28 Σεπ 2015

Μονόλογοι συγγραφέων (εκδόσεις Vakxikon.gr 2015)


Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

«Μονόλογοι συγγραφέων» Ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη

Κείμενα: Έρικα Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Σοφία Κολοτούρου, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δανάη Παπουτσή, Έλενα Πολυγένη, Μαρία Σούμπερτ, Ελένη Τζασιμάκη, Ελένη Φουρνάρου, Γιώρηος Γιώτης, Γιώργος Δουατζής, Νίκος Ερηνάκης, Διονύσης Μαρίνος, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Τόλης Νικηφόρου, Γιάννης Παπαγιάννης. επιμέλεια σειράς: Νέστορας Πουλάκος Εκδ. Vakxikon.gr, 2015 118 σελ. 

Δέκα γυναίκες συγγραφείς. Δέκα άντρες συγγραφείς. Άνθρωποι που ζουν και δημιουργούν στο σήμερα. Το παρασκήνιο της γραφής τους. Οι σκέψεις, οι μνήμες, οι ιδέες, οι προσδοκίες τους, οι επιρροές ,οι καταβολές τους ,το συγγραφικό Εγώ τους. Με τον δικό τους τρόπο ο καθένας, ρεαλιστικό ή σουρεαλιστικό μάς ξεναγούν στο προσωπικό τους εργαστήριο κατά έναν τρόπο. Μας προτείνουν το βλέμμα τους για τα πράγματα. Προσπαθούν ή δεν προσπαθούν να ανιχνεύσουν ίσως γιατί γράφουν. Σίγουρα ο καθένας γράφει για τους δικούς του λόγους, αφού η συγγραφή, και η τέχνη γενικότερα, είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση. Και έχει πραγματικά ενδιαφέρον να δούμε τις διαφορετικές οπτικές. Άλλωστε, είναι μαγικά τα πράγματα όταν έχουμε συνεχώς στο μυαλό μας ότι η αλήθεια είναι πολλαπλή. Aναπόφευκτα η ζωή επηρεάζει την τέχνη και η τέχνη φιλτράρει -ή σε κάποιες περιπτώσεις αντανακλά- τη ζωή. Μπορεί εν τέλει και να αλληλοσυμπληρώνονται.

Ως ανθολόγος αυτού του βιβλίου έχω διαρκώς την αίσθηση ότι πετάω. Ότι τραγουδώ ένα μεγάλο νοσταλγικό τραγούδι. Είναι διάχυτες οι αισθήσεις, ποικίλα τα συναισθήματα. Όλοι ανταποκρίθηκαν με χαρά. Μονολογούμε, αλλά ταυτόχρονα συνδιαλεγόμαστε μεταξύ μας κατά κάποιο τρόπο. Ταξιδεύουμε με το ίδιο πλοίο. Ο ποιητής και μεταφραστής Γιώργος Μπλάνας αντί μονολόγου μού έδωσε ένα ποίημα που ξεκινάει ως εξής: «Tι μού ζητάς να σου πω, στην άκρη αυτού του αναποφάσιστου γκρεμού;» Σύμφωνα με τον ποιητή Γιώργο Γώτη ο δημιουργός ξεκινά από το ατομικό για να περάσει στο καθολικό : «Ξεκινάμε από το »προσωπικό »και πάντα αναρωτιόμαστε αν είναι και πανανθρώπινο. Αν μια σκέψη κοινή σε πολλούς μπορεί να ειπωθεί με έναν ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο που συνιστά το ύφος του δημιουργού, κατά τις επιταγές της εποχής του. Ποιούς μπορεί να αφορά αυτή η σκέψη ώστε να εκφραστεί εκ νέου και να γίνει κτήμα πολλών;

Ο ποιητής Γιώργος Δουατζής «είναι ένα μοναχικό εργαστήριο/ψυχή στροβιλιζόμενη στο άπειρο». Ξεκινά με ποίημα για να καταλήξει να μας εξιστορεί πώς ξεκίνησαν όλα με τη γραφή σε ό,τι τον αφορά, καθώς και ποιοί αποτέλεσαν τα λογοτεχνικά του πρότυπα. Ο νεαρός ποιητής Νίκος Ερηνάκης «παραμένει αβέβαιος, τον σώζει η γοητεία της αμφιβολίας». Επίσης, «επιχειρεί να εφεύρει τρόπους να μετεωρίζεται το ποίημα», ενώ συγκινείται πάντα από μια αυθεντική ποίηση, ακριβώς επειδή έχει τη δύναμη να πανικοβάλει, σημαίνει πως λειτουργεί. Ο Γιώργος Κατσέλης είναι συγγραφέας παιδικών βιβλίων ,που γράφει όχι μόνο για παιδιά, αλλά και για όσους νιώθουν παιδιά. Γράφει για έναν καλύτερο κόσμο και ο κήπος του είναι φορτωμένος με λέξεις που αγαπάει και φροντίζει. Ο ποιητής και πεζογράφος Γιώργος Λίλλης διαρκώς αναρωτιέται τί είναι η πραγματικότητα και τί η φαντασία και επιχειρεί να προσεγγίσει τον αβαθή χρόνο μέσω της λογοτεχνίας. O λογοτέχνης Διονύσης Μαρίνος καταθέτει το δικό του συγγραφικό credo επισημαίνοντας πως «γράφει για να επινοεί ό,τι κρύφτηκε από τα μάτια». Ο πολυγραφότατος Κωνσταντίνος Μπούρας κυριολεκτεί όταν λέει πως η γραφή είναι για κείνον οξυγόνο και ανάγκη επιβίωσης. «Ζει έντονα μέσα από τη γραφή» και δοκιμάζεται σε διάφορα είδη λόγου.

Ακολουθεί ο επίσης πολυγραφότατος Τόλης Νικηφόρου από τη Θεσσαλονίκη. «Γράφω , λοιπόν, για να τηρήσω μια εσωτερική εντολή και ελάχιστα αντιλαμβάνομαι το τί, το πώς και το γιατί. Πολλές φορές έχω την αίσθηση “ότι απλώς καταχωρώ όσα μού υπαγορεύει ένας αόρατος υποβολέας. Γράφω για να απλώσω ένα χέρι, να ανάψω ένα φως. Ακόμα μέσα από την ποίηση νιώθει ότι «νικάει προσωρινά το θάνατο.» Το μέρος των αντρικών μονολόγων κλείνει με τον πεζογράφο Γιάννη Παπαγιάννη που βρίσκει τη ζωή άδεια και χωρίς ενδιαφέρον χωρίς τη λογοτεχνία. «Γεννήθηκα στη μοναξιά και τα παραμύθια κι αυτά μου έμειναν σε όλη τη ζωή. Ποτέ δεν μπόρεσα να απαλλαγώ από το ένα ή από το άλλο, όσο κι αν προσπάθησα». Για την Έρικα Αθανασίου, συγγραφέα παιδικών βιβλίων κυρίως, η συγγραφή είναι ένα ταξίδι ,το οποίο πρέπει πρώτα ο ίδιος ο συγγραφέας να απολαμβάνει, ώστε να τον απολαύσουν κατόπιν και οι αναγνώστες. Η πεζογράφος Τζούλια Γκανάσου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στους ποιητές που την «ξεγέλασαν», όπως γράφει χαρακτηριστικά: «Είναι οι πρώτοι ποιητές που με ξεγέλασαν: Μου έταξαν τις χίμαιρες και έθρεψαν κυκλώνες. Ο Καβάφης, ο Πόε, ο Σεφέρης, ο Εμπειρίκος μίλησαν για ό,τι έπρεπε αφειδώς να ειπωθεί :για την εγγενή αδυναμία που κάνει λάβαρο τη δύναμη, για το ένστικτο που κυβερνά ως την αυγή, