3 Ιουν 2015

Κενό αέρος του Αντώνη Παπαδόπουλου [Εκδόσεις Vakxikon.gr 2014]




Γράφει η Ελένη Καρασαββίδου
 
«Έτσι είναι ο εξόριστος. Μεταξύ απώλειας και ελπίδας για το μέλλον», έγραψε κάποτε η Νικόλ Λαπιέρ. Η φράση αυτή προσιδιάζει σε αρκετούς ποιητές, και πάντως προσιδιάζει στον ποιητή που τιμάμαι απόψε. Ίσως γιατί κάθε ποιητής με κοινωνικοπολιτική συνείδηση που ονειρεύτηκε έναν κόσμο καλύτερο και πάλεψε μέσα αλλά και (σημαντικό!) έξω από τις λέξεις γι' αυτόν παραμένει ένας άστεγος παρεπιδημών σ' έναν  παντοτινά ξένο πλανήτη. 
   Και πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά;  Η δημιουργία και η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής (ένα πολύπλοκο φαινόμενο με ευρείες κοινωνικές και ψυχολογικές παραμέτρους) γύρω από την ομοιομορφία κι άρα η αντιδιαστολή της με την (κάθε είδους) ετερότητα, δημιούργησε τρόπους κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης στο οποίο οι όποιες επιμέρους διαφορές δεν θα μπορούσαν να αντιστρατεύονται τη συναίρεση των προτιμήσεων των υποστηρικτικών ομάδων. Φαινόμενο που χαλούν μονίμως οι ποιητές κι οι ποιήτριες όταν γίνονται η φωνή της συνείδησης μιας ανθρωπότητας που εξακολουθεί να σπαράζει τιμώντας ψεύτικες νίκες και κυνηγώντας, συχνά, επιφανειακούς εχθρούς. Οι διαφοροποιήσεις,  με άλλα λόγια, υπαρκτές και δρώσες, δε μπορούσαν και δεν μπορούν να αμφισβητούν ριζικά βασικούς πυλώνες της κοινωνικής και προσωπικής αυτοαντίληψης και «κατασκευής».
  Οι εξουσίες, έτσι, δεν αγαπούν τους ποιητές, και οι ποιητές δε αγαπούν τις εξουσίες. Με εξαίρεση, καθόλου... εξαιρετική δυστυχώς, όσους κι όσες επιλέγουν να γίνονται γελωτοποιοί στην αυλή του βασιλιά με αντάλλαγμα κάποιο κρατικό βραβείο, που ευτυχώς υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις που απονέμεται δίκαια, μα δυστυχώς στο τέλος δεν το αρνείται κανείς μας ή έστω ελάχιστοι.
   Η εξορία, έτσι, είναι τουλάχιστον τριπλή, αφού εξορίζει η εξουσία των λίγων μα και η ιδεοληψία των πολλών, αλλά και η προδοσία στον παιδικό εαυτό μας που ονειρεύτηκε, ερωτεύτηκε, και ίσως προσπάθησε να χαϊδέψει τα όνειρα γρονθοκοπώντας τον εαυτό.
  Ο Παπαδόπουλος, ποιητής σημαντικός της γενιάς του, νιώθει αυτόν τον εσωτερικό σπαραγμό αποδίδοντάς τον ευφυώς στο καθημερινό άνθρωπο που και αυτός (αν θέλουμε να παλεύουμε για την ισότητα πραγματικά) είναι τόσο καθημερινός κι εξαιρετικός όσο όλοι κι όλες μας και γράφει:
Και μοναχά εκείνος ο κρυφός σπαραγμός,
που έκανε κάποιες στιγμές
τα μάγουλά του να γυαλίζουν,
επέμενε να μένει
ολότελα δικός του
κάθε λεπτό της βάρδιας. Σελ. 9

  Τελικά ίσως το μόνο δικό μας να είναι αυτός ο σπαραγμός και τ' όνειρο:
Κι ας ρουθουνίζει ακατάπαυστα ο χρόνος.
Αυτό το τζάμι που μέσα σου κοιτάς
τίποτα δε μπορεί να το θολώσει, γράφει ο Παπαδόπουλος
   Δεν έχει σημασία αν τ' όνειρο είναι του Ορφέα ή του Προμηθέα, του ερωτευμένου ή του επαναστάτη. Σίσυφοι κι οι δυο καθώς οι ιστορίες τους κρύφτηκαν πίσω από ποικίλες προσωπικές κοινωνικές, πολιτικές ή συναισθηματικές αφηγήσεις που βασανίζουν τον και την άνθρωπο από την εποχή του Μωϋσή και του Οδυσσέα. Σημασία έχει να επιμένει τ όνειρο, μισό ψεύτικο μισό αληθινό, όπως τα πάντα στη ζωή, αλλά σίγουρα δικαιωμένο στην αιμάσσουσα κι εμμένουσα ρωμαλεότητα του αγώνα.

Kι αν δεν πιστεύεις, θα το δεις,
όσο κι αν μοιάζει μύθος,
να χύνεται μεσοδρομίς
της εργατιάς το πλήθος,
 γράφει στα “Βήματα” θυμίζοντας το εξαίρετο εκείνο, το επαναστατικό ενάντια στην σκλαβιά σπιρίτσουαλ για τον και την άνθρωπο που βαδίζει κάθε ημέρα, που δεν σταματά να περπατά.

 Ενώ θυμίζοντας πως όσο αγαπά έστω κι ένας μπορεί να κρατά ο κόσμος, γράφει:
Τι κι αν με στίχους τον καθένα σας ρωτώ;
Τι κι αν αρνητικά απαντά το στόμα;
Εγώ το νιώθω σαν τα μάτια της κοιτώ:
Εγώ αγάπησα και θ’ αγαπώ ακόμα.

Μα και θρηνεί την απουσία του αγαπημένου προσώπου, θυμίζοντας εκείνο το συγκλονιστικό του Φουκώ πως το χάσιμο του αγαπημένου όντος είναι η πιο σπαρακτική μορφή ξενιτιάς:

ΠΟΥ ΠΗΓΕ
Σε κηδείες που πήγαινα,
συχνά άκουγα να λένε
πως τίποτα μαζί τους
δεν παίρνουν όσοι πεθαίνουν.
Μα τώρα που του χάροντα
ζήλεψες το κονάκι,
μάταια ψάχνω για να βρω
πού πήγε η χαρά μου.

Μα και για το αδιέξοδο του έρωτα, στον οποίον αναζητούμε όχι μονάχα μια παρουσία αλλά και μια απουσία, παρουσία του άλλου κι απουσία του προγενέστερου μας εαυτού, γράφει στην MEΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
Όταν σε είδα
επιχείρησα
τη μεγάλη μου έξοδο.
Βγήκα από μέσα μου
και ξενιτεύτηκα
στο σώμα σου,
χωρίς τίποτα πια
να νοσταλγώ.
Έκτοτε
παραμένω εκεί
μετανάστης απλός
που εκλιπαρεί δειλά
να του προσφέρεις
ιθαγένεια.

Φτάνουμε λοιπόν πάλι στην ίδια αίσθηση της εξορίας, στην ίδια αίσθηση του ανέφικτου. Αλλά, παρά την αλήθεια και την παρουσία της, είναι στ' αλήθεια μη αναστρέψιμη ή μονίμως παρούσα; Ναι είναι η απάντηση, όσο κι ο χρόνος, όχι όταν εκείνος σταματά και διαχέεται με ορμή το τώρα, κι άρα το πάντα στον καθένα και στην καθεμιά μας που γίνονται όλοι και ένα:
Ο χρόνος περνάει αργά.
Άλλοτε πάλι γρήγορα.
Έτσι κι αλλιώς σίγουρα θα περάσει.
Κάποτε όμως συμβαίνει να σταματά.
Όσο κι αν δε μπορείς να το πιστέψεις
κάποτε συμβαίνει να σταματά.
Είναι στο μυαλό σου,
προπαντός στο χέρι σου
να σταματήσεις το χρόνο.
Μα μην ξεχνάς αυτό ποτέ:
Τα γεγονότα, φίλε μου, το μπορούν,
και τότε γράφουν ιστορία.
Θυμήσου, όμως, να υπάρχεις κι εσύ μέσα σ’ αυτά.
γράφει ο Παπαδόπουλος, δίνοντας περιεχόμενο, άρα και τη μορφή, της δράσης μας στον χρόνο.  Πράγματι, «Το πραγματικά κοινωνικό στη λογοτεχνία, είναι η μορφή» έγραψε ο Lukacs, G. (1978, σελ. 71-72). Η μορφή είναι ακριβώς το βίωμα και κυρίως η επικοινωνία του καλλιτέχνη με τους άλλους, με το κοινό, με την εποχή του και «η τέχνη γίνεται, κατά κύριο λόγο ακριβώς μέσω αυτής της μορφοποιημένης επικοινωνίας, μέσω της δυνατότητας της επίδρασης» (ό.π).
   Ο Παπαδόπουλος, σαν ένας ποιητής με σαφές όχι κομματικό μα ιδεολογικό στίγμα, κι αποτελεί τιμή του, γνωρίζει πως η γραφή πρέπει να χρησιμοποιείται έτσι ακριβώς, σαν έμβολο ενάντια στην μοίρα μας, όπως έχω γράψει σ' έναν στίχο, μικρό μυρμήγκι που σκάβει τον βράχο, προξενώντας (αόρατες μπορεί μα αλλεπάλληλες) επιδράσεις, που ξεπερνούν τον επίσημο τακτοποιημένο λόγο μιας παράλογης λογικής.
   Δεν είναι τυχαίο που ένας φιλόσοφος που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το «άλλο», ο Φουκώ στη Τάξη του Λόγου (1970) συλλαμβάνει το δημιουργό ως μία ακόμη αρχή ακρωτηριασμού του λόγου. «Η αρχή του δημιουργού περιορίζει την απρόβλεπτη έκβαση του λόγου μέσα από μια ταυτότητα, πού έχει τη μορφή της ατομικότητας και του εγώ» λέει (Φουκώ, 1970, σελ. 22). Γιατί ακρωτηριασμός του λόγου; Διότι στον δημιουργό ανατίθεται η ευθύνη της ενότητας του κειμένου, (της ενότητας της κοινωνίας θα προσθέταμε), καθώς ο συγγραφέας είναι η ενοποιητική αρχή αυτού που λέγεται και επομένως ο ελεγχόμενος εγγυητής της σημασίας, της συνάφειας και της ενσωμάτωσης στη «θέληση αλήθειας» της εποχής. Μ’ άλλα λόγια ο συγγραφέας, ο δημιουργός, επωμίζεται να τηρήσει την «τάξη του λόγου», «ώστε να ελαττωθεί ο πλούτος του κατά το πιο επικίνδυνο μέρος και η αταξία του να οργανωθεί σύμφωνα με σχήματα που αποφεύγουν το ανεξέλεγκτο» (Φουκώ, 1970, σελ. 37). Ο Παπαδόπουλος γνωρίζει αυτήν του την αποστολή και την επωμίζεται θαρρετά παρόν διαρκώς με τον τρόπο του, ειρωνευόμενος ακόμη και σπαρακτικά, ιδίως σπαρακτικά, τους απόντες:
OI ΣΕΙΡΗΝEΣ
Τα συν και πλην ποτέ σου δε λογάριασες
ούτε και σκέφτηκες να δώσεις λόγο σε κανέναν.
Ακούγοντας λογής - λογής σειρήνες της ζωής,
σπατάλησες στο τίποτα το νου και την ψυχή σου.
Μα σβήσαν πια τα φώτα της γιορτής,
μια και τα φώτα, θες δε θες, κάποτε σβήνουν.
Φτάνεις στην κάμαρή σου μόνος ή σε φέρνουν.
Ξαπλώνεις στο κρεβάτι χωρίς πια να γδυθείς
κι ίσως τη σειρήνα ετούτη του νοσοκομειακού
να μην προλάβεις καν να την ακούσεις.

Κι ακόμη παίζοντας εκ νέου με το πολύσημο της ζωής και της λέξης, της λέξης όταν γίνεται ζωή,  φού πολλοί δεν σταυρώνουν τα χέρια μονάχα σαν έρθει η ώρα μέσα στο κοφίνι, μα και πριν, πολύ πριν, επισημαίνει:

ΧΕΡΙΑ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΑ
Τά ’βαζες πάντα με τον καιρό.
Σου φταίγανε οι μέρες,
η εποχή σου φάνταζε πεζή
κι όσα συμβαίνανε μικρά και καθημερινά,
σαν το λιοπύρι του καλοκαιριού,
σαν υγρασία του φθινόπωρου
ή σαν το μεροκάματο.
Πού να δοθείς;
Πώς να σωθείς και να ξεφύγεις;
Δεν έβρισκες με τί να πολεμήσεις.
Μα φταίει τάχα ο καιρός;
Φταίνε οι άδειες μέρες που διαβήκαν;
Κι αν κύλησε πεζή η εποχή,
αστόχαστα μαζί της μην τα βάζεις.
Κι αν τα μικρά, τα καθημερινά σου ξέφυγαν,
το φταίξιμο να νιώθεις πια δικό σου,
γιατί κι εσύ ήσουν μ’ αυτούς,
που κράτησαν τα χέρια σταυρωμένα
ακόμα κι όταν βγαίνανε από τις εκκλησιές.

   Αλλά εδώ υπάρχει και μια επιπλέον ευθύνη. Όχι μονάχα να ξεσταυρώσεις τα χέρια, μα και το μυαλό, καθώς αν σκοπός του επίσημου λόγου είναι να αστυνομεύει τον πολύσημο λόγο της μυθοπλασίας, από την εποχή των Τιτάνων κι έπειτα Λαβδακιδών ακόμα, σκοπός των μικρών μα και μεγάλων εξουσιών που εξασκούν άλλοι σε μας κι εμείς μεταξύ μας και μέσα μας, είναι να οδηγήσουν στην άκριτη πράξη, στην εκτόνωση, ή στην ησυχασμένη ζωή. Μονάχα ο ιδιόρρυθμος, ο έξω από όρια επιτρεπτά στις μικρές και μεγάλες αρχές κι ομάδες, μπορεί ν αντισταθεί όπως έγραψε ο Αντόρνο, σ' έναν κόσμο στον οποίον το εμβληματικότερο μάθημα του Ολοκαυτώματος μα και των όπου γης γενοκτονιών παραμένει να θυμίζει πως όσοι τηρούν τον νόμο μπορεί να είναι εν δυνάμει πιο επικίνδυνοι από όσους τον παραβιάζουν. Και πως όχι, αφού οι νόμοι είναι καθώς έχει παρατηρηθεί, σαν τα φίδια. Δαγκώνουν μονάχα τιυς ξυπόλητους.
Λιγόστεψαν πια
τ’ αγρίμια στην ύπαιθρο.
Ζούγκλα οι πόλεις. Γράφει ευφυώς, και στον Όφι, με μια πρόσληψη που ανατρέπει την βιβλική και υπενθυμίζει την εξεγερσιακή ιστορία του ανθρώπου, υπενθυμίζει το πικρό μάθημα ζωής όσων από ανασφάλεια ή ιδιοτέλεια (και πόσο κοντά συχνά είναι!...) μένουν μέχρι το τέλος γραπωμένοι κι ακίνητοι ή ακίνητες στην όχθη:  

Κι αν τόσα χρόνια πέρασαν πεζά,
εγώ επιμένω να χαζεύω το ποτάμι
- φίδι πελώριο να μ’ έχει γητεμένο.

Ή αλλιώς στο (Ανήσυχο) μυαλό είναι ο στόχος, για να παραφράσουμε ελαφρά τον γνωστότερο ίσως στίχο της Γώγου.

Κυρίες και κύριοι,
                 φίλες και φίλοι,
Είναι πάντοτε το άρρητο που έρχεται στην επιφάνεια των κειμένων, έγραψε κάποτε ο Όσκαρ Ουάιλντ. Η συνάντηση με την άλλη φωνή, αν και από το ρητό (και ποια τα όρια τους) διαχεόμενη, φέρνει στην επιφάνεια αυτό το άρρητο, που συχνά σε περιόδους έντονης μετάβασης, σε περιόδους κρίσης και αναζήτησης ενός άλλου εαυτού και τόπου, όπως τώρα, παίρνει την μορφή της επιστροφής στην ρίζα, κριτικής επιστροφής στις άξιες λόγου περιπτώσεις. Καθόλου τυχαία ο Παπαδόπουλος στον Σεβντά όπως και στα Άνθη χρησιμοποιεί δημώδη μοτίβα, ενώ στο Γιαβάσικη πενιά γράφει στίχους ενός κοινωνικοπολιτικού ρεμπέτικου:
Παίξε μου τώρα μπουζουξή,
ρίξε γιαβάσικη πενιά
λίγο κουράγιο για να βρω
σ’ αυτό τον άδικο ντουνιά.

Μα και στα Βοτσαλάκια του, μικρά ποιήματα εντός της ανά χείρας συλλογής, έχει ένα δείγμα εξαιρετικού χαϊκού, προέρχόμενο από την δημοτική μα πια παγκόσμια παράδοση ενός άλλου λαού :

Μικρός ο ναύτης.
Μεγάλη η καρδιά του.
Λιμάνι θα βρει.

Αγαπητέ Αντώνη,
       Αγαπητοί φίλοι,
Είναι η ποίηση ένα λιμάνι σ ´εναν τρικυμισμένο κόσμο και καιρό; “Τι είναι ποίηση;» Ρωτάει το παιδί./ Εδώ σε θέλω μάστορα/ με την ποδιά λεκιασμένη/ από τις αντιφάσεις./ Όσο κι αν είσαι χεροδύναμος στις λέξεις,/ δεν φτάνεις ως το μαλακό μουμούδι./ Σκληρό το τσόφλι,/ κι αν το ζορίσεις,/θρυμματίζεται κι η ψίχα./ Ε, πες τα χιλιοειπωμένα,/ ότι είναι λόγος που χορεύει/από καταβολής τυμπάνων,/ βαμμένος ή γυμνός,/ λόγος που υποκρίνεται την έλλειψή του, / λοξίας λόγος./ Κι ύστερα δείξε στο παιδί τους ποιητές/ τους ανθολογημένους απ’ τον Θάνατο,/ κριτικό μέγα,/ και πες πως είναι ποίηση/ όσα μαστορέψαν,/ και πιο πολύ/ αυτά που δεν μαστόρεψαν ποτέ τους, έγραψε η Χαρά Πρεβεδώρου, μιλώντας για το ανείπωτο και το ανέστιο μαζί.

Κι ο Παπαδόπουλος τα ξέρει αυτά τα δυο. Γράφει στην ΚΡΥΦΗ ΖΩΗ
Επέμενε να γράφει στίχους
κι ας μην τους έδειχνε πουθενά.
Πώς να κρατούσε εντός του τόσο βάρος;

Φίλες και φίλοι,

το βάρος λιγοστεύει σαν μοιράζεται, και μοιράζω δεν σημαίνει διανέμω τον πόνο μονάχα μα κύρια την ευθύνη, σ' αυτό το πολύπλοκο συναρπαστικό, αφερέγγυο μα κι απόλυτα χειροπιαστό ανθρώπινο ταξίδι. Συναισθανόμενος την ευθύνη να αντιδράσει ως πολίτης σε μια εποχή όπου, όπως επισημαίνει ο Έκο (2000) στο «Η Δύναμη των λέξεων», στην εποχή των μιντιακών τραστ η τραγωδία είναι πως τα «αφεντικά» της γλώσσας εξορίζουν τους πολίτες από τον λόγο. Κι εξορίζουν τους πολίτες του λόγου. Σε αυτόν τον καιρό, παρακινώντας μας σε δράση και σκέψη, σε σκέψη και δράση, ο Παπαδόπουλος μας κληροδοτεί την ΔΙΑΘΗΚΗ κάθε ανθρώπου που έζησε σαν πεθαμένος: 

Κατηγορήστε με, λοιπόν.
Κληροδοτώ σε σας
ετούτο τον κόσμο
που δε σας αρέσει.
Θυμηθείτε μόνο
πως και σε μένα δεν άρεσε
αν λοιπόν δεν θέλετε να σας κατηγορήσουν
μια μέρα τα παιδιά σας
ξέρετε τι πρέπει να κάνετε

Κι έτσι μας υπενθυμίζει ότι λογο/τεχνία, η τέχνη του λόγου, όπως και η η φιλο/λογία, «η αγάπη για τον λόγο», υπερβαίνει τα όρια του ειδικευμένου επιστημονικού κλάδου και ανυψώνεται σε ηθικό και πολιτικό καθήκον κάθε ανθρώπου. ακόμη κι αν (ή ίσως ιδίως)  για να θυμηθούμε την αρχική μας φράση βρίσκεται ως αιμάτινος ποιητής και πολίτης, ως εξόριστος δηλαδή, μεταξύ απώλειας και ελπίδας για το μέλλον. Μιας απώλειας που βιώνεται βαθιά προσωπικά μα και μιας ελπίδας που πρέπει να βρούμε όλοι κι όλες μαζί!