11 Σεπ 2015

Άγιος Μανουήλ ο Μάρτυρας / Η θεία Τούλα - Μιγέλ ντε Ουναμούνο (εκδόσεις Vakxikon.gr 2014)




Toυ Διονύση Μαρίνου

Αν μεταξύ ζωής και θανάτου, μια απόσταση που λογίζεται συνειρμικά όσο η γη από τον ουρανό και ανάποδα, υπάρχουν οι αμφιβολίες, τότε δικαίως ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνους τους δημιουργούς που το σπόρο του σκεπτικισμού, της μη παραδεδεγμένης κατάφασης (ή άρνησης) τον έκανε στάση ζωής και έργου.

Ένας Βάσκος που ένιωθε και Ισπανός, ένας καθολικός που διέρρηξε με τα γραπτά του τα βασικά δόγματα της θρησκείας. Ένας φιλόσοφος που αντιμετώπιζε με υποψία τη φιλοσοφία. Ένα πολιτικό ον που πέρασε από το ένα φάσμα στο άλλο όχι ως κλασικός αριβίστας, αλλά ως άνθρωπος που πίστεψε ακλόνητα στα βασικά του πιστεύω και δεν δίστασε να τα εκφράσει δημόσια σε εποχές που και μια απλή ένδειξη διαφορετικότητας θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Οι λογής εξορίες και διώξεις που υπέστη κατά τον ταραχώδη βίο του, δείχνουν πως ο Ουναμούνο δεν πρόσφερε απλώς ενδείξεις, αλλά βροντοφώναξε τη διαφορετικότητά του.

Ποιος είναι, άραγε, αυτός ο Ισπανός/Βάσκος με το στοχαστικό βλέμμα και το φροϋδικό μουσάκι και γιατί δεν έχει γίνει τόσο γνωστός στα μέρη μας, ενώ αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ισπανικής γραμματείας; Ακροθιγώς και με το φόβο να περιπέσω σε μια χονδροειδή απόπειρα ταύτισης, ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο είναι για τους Ισπανούς ότι είναι για εμάς ο Καζαντζάκης. Άλλωστε, ανάμεσα στους δύο υπάρχουν ένα υπόγειο ρεύμα άμεσης επικοινωνίας. Τι άλλο θα μπορούσε άλλωστε να είναι ο Άγιος Μανουήλ ο Μάρτυρας από Φτωχούλης του Θεού; Ενός Θεού δικού του που ξεφεύγει από τα παραδεδεγμένα μέτρα της επίσημης εκκλησίας.

Ο Ουναμούνο είναι άνθρωπος γεμάτος αντιφάσεις. Η μεγαλύτερη όλων είναι η παραδοχή από μεριάς του άλογου της ζωής καθώς ομοιάζει με μια σταύρωση – με μια τραγωδία που διαρκεί όσο και ο βίος κάθε ανθρώπου. Κι όμως, η θέση του δεν κουβαλάει τις ρίζες ενός πεισιθάνατου πεσιμισμού. Οι απόψεις του είναι μια βροντώδης υλακή υπέρ της ζωής, της χαράς, της ευτυχίας, του ζήσε για τη ζωή γιατί κάπου αλλού δεν υπάρχει. Πολλώ δε μάλλον στον άλλο κόσμο.

Ο Ουναμούνο είναι ένας πρώιμος υπαρξιστής με μια ένταση που κινείται από τη διάνοια στο συναίσθημα, την πίστη και τη λογική. Στην καρδιά της κοσμοθεωρίας του είναι θα έλεγε κανείς η παθιασμένη λαχτάρα του για ζωή μέχρις σημείου αθανασίας. Μόνο που τούτη η ελπίδα για αιώνια ζωή δεν προσκολλάται σε κάποιο θρησκευτικό δόγμα που μιλάει για το επέκεινα με τρόπο αγωνιώδη και συχνάκις εκφοβιστικό. Ο Ουναμούνο κείται ακριβώς στην αντίθετη πλευρά της θεολογίας σημειώνοντας πως η πείνα του ανθρώπου για ζωή μετά θάνατον, στην πραγματικότητα, διαψεύδεται από τις θρησκείες μετατρέποντας την προκύπτουσα ένταση για ζωή σε αδιάκοπη αγωνία.

Πολυσχιδές πνεύμα που κινήθηκε σε όλο το φάσμα της λογοτεχνίας, έγραψε ποίηση, θεατρικά έργα, αλλά η μεγαλύτερη επιρροή του ήταν ως δοκιμιογράφος και πεζογράφος, ενώ δεν πρέπει να λησμονούμε την πολιτική του δράση και την ακαδημαϊκή δραστηριότητά του. Όλα τούτα συνθέτουν μια περσόνα που μέσω των εικονοκλαστικών ιδεών του, προσπάθησε παντί τρόπω να διατηρήσει ζωντανή την προσωπική του ακεραιότητα, αλλά πάνω από όλα να διατρανώσει την ανάγκη του ατόμου να πολεμήσει με όλα τα μέσα για να διατηρήσει την προσωπική του ιδιοσυστασία έναντι της κοινωνικής συμμόρφωσης, του φανατισμού και της υποκρισίας.

Ο Ουναμούνο μέσα από τα δικά του σπαράγματα, γεγονότα που στιγμάτισαν την προσωπική του ζωή, μέσα από τα φτερά του εφιάλτη, διαμορφώνει μια παθιασμένη φιλοσοφία της αίρεσης ή, αλλιώς, τη φιλοσοφία του τραγικού, μια απόλυτα προσωπική φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων. Η στάση του άρχεται με την αγνωσία της ίδια του της φύσης: «Είμαι ένας άνθρωπος, κανένα άλλο άνθρωπος δεν μπορώ να κρίνω ως ξένο». Αυτή η οντολογική διερώτηση (όπως θα έλεγε και ο ποιητής: εγώ είμαι ένας άλλος), λαμβάνει το χαρακτήρα της εξατομικευμένης τραγικότητας του Ουναμούνο. Λέει, είμαι ένας άνθρωπος.

Μια μονάδα, μια κουκίδα ζωής, μια τραγωδία και όχι κάποια άλλη. Για τον Ουναμούνο, ο άνθρωπος είναι το υπέρτατο υποκείμενο και αντικείμενο όλων των φιλοσοφικών συστημάτων. Συμπληρώνει, δε, πως εκείνον τον ενδιαφέρει η σωματοποιημένη διάσταση του ανθρώπου και όχι ιδέες και μια χαριτωμένη διάθεση θυμίζει πως είτε μας αρέσει, είτε όχι, ακόμη και οι φιλόσοφοι είναι κι αυτοί άνθρωποι με δέρμα και οστά. Η μεγάλη εναντίωση του με τη φιλοσοφία, αν και ο ίδιος είναι κομμάτι της, είναι ότι εκκινεί από το θεμελιώδες «γιατί», ενώ ο ίδιος αντιπαρατάσσει το «για ποιο σκοπό». Όχι την αιτία της ζωής, αλλά το τέλος της. Το να γνωρίζει ο άνθρωπος είναι το ένα σημαντικό κομμάτι του βίου του, το άλλο είναι, όμως, να ζήσει. Ιδού ξανά η ευφρόσυνη αγωνία του Ουναμούνο για ζωή. Και για να κλείσουν το κεφάλαιο φιλοσοφία, που είναι όμως άκρως σημαντικό για να κατανοήσουμε τις δύο νουβέλες της παρούσας έκδοσης, αξίζει να σημειώσουμε τη διαρκή πολεμική του Ουναμούνο με τα μεγάλα πνεύματα της φιλοσοφικής σκέψης.

Ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Άγιος Αυγουστίνος, ο Πασκάλ, ο Ρουσώ, ο Ρενέ, ο Όμπερμαν, ο Τόμσον, ο Λεοπάρντι, ο Λενάου, ο Κλάιστ, ο Αμιέλ, ο Κίρκεγκωρ – όλα αυτά είναι άνδρςς με σάρκα και οστά και έχουν όλοι τους πληγεί από την ίδια ασθένεια: βαρύνονται με σοφία, αλλά όχι και με γνώση. Στην πραγματικότητα, για άλλη μια φορά, ο Ουναμούνο μας υπενθυμίζει πως το υπέρτατο της φιλοσοφίας είναι να προσδεθεί στη χαρά της ζωής, γνωρίζοντας τη σταύρωσή της.

Οι δύο νουβέλες στην παρούσα έκδοση, ο Ουναμούνο εισήλθε στην πραγματικότητα σε μια αχαρτογράφητη περιοχή που ορίζεται ως nivola, είναι άξια δείγματα της προβληματικής του Βάσκου, αλλά και ένα εξαίσιο δείγμα λογοτεχνίας. Παρά το γεγονός ότι οι σημάνσεις και οι συμβολισμοί του δεν μπορούν να περιχαρακωθούν εκτός του μύθου, το αναγνωστικό θάλπος τους είναι πέρα για πέρα εγγυημένο. Ο Ουναμούνο ξέρει να γράφει ωραίες ιστορίες με έναν μοντερνισμό που για εκείνα τα χρόνια φάνταζε αρκούντως πρωτοποριακός και ρηξικέλευθος.

Ο Άγιος Μανουήλ ο Μάρτυρας, τούτη η σεπτή, αλλά αντικληρικαλιστική φιγούρα συγκεφαλαιώνει όλες τις απόψεις του Ουναμούνο για το ποιος πρέπει να είναι ο σκοπός επί της γης. Είναι άγονος αγώνας για ζωή. Όχι με την έμφοβη ένταση που η θρησκεία προσδένει τα υποκείμενα, αλλά με την ψευδαίσθηση ότι ο άρτος της ζωής πρέπει να τρώγεται με σφοδρή επιθυμία, με ένδοξη πίστη, με την αυτοσυνειδησία ότι αυτό είναι που ζούμε, αυτό το αναλλοίωτο και άλλο δεν έχει. Η μικρή κοινότητα των ανθρώπων στην οποία κινείται ο Άγιος Μανουήλ, τον παρατηρεί με ζωϊκό δέος. Δεν μπορεί να αντιληφθεί και να εννοήσει, αλλά μπορεί να συναισθανθεί το εύρος της ιερότητάς του. Πρόκειται για ένα φάσμα ανθρώπου που ενώ ξεπερνάει τα εγκόσμια είναι τόσο πολύ δεμένος με τους ανθρώπους της κοινότητας, όχι ως μάζα, αλλά ως ακέραιες μονάδες που έχουν υποχρέωση να πιούν τη ζωή τους μέχρι την τελευταία σταγόνα. Ο Άγιος Μανουήλ αποδιώχνει τους μανιχαϊσμούς της θρησκείας προς χάριν της αγάπης για ζωή. Και αυτή η ψευδαίσθηση που προσφέρει είναι ωσαύτως ανακουφιστική, αλλά και υποστηρικτική, καθώς και ο ίδιος γνωρίζει πως η σταύρωση του ανθρώπου ξεκινάει από τη γέννησή του – να το τραγικό στοιχείο για άλλη μια φορά. Ο Άγιος Μανουήλ, αυτός ο φτωχούλης ενός ανθρώπινου Θεού, είναι ένας προφήτης του οποίου η αποκάλυψη δεν παραχωρεί το δικαίωμα στην αγωνία του μετά το θάνατον, αλλά την περιδίνηση στο εδώ και το τώρα, σε αυτό που οφείλει να ζήσει ο άνθρωπος.

Η θεία Τούλα, η δεύτερη νουβέλα της παρούσας έκδοσης, είναι με απλά λόγια ένα κομψοτέχνημα ύφους. Η Γερτρούδη, η αλλιώς Τούλα, είναι μια αρχετυπική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Έχει όλα τούτα τα στοιχεία που την καθιστούν δείγμα άρτιας λογοτεχνικής μορφής με τη ρωμαλέα αξιοπρέπεια και την παθιασμένη παρόρμησή που τη διακρίνει. Ο Ουναμούνο απεικονίζει με επιβλητικές γραμμές τη δύναμη της μητριαρχικής φύσης, εκείνης δηλαδή που φέρει ζωή και μπορεί να εγγυηθεί τη διαιώνισή της. Η Τούλα, ως άλλη άμωμος Παρθένα, καίτοι δεν έχει τεκνοποιήσει, είναι η ουσιαστική τροφός των παιδιών της αδελφής της που φεύγει πρόωρα από τη ζωή και των παιδιών που κάνει ο άνδρας της αδελφής της με τη δεύτερη γυναίκα του. Είναι μια μητέρα Τερέζα, μια Αντιγόνη όπως ο Ουναμούνο μας αφήνει να εννοήσουμε στην αρχή της νουβέλας; Είναι μια αεικίνητη, στέρεα, δυναμική, αλλά όχι δεσποτική φυσιογνωμία που κυβερνιέται από την πίστη της για αθανασία η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσα από αυτή τη μικρή κοινωνία παιδιών που τρέφει στον κόρφο της. Οι προσωπικές της αρχές έχουν τη δύναμη αυταξίας, δεν επιδέχονται αμφιβολιών, δεν μπορούν να κριθούν με λογικά αίτια. Ο Ουμανούνο δεν καταγράφει τη γυναίκεια φύση, εισβάλλει μέσα της, ανασύρει από τα βάθη όλα εκείνα τα κρυφά στοιχεία που έχουν να κάνουν με τον κρυμμένο και ματαιωμένο πόθο, με την ανησυχία, την αδιάπλαστη φωνή της αγάπης και τον πόνο που λαχταράει να ξεσπάσει. Επαναλαμβάνω: πέραν των συμβολισμών που σε αυτή τη νουβέλα είναι κάτι παραπάνω από ευκρινείς, ο μύθος στέκει ακόμη και σήμερα με μια αμετάκλητη αξία. Η πρόζα του Ουναμούνο θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί αυτούσια και στις μέρες και το αποτέλεσμα να είναι αρκούντως μοντέρνο. Ο Ουναμούνο είναι ένας μάστορας του κρυμμένου ερωτισμού, ένα στοιχείο που τον ενδιαφέρει έτσι και αλλιώς, και ακολουθώντας τη γραμμή της απόκρυψης και όχι της δήλωσης, παίζει με τις σκιές που θάλλουν μέσα στο μυαλό της Τούλα. Αφήνει τα σώματα να περιελιχθούν μέσα στους σεισμούς που τα συνταράσσουν, ακούει και καταγράφει κάθε μικρό κραδασμό που κάνει το δέρμα και την πειθαρχία που επιβάλλει ο υπέρτατος σκοπός και η αλληλουχία των γεγονότων.

Αυτές οι δύο νουβέλες, που παρεμπιπτόντως έτυχαν πολύ καλής μετάφρασης από τον Τάσο Ψάρρη, μπορούν να γίνουν το έναυσμα για να σκύψουμε πάνω στην περίπτωση του Ουναμούνο και να τον βγάλουν από τη σκιά στην οποία κατά περίεργο τρόπο έχει θαφτεί για δεκαετίες. Τούτο το ανήσυχο και θορυβώδες πνεύμα αξίζει να αναγνωστεί ως μια άλλη εκδοχή του raison d’ etre, του λόγου της ύπαρξης. Όχι με την προοπτική του αιώνιου μέλλοντος, αλλά με αυτή του διαρκώς αναδιπλούμενο παρόντος.

*H κριτική δημοσιεύτηκε στο site fractalart.gr.