12 Ιουν 2015

Για το 8ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας 2014





Του Νέστορα Πουλάκου

Για τα κινηματογραφικά φεστιβάλ, όπως και για κάθε πολιτιστική εκδήλωση που ανανεώνει το ραντεβού της με το κοινό της πόλης ανά χρόνο, οι εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι ένας «εφιάλτης». Αυτή η χρόνια ελληνική παθογένεια επιβεβαιώθηκε για ακόμη μια φορά, πλέον στη γιορτή του ελληνικού ντοκιμαντέρ που γίνεται κάθε φθινόπωρο στην Χαλκίδα. Μια διοργάνωση που μέχρι και την τελευταία στιγμή «παιζόταν» αν θα γίνει ή όχι. Ένα φεστιβάλ που άλλαξε μήνα διεξαγωγής (για τους χρόνια φεστιβαλίζοντες, γεγονός ανεπίτρεπτο), συρρικνώθηκε σε ημέρες, ακόμη περισσότερο σε καλεσμένους, «έχασε» τη δημοσιογραφική κάλυψη και γενικώς το ότι εντέλει πραγματοποιήθηκε δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από άθλος, για τον ντοκιμαντερίστα Σταύρο Ιωάννου και την ομάδα του Docfest. Ο λόγος για όλα αυτά είναι ο «μόνιμος» και «απαράδεκτος»: οι νεοεκλεγμένοι «άρχοντες» της Νομαρχίας και του Δήμου θα πρέπει να πειστούν ότι αυτό το πολιτιστικό γεγονός αξίζει να συνεχιστεί και να τεθεί πέρα και πάνω από τις εκάστοτε διοικήσεις, ώστε να εκταμιεύσουν το ποσό που χρειάζεται για να πραγματοποιηθεί η εκδήλωση. Κι επειδή θα πρέπει το καθετί να το κοιτάζουμε σφαιρικά, εδώ θα πρέπει να δείξουμε την πρώτη κίτρινη κάρτα στη διοίκηση του Docfest: όταν μια διοργάνωση όπως αυτή της Χαλκίδας «αφήνεται» στα χέρια του κράτους, είτε αυτό λέγεται Υπουργείο Πολιτισμού είτε αυτό λέγεται Νομαρχία και Δήμος, και δεν κυνηγάει επιπλέον τις ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις και τους χορηγούς για να κρατάει και μια «πισινή», τότε αναπόφευκτα θα καταλήγει έρμαιο του κάθε υπουργού, δημάρχου ή νομάρχη.
               Παρά τα παραπάνω, στην «μακρόσυρτη» τελετή λήξης και απονομής των βραβείων του 8ου Docfest 2014, ακούστηκαν πολλά, δόθηκαν υποσχέσεις από τους τοπικούς «άρχοντες» και εξαγγέλθηκαν στηρίξεις από κάθε θεσμικό όργανο για τη συνέχιση της διοργάνωσης. Με επιφύλαξη όμως ακούσαμε και τα σχέδια του καλλιτεχνικού διευθυντή όχι τόσο για την ενδυνάμωση και στήριξη του θεσμού σε επίπεδο καλλιτεχνικό, οργανωτικό, δημοσιογραφικό και παρουσίας περισσότερων δημιουργών (η επαφή του φεστιβάλ με το κοινό της πόλης έχει ήδη κερδηθεί) όσο για τη γιγάντωση του, την απόκτηση διεθνή χαρακτήρα ώστε να ανταγωνιστεί ισάξια το μεγαλύτερο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της χώρας, αυτό της Θεσσαλονίκης. Η θέση μου σε αυτό είναι ότι η οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια μόνο κακό θα κάνει στο Docfest και μόνο σε φιάσκο μπορεί να καταλήξει. Τα μεγέθη είναι ανόμοια (τόσο χρηματικά όσο και στην πρόσβαση στις καλλιτεχνικές αγορές), οι συγκρίσεις… ασύγκριτες μια και το ΦΝΘ συγκαταλέγεται ήδη στην δεκάδα των καλύτερων φεστιβάλ παγκοσμίως, οι κουλτούρες των προσώπων που στελεχώνουν τα δυο αυτά φεστιβάλ διαφορετικές και ανόμοιες, οι δε διασυνδέσεις τους με το φεστιβαλικό κύκλωμα του εξωτερικού χαοτικές. Το Docfest του Σταύρου Ιωάννου θα πρέπει να παραμείνει αμιγώς ελληνικό στηρίζοντας, ενδυναμώνοντας και προβάλλοντας το ελληνικό ντοκιμαντέρ, δίνοντάς του μεγάλη αξία και φτιάχνοντας υποδομές για να καθιερωθεί ως η «φωλιά» του έλληνα ντοκιμαντερίστα. Να «χτυπήσει» δηλαδή εκεί που η διοργάνωση της Θεσσαλονίκης «πονάει» εξαιτίας της ανθελληνικής αντίληψης του διευθυντή της: στην ανάδειξη της ελληνικής ταινίας τεκμηρίωσης.
               Όπως εύστοχα θα καταλάβατε, σε μια τέτοια χρονιά το καλλιτεχνικό κομμάτι υποβαθμίστηκε εξαιτίας των γεγονότων. Συνολικά προβλήθηκαν 24 μεγάλου και 45 μικρού μήκους ταινίες – δηλαδή το σύνολο της ελληνικής παραγωγής της σεζόν 2013 – 2014. Από αυτές τις προβολές, οι 41 αποτέλεσαν επίσημες πρεμιέρες των ταινιών, γεγονός που ενισχύει όσα γράφω παραπάνω για την ανάγκη της «ελληνικότητας» του Docfest. Ακόμη, πραγματοποιήθηκαν αφιερώματα στον Μανούσο Μανουσάκη και στο ισπανικό ντοκιμαντέρ, καθώς και τιμητικές εκδηλώσεις στους Λάκη Κομνηνό, Κώστα Βρεττάκο και Νίκο Σκαλκώτα. Καλύτερη ταινία της διοργάνωσης ήταν κατά τη γνώμη μας το ντοκιμαντέρ του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου Μαραθώνιος μιας ημιτελούς άνοιξης, Γρηγόρης Λαμπράκης, το οποίο κέρδισε το 2ο βραβείο καθώς κι εκείνο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ετήσια έκδοσης της Π.Ε.Κ.Κ. ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 2014 (Ιούνιος 2014).