. Να τον ποθήσουν. Να τον αλλάξουν. Και να τον κατακερματίσουν.



Έτσι γίνεται στον κόσμο. Όταν παντού γύρω υπάρχουν σωροί σκατών που βρωμοκοπάνε και ξαφνικά ανάμεσά τους βρεθεί ένα διαμαντάκι που λαμποκοπάει, όλοι τρέχουν να το προλάβουν και να το αγγίξουν. Τόσο γλυκό είναι που επιθυμούν ο καθένας να το κάνουν δικό τους. Όλοι θέλουν κι από ένα κομματάκι του, ν' αρπάξουν λίγη από τη λάμψη του, μήπως καταφέρουν να λάμψουν κι αυτοί λίγο.


Έτσι γίνεται και στον έρωτα. Όταν ο ερωτευμένος συναντήσει το αντικείμενο του πόθου του, τυφλώνεται. Παρασύρεται, το αρπάζει, το γεύεται, προσπαθεί να το κατακτήσει. Όταν δει ύστερα από λίγο πως δεν είναι ακριβώς έτσι όπως το είχε φανταστεί, επιχειρεί να το αλλάξει. Όταν δει πως εκείνο αντιστέκεται, τότε στρέφεται εναντίον του- λεκτικά, συναισθηματικά και πολλές φορές, σωματικά. Κάποιες φορές πετυχαίνει την ολική εξόντωσή του, κάποιες άλλες όχι.



Η συμμορία των νταήδων λοιπόν, υπήρξε αθεράπευτα ερωτευμένη με τον Βαγγέλη. Από το έξω και το μέσα του. Επιχείρισαν έτσι να τον κατακτήσουν. Γιατί είδαν σ' αυτόν, κομμάτια του χαρακτήρα του που εκείνοι δεν διέθεταν και πάρα, μα πάρα πολύ θα ήθελαν. Ο Βαγγέλης αποτελούσε γι' αυτούς, το alter ego τους. Μια ειδυλλιακή, ιδεατή εικόνα για τον εαυτό τους, τελείως αντίθετη μ' αυτή που οι ίδιοι πρέσβευαν. Μια εικόνα άπιαστη. Ο Βαγγέλης αντικατόπτριζε όλα όσα εκείνοι δεν ήταν, όλα όσα δεν είχαν, όλα όσα θαύμαζαν και πάντα επιθυμούσαν, όλα όσα ήξεραν πως δε θ' αποκτούσαν ποτέ. Εμφανίστηκε ανάμεσά τους και τους θύμισε τι δεν είχαν, τι είναι αυτό που τους λείπει. Εμφανίστηκε και τους έκανε να κοιτάξουν μέσα τους και ν' αντικρίσουν κάτι εαυτούληδες άδειους, δειλούς, κομπλεξικούς, κούφιους, σάπιους, βρωμερούς, κακούς. Απ' τη μία, ο Βαγγέλης, ο αντικατοπτρισμός της ομορφιάς, της ευγένειας και της καλοσύνης κι από την άλλη εκείνοι, οι αντανακλάσεις της ασχήμιας, της απαίδευτης ψυχής και της κακίας. Κι ακόμα πιο μέσα τους το κενό. Το απόλυτο. Και κείνη η αθεράπευτη, αγιάτρευτη μοναξιά τους. Πόσο μόνοι είναι, πόσο πολύ το ξέρουν και πόσο δεν το αντέχουν. Και πόσο ανίκανοι είναι να το αλλάξουν αυτό. Γι' αυτό κι αποφασίζουν να καταστρέψουν το αντικείμενο του πόθου τους, τον άνθρωπο που με όλα όσα αντιπροσώπευε, τους το θύμιζε διαρκώς.



Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία, ο bully υποφέρει από μίσος κι απέχθεια για τον εαυτό του. Είναι συνήθως ένας δημοφιλής και με δύναμη άνθρωπος που επιλέγει να παρενοχλήσει κάποιον που είναι πιο αδύναμος κι ευάλωτος. Ο θύτης αναγκάζεται να επιτεθεί στο θύμα του γιατί πολύ βαθιά μέσα του είναι τρομοκρατημένος με την ιδέα πως είναι ακριβώς ίδιος με αυτό το αδύναμο, ευάλωτο, απροσάρμοστο πλάσμα, όπως το θύμα του. Ο bully περνάει τη ζωή του νιώθοντας αβάσταχτα ευάλωτος. Παρ'όλο το γεγονός ότι βρίσκεται σε μια θέση ισχύος (πχ. αρχηγός παρέας), νιώθει βαθιά ανεπαρκής και αβοήθητος να διαχειριστεί αυτά τα συναισθήματα ανικανότητας κι ευπέθειας που τον τρώνε. Τρέμει στην ιδέα μήπως αυτή η μάσκα ανωτερότητας πέσει και όλες του οι αποτυχίες φανερωθούν στους γύρω του. Αυτή του λοιπόν η διαρκής ανησυχία μετατρέπεται σε οργή- η οργή αυτού του αβοήθητου, συγκλονισμένου κτήνους που επιτίθεται στο αντικείμενο που νιώθει πως τον απειλεί. Ο bully προβάλλει τη δική του αυτο-απροθυμία στο θύμα του κι αυτό μετά μετατρέπεται σε μίσος για το θύμα. Ο bully δεν αντέχει να βλέπει τη δική του ανεπάρκεια να ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του θύματος και έτσι πρέπει να τιμωρήσει και να καταστρέψει το θύμα. Άρα, δεν έχει αποδεχτεί κι αγαπήσει τον εαυτό του ακριβώς έτσι όπως είναι, ατελή, με όλες του τις αδυναμίες, λάθη και πάθη. Ο bully κάθε φορά που επιτίθεται σε κάποιον, αυτή του η επίθεση αντιπροσωπεύει την απόρριψη του εαυτού του κι είναι μια πράξη αυτο-καταστροφής των κομματιών του εαυτού του που είναι ανεπιθύμητα. Οι bullies είναι στην πραγματικότητα, άνθρωποι σε απόγνωση και τρομαγμένοι στην πιθανότητα αποκάλυψης αυτών των τρομερών συναισθημάτων ανικανότητάς τους.



Ο Βαγγέλης, αντίθετα με αυτό που νομίζουν κάποιοι, δεν λύγισε. Κι ας αφήσουμε τους μύθους περί αυτοχειρίας, γιατί μέχρι και οι πέτρες χλευάζουν την ασυδοσία των ψεμμάτων που μας ταϊζουν από την πρώτη μέρα. Τα γεγονότα, τα οποία δε ψεύδονται, το φανερώνουν και το φωνάζουν πως πρόκειται για εγκληματική ενέργεια. Ούτε ένα παιδί δεν είναι ικανό να πιστέψει όλη τη γελοιότητα των ασυναρτησιών που μας σερβίρουν και το πόσο προκλητικά χαμηλώνουν τη νοημοσύνη μας. Aν θέλουμε για λίγο να βάλουμε την κασέττα να παίζει περί αυτοχειρίας που μας σερβίρουν, ακόμη και τότε, πάλι για δολοφονία πρόκειται, ψυχολογική αυτή τη φορά. Γιατί αυτά τα άτομα τον 'αυτοκτόνησαν', τον έσπρωξαν να το κάνει, δεν το θέλησε από μόνος του. Γυρίζοντας σε αυτό που ξεκίνησα να λέω παραπάνω-ο Βαγγέλης λοιπόν, άντεξε. Υπέστη τις πιο εξευτελιστικές κι ακραίες μορφές βίας, δίχως να βγάλει άχνα. Όχι γιατί ήταν αδύναμος, αλλά γιατί το 'λεγε η καρδιά του. Γιατί διέθετε δεξαμενές αντοχής κι υπομονής. Γιατί ήξερε να σωπαίνει, που δείχνει μεγαλοψυχία και καρτερικότητα. Γιατί ήξερε ν' αντιμετωπίζει τον Τρόμο υπεύθυνα, σιωπηλά, υπομονετικά και με μια αξιοθαύμαστη αξιοπρέπεια. Δεν έτρεξε να ''καρφώσει'' ή να στοχοποιήσει κάποιον από τους βασανιστές του. Δεν έτρεξε να κλαφτεί σε κανέναν. Περνούσε το Γολγοθά του μόνος του, δίχως να προκαλεί πρόβλημα ή να φορτώνει τις σκοτούρες του σε άλλους. Αυτή του η στάση, για 20 χρονών παιδί, ας γίνει παράδειγμα μίμησης για πολλούς. Για όλους μας. Ειδικά για την νοοτροπία- παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας που το πρώτο που κάνουν οι περισσότεροι ενστερνιστές της σε κάθε ευκαιρία είναι να κατηγορούν τους άλλους και να τα ρίχνουν ο ένας στον άλλον. Πάντα.



Αυτά λοιπόν, τα δευτεροκλασάτα, άνανδρα παιδάκια- η ντροπή της κρητικής γης- όπως προείπα, απλώς αποτελείωσαν αυτό που είχαν εδώ κι ένα χρόνο ξεκινήσει. Οι υπόλοιποι τρυγύρω, τους έκαναν χώρο και τους άνοιξαν το δρόμο για να το πραγματοποιήσουν. Το ότι δεν άρπαξαν εκείνοι το μαχαίρι να το μπήξουν στον καρπό, δεν τους κάνει λιγότερο ένοχους απ' τους καθ' αυτό δολοφόνους. Δολοφόνησαν κι εκείνοι με τον τρόπο τους. Με τη σιωπή τους και την απραγία τους. Ο Βαγγέλης έβγαινε μπροστά στη γραμμή ν' αντιμετωπίσει τον εχθρό με πλήρη γενναιότητα ψυχής κι εκείνοι (διευθυντής και προσωπικό) κρύβονταν πίσω απ' τη δειλία και την ασυνειδησία τους. Ανίκανοι και λίγοι, προτιμούσαν να γυρίζουν την πλάτη στο έγκλημα που λάμβανε χώρα στη σχολή από φόβο- μήπως οι βασανιστές στρέφονταν εναντίον τους, μήπως ενοχοποιούνταν εκείνοι, μήπως χάσουν τις πολύτιμες θεσούλες τους. Ολιγόψυχοι καθώς ήταν, δεν έδειξαν κανένα ίχνος σεβασμού στη ζωή ενός παιδιού που λιγόστευε μέρα με τη μέρα. Μέχρι που το κακό έγινε. Φυσικά και θα γινόταν, ήταν αναπόφευκτο, αφού ο δρόμος ήταν ανοιχτός, τα σκυλιά δεμένα και κανένα ίχνος τιμωρίας δεν συνόδευε τις πράξεις των τραμπούκων, που έβγαζαν όλο τους το κόμπλεξ και τη συσσωρευμένη τους οργή και στην ίδια τη σχολή σπάζοντας τουαλέτες και νιπτήρες και ξεριζώνοντας δέντρα.



Ο Βαγγέλης, ενώ θα μπορούσε, επέλεξε να μην φορτώσει τον πόνο του σε κανέναν άλλον. Υπέμεινε τη συνεχή, συνενοχική αδιαφορία στο έγκλημα χωρίς να παραπονεθεί. Ήξερε να σέβεται τα όρια της αντοχής των δικών του ανθρώπων, ακόμα κι όταν τα δικά του ξεπερνιούνταν. Ήξερε τι ήταν ικανά εκείνα τα φθηνά,  ποταπά παιδάκια να κάνουν σε άλλους και προτίμησε να μην τους δώσει τη χαρά. Τους άφησε να ταλαιπωρούν εκείνον για να γλιτώσει άλλους. Προτίμησε να θυσιαστεί εκείνος, για να μην υπάρξουν άλλα θύματα αργότερα. Ο θάνατός του δεν είναι ένας τυχαίος, ένας ακόμη θάνατος στη σωρεία όλων των άλλων που λαμβάνουν χώρα καθημερινά λόγω χρηματικών κινήτρων ή ατυχημάτων. Ο θάνατός του, αφύπνισε συνειδήσεις και μας έσπρωξε όλους να κοιτάξουμε και 'μεις τους εαυτούς μας μέσα βαθιά και ν' αναλογιστούμε- τι δεν κάναμε, σε τι δεν φανήκαμε αρκετοί, πού είμασταν όταν γίνονταν όλα αυτά. Αναδείχθηκε η συλλογική υπευθυνότητα. Μας έκανε ενεργούς πολίτες, από παθητικά πρόβατα που είμασταν πριν. Δεν ήταν εκείνος το πρόβατο, εμείς ήμασταν. Έδωσε στον όρο bullying ένα νέο νόημα, μιας και ο ίδιος το βίωσε στην πιο ασυλλόγιστη, ακραία και βίαιη μορφή του, που δεν είχε γυρισμό και μας έσπρωξε όλους να ξυπνήσουμε, ν' αναμετρηθούμε με αυτό, μαθαίνοντας όσα πιο πολλά μπορούμε, ενημερώνοντας παιδιά, δημιουργώντας ειδικά προγράμματα στα σχολεία, φτιάχνοντας οργανώσεις. Ναι, τώρα κάνουμε ότι μπορούμε. Πριν όμως; Πού είμασταν όταν πραγματικά μας χρειαζόταν;



Και για να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους, αυτό που συνέβαινε κατ' εξακολούθησιν στον Βαγγέλη, δεν ήταν ένα απλό bullying, απ' αυτά τα χιλιάδες που έχουν καταγραφεί και διαβάζουμε και που έχω και η ίδια βιώσει ως πρώιμο θύμα. Το bullying λαμβάνει κυρίως χώρα σε παιδιά σχολείου όλων των ηλικιών και σκοπό έχει να πειράξει και να στοχοποιήσει τα κυρίως μη δημοφιλή και ήσυχα παιδιά με πράξεις που θα τα κάνουν να νιώσουν άβολα, μη καλοδεχούμενα, απορριπτέα και διαφορετικά. Τονίζεται μ' αυτόν τον τρόπο η οποιαδήποτε διαφορετικότητά τους (χαρακτήρας, χρώμα, φυλή, θρησκεία) και γεμίζουν με συναισθήματα αποξένωσης, μοναξιάς, περιθωριοποίησης και θυματοποίησης. Ο bully έχει πετύχει τον σκοπό του- έχει αποδυναμώσει το θύμα του κι έχει πάρει εκείνος όση δύναμη νομίζει ότι του λείπει. Ενυπάρχει δηλαδή, ο νόμος της ζούγκλας- ο δυνατός που καταβροχθίζει τον αδύναμο. Η χαμηλή αυτο-εκτίμηση κι αυτοπεποίθηση στην οποία αναπόφευκτα θα οδηγηθεί το θύμα, θα το ακολουθεί αργότερα και στην ενήλικη ζωή του, όπου μπορεί να δέχεται bullying στο χώρο εργασίας του, στον γάμο του, στο φιλικό του περιβάλλον κ.ο.κ. Εκτός κι αν συνειδητά δουλέψει με τον εαυτό του και το αλλάξει αυτό.



Η βάση παραμένει η ίδια και στην περίπτωση του Βαγγέλη, με τη διαφορά πως κανένα θύμα bullying δεν δέχεται τόση ποσότητα ωμής, χυδαίας κι αδυσώπητης βίας, τόση ποσότητα ωμού εξευτελισμού, τόση ποσότητα χυδαίας αδιαφορίας από τους γύρω, τόση ποσότητα συνενοχής ενός δράματος που διαδραματιζόταν για τόσο μεγάλο διάστημα και χωρίς την παρέμβαση κανενός από τους ειδήμονες, τόση ποσότητα προκλητικών απειλών κατά της ψυχικής και σωματικής του ακεραιότητας και κατά της ίδιας του της ζωής, τόση ποσότητα πρωτογενούς και πρωτάκουστης κάλυψης όλων αυτών των γεγονότων με την παρέμβαση ξεπουλημένων πολιτικών- κτήνων και τόση ποσότητα ανικανότητας αντιμετώπισης αυτών των φαινομένων από υπεύθυνους θέσεων σ' ένα ελληνικό, δημόσιο ίδρυμα. Επίσης, κανένα θύμα bullying δεν έχει φτάσει ποτέ σε σημείο να δολοφονηθεί και να παρατηθεί μ' αυτόν τον απαξιωτικό τρόπο, σαν ένα ζώο που η ζωή του δεν είχε καμιά αξία.



Οπότε, δεν έχουμε να κάνουμε μ' ένα σχολικό bullying, αλλά με μια μορφή προκλητικής, απροκάλυπτης, βάναυσης χυδαιότητας και βίας που οδήγησε σ' ένα οργανωμένο, στυγερό και στυγνό έγκλημα χωρίς ελαφρυντικά. Οι δολοφόνοι του συνεχίζουν να είναι ελεύθεροι, να πηγαίνουν στη σχολή ανενόχλητοι, χωρίς να βρίσκονται υπό παρακολούθηση ή υπό επιτήρηση, χωρίς να έχουν έστω αποβληθεί ή απομακρυνθεί από εκεί μέχρι να τελειώσουν οι έρευνες και προετοιμάζοντας σίγουρα το επόμενο έγκλημά τους.  Μόλις άρχισαν οι έρευνες, δείλιασαν (ως τέτοιοι που είναι έτσι κι αλλιώς) και κρύφτηκαν πίσω και κάτω απ' τα φουστάνια της μαμάς και τις πλάτες του μπαμπά, που ακόμα και τώρα όχι μόνο στηρίζουν τις εγκληματικές ενέργειες των παιδιών τους με το να βγαίνουν και να λένε πως το παιδί τους δεν ήταν υπεύθυνο για τα βασανιστήρια του Βαγγέλη, αλλά και με να το καμαρώνουν κρυφά που έδειξε πόσο μάγκας και λεβεντοπαλίκαρο είναι σε αντίθεση με τον Βαγγέλη, που δεν αντανακλούσε το Κρητικό πρότυπο άνδρα. Έτσι γιατί ο άνδρας, ο Κρητικός πολύς αυτός άνδρας πρέπει να τραμπουκιάζει και να καταστρέφει ολοκληρωτικά την ψυχολογία παιδιών με αθωότητα στο βλέμμα, να σκοτώνει κι ύστερα να κρύβεται. Έτσι δείχνει τη λεβεντιά του. Ο άλλος που τα δέχεται, είναι ανάξιο ανδράκι, άνευ σημασίας. Αυτή είναι η αντίληψη περί ανδρός και λεβεντιάς της σύγχρονης, μπάσταρδης, παλικαρίσιας, άξεστης, χωριάτικης, μικρότατης Κρητικής τους κοινωνίας. Έτσι τους μεγάλωσαν. Και πανηγυρίζουν πως νίκησαν. Μια λαϊκή παροιμία όμως λέει πως 'ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται'. Έτσι ενώ τώρα μπορεί να πανηγυρίζουν πως τη γλίτωσαν, διότι είχαν τις 'στεγανές' πλάτες των πολιτικών- αποβρασμάτων τους να στηρίζονται, αυτές οι πλάτες κάποια στιγμή θα πέσουν και θα λυγίσουν- πού να βαστάξουν τόση ξεδιαντροπιά; Θα πέσουν, γιατί δεν έχουν στέρεες βάσεις να τις κρατάνε και θα θαφτούν τόσο κάτω από το έδαφος που κανείς δε θα τις θυμάται.


Οι κλειστές κοινωνίες- το αγαπημένο θέμα του σκηνοθέτη David Lynch. Κοινωνίες με ανθρώπους-μινιατούρες, ανθρώπους δείγματα και ουχί υποδείγματα. Μένουν σε τρώγλες και ζουν απ' το αίμα αθώων, σαν βρικόλακες. Σαν κι αυτούς, ξυπνάνε τη νύχτα όπου και καταστρώνουν τα πανούργα σχέδιά τους, ελπίζοντας ότι με το φως της μέρας τα σημάδια της ντροπής θα έχουν εξαφανιστεί. Λιντσάρουν, κατασπαράζουν, καταβροχθίζουν, βάφουν τα χέρια τους κόκκινα και το πρωί φέρονται σαν συνειδητοί πολίτες. Οι λίμνες και τα δάση φυλάνε συνήθως τα επτασφράγιστα μυστικά τους, που οι ίδιοι τα κρατάνε σαν κειμήλια στους κόρφους τους και τα θεωρούν μεγάλα τους επιτεύγματα. Ούτε λόγος ν' αποκαλύψουν την αλήθεια. Δεν μπορούν άλλωστε να ζήσουν καθαρά, με τη συνείδηση λαμπρή και το μέτωπο ξάστερο- δεν έχουν μάθει έτσι. Το έγκλημα που συνέβη στην πόλη Twin Peaks της ομώνυμης σειράς του Lynch αλλά και των εγκλημάτων (και η συγκάλυψή τους) της μικρής Αυστριακής πόλης στην ταινία Λευκή κορδέλα του Χάνεκε έχουν σε πολλά να συνδεθούν με το έγκλημα που συνέβη στα δικά μας Ιωάννινα. H πραγματικότητα εκείνων των γεγονότων δεν απέχει και πολύ από τη δική μας πραγματικότητα. Δεν έχουμε λοιπόν, να λέμε πως αυτά συμβαίνουν μόνο στις ταινίες, όπου όλα είναι ψεύτικα. Όχι, συμβαίνουν κι εδώ ανάμεσά μας, είναι πέρα για πέρα αληθινά κι ο τρόμος που μας περιβάλλει όλους ξέροντας το, είναι διπλάσιος.



Στόματα κλειστά, μυστικά επτασφράγιστα, διαστρέβλωση και συγκάλυψη στοιχείων, στραβά μάτια, καμία ανάληψη ευθυνών, μη παραδειγματικές τιμωρίες, ποινικές διώξεις- βιτρίνες, ανοργανωσιά, καχυποψία, αναπαραγωγή του εγκλήματος των νταήδων από τους λοιπούς μικροαστούς- η οδυνηρή μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας. Που δυστυχώς έτυχε ν' αποτελεί μέλος της, ο πολύ αστραφτερός για την τόση σκοτεινιά, Βαγγέλης. Ξέρω πως αν ένα παρόμοιο περιστατικό είχε συμβεί σε χώρες όπως η Γερμανία ή η Αγγλία, που και ενημέρωση και προστασία για το bullying υπάρχει σε πολύ μεγάλο βαθμό, αλλά και ποινική του δίωξη, αυτή την στιγμή η υπόθεση θα είχε πάρει το δρόμο της με παραδειγματικές τιμωρίες και φυλακίσεις των ενόχων, συνενόχων και ηθικών αυτουργών από την πρώτη κιόλας στιγμή, χωρίς τις περίφημες δικές μας χρονοβόρες καθυστερήσεις. Χωρίς αποπροσανατολισμό και διαπόμπευση της κοινής γνώμης, ψέματα, κακοήθειες, ξεπουλήματα, φόβους απειλών. Ο πραγματικός λεβέντης Βαγγέλης, υπήρξε το σωστό πρόσωπο στη λάθος χώρα και στον παντελώς λάθος τόπο. Μια φοβισμένη υπό την επήρρεια απειλών, επαρχιακή πόλη (Ιωάννινα) και μια άξεστη, με παρελθόν και παρόν βεντέτικης κυριαρχίας, μπερδεμένης, αγροίκας πόλης (αυτής απ' την οποία κατάγονταν οι νταήδες) με θύτες μεγαλωμένους στο χειρισμό όπλων. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα εν ολοίγοις.



Σε όλη λοιπόν, αυτή τη νοσηρότητα που είχε για μια ακόμη φορά την ατυχία να πρωταγωνιστήσει η Ελλάδα (δεν μας έφτασαν τα Δεκεμβριανά του '08 με την απώλεια του Αλέξη, ο θάνατος του Άλεξ και η δολοφονία του Μάριου), είμαστε όλοι υπεύθυνοι, όλο το σάπιο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα που μας γεννάει και μας θρέφει τόσα χρόνια τώρα. Κι εμείς- φτωχοί, μεσοαστοί, πλούσιοι- που το στηρίζουμε. Μόλις γίνει κάτι που μας ταράζει και μας βγάζει απ' τον λήθαργο, σηκωνόμαστε οι μισοί και πάμε σε κάτι πορείες και διαδηλώσεις, νομίζοντας ότι κάναμε το καθήκον μας και μετά από 10 μέρες τα έχουμε ξεχάσει όλα και γυρίζουμε στον καναπέ μας, στον καφέ μας και στο φέιςμπουκ. Ψηφίζουμε Χρυσαυγίτες (άλλους στυγνούς δολοφόνους) και τους αφήνουμε να σπέρνουν τον πανικό και τον θάνατο σε οποιονδήποτε δεν έχει το ίδιο χρώμα προσώπου με αυτούς, επικροτούμε τις πράξεις τους και λέμε μπράβο στην αστυνομία που τους κάνει πλάτες. Αφήνουμε ελεύθερους τους δολοφόνους και βλέπουμε χρόνο με το χρόνο αυτόν τον τόπο να στερεύει σαν ξεροπήγαδο σε ανθρωπιά, συμπόνοια και συμπαράσταση.



Αυτό που συνέβη στον Βαγγέλη έναν χρόνο τώρα, αποκαλύπτει το ψεγαδιασμένο πρόσωπο όλης της ελληνικής κοινωνίας. Με τη σιωπή και την απαραγία μας σε όλα τα επίπεδα αφήνουμε τα καλύτερα μας παιδιά να δολοφονούνται. Αυτός ο τόπος φτωχαίνει σε πρωταγωνιστές με καθαρές ψυχές και βλέμματα κι έχει γεμίσει σε ψόφιους, ποταπούς, υποδεέστερους, ανεπαρκείς κομπάρσους. Ανεπαρκείς κι εμείς. Αυτό ακριβώς έχουμε υπάρξει και χάρη στην ανεπάρκειά μας, ο Βαγγέλης και τα υπόλοιπα παιδιά χάθηκαν. Είμαστε άκρως υπεύθυνοι και συνένοχοι όλοι κι αν δεν το συνειδητοποιήσουμε και για μία φορά στα χρονικά, αναλάβουμε τις ευθύνες των πράξεων, αλλά και της απραγίας μας, ο τόπος αυτός θα συνεχίσει να γίνεται κοιμητήριο και να μετράει σημαντικές απώλειες.



Το ελληνικό δημόσιο ίδρυμα, αυτή η Γαλακτοκομική Σχολή, μέσα στην οποία δολοφονήθηκε ένα ακτινοβόλο παιδί, είναι η πρώτη που θα πρέπει ν' αναλάβει τις ευθύνες της κι αν στους υπαλλήλους  της που τόσο αδιάφορα άφησαν να πεθάνει το παιδί μας, έχουν απομείνει ακόμα λίγη ανθρωπιά και τσίπα πάνω τους, να βγουν και με καθαρή φωνή και βλέμμα (τίποτα δεν τους δίδαξε ο Βαγγέλης;) να πουν την αλήθεια με ειλικρινή και ξάστερο τρόπο. Γιατί γνωρίζουν πολύ καλά τι συνέβη, ποιος έκανε τι και ποιος ευθύνεται (και πρώτα απ' όλα οι ίδιοι). Μόνο τότε θα λέγονται άνθρωποι και θ' αξίζει να κοιμούνται ήσυχοι, χωρίς Ερινύες, γιατί θα έχουν τη συνείδησή τους καθαρή. Γιατί τίποτα άλλο δεν αξίζει στον κόσμο περισσότερο, όσο το να έχεις τη συνείδησή σου καθαρή- να το λες και να το εννοείς. Μία φορά, αν για μία φορά, αναλαμβάναμε τις ευθύνες των πράξεων μας, παραδεχόμασταν τα λάθη μας, παραδεχόμασταν πως είμασταν υπεύθυνοι και πως φταίξαμε, αφήναμε κατά μέρος αυτούς τους άνευ λόγου εγωισμούς και ζητούσαμε συγγνώμη, πόσο πιο διαφορετικός θα ήταν αυτός ο κόσμος και οι μεταξύ μας σχέσεις. Τι παραπάνω έχουν να χάσουν απ' αυτό που έχουν χάσει ήδη;



Ο Βαγγέλης μας μπορεί να έφυγε απ' αυτή την μάταιη και γήινη ζωή, κέρδισε όμως την επουράνια επάξια, παρέμεινε πάντα μέσα στις καρδιές όλων μας (εκεί όπου θα είναι πάντα ασφαλής), έγινε παιδί δικό μας, που αγαπήσαμε χωρίς να το γνωρίσουμε (αλλά νιώθουμε πως το ξέρουμε) και με το παράδειγμα της ζωής και του θανάτου του ήρθε να μας διδάξει πολλές αλήθειες- πώς είναι να ζεις με αξιοπρέπεια, πώς είναι ν' αναλαμβάνεις ευθύνες, πώς είναι να πολεμάς την αδικία, πώς είναι να νιώθεις. Ήρθε να μας θυμίσει πώς είναι να νιώθουμε, σε μια χρονική στιγμή και σε μια κοινωνία που έχει την τάση να ξεχνάει. Οι άνθρωποι λένε, δεν χάνονται επειδή πέθαναν. Χάνονται όταν τους ξεχνάμε. Ο Βαγγέλης όμως, δεν πρόκειται να ξεχαστεί. Και η ψυχούλα του, που τόσο διψάει για δικαίωση, θα την έχει. Με τη βοήθεια πολλών από εμάς.



Ο κόσμος είναι πολύ πιο φτωχός και γκρίζος ύστερα από την απώλεια ενός τέτοιου διαμαντιού.


R.I.P. Αγγελούδι της γης και τ' ουρανού...

Για πάντα ΑΘΑΝΑΤΟΣ.


Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί,
μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο....
Πάντα εκεί -
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά.
Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας,
τόσο
που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας,
δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ’ την αύξηση.
Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

Γ. Ρίτσος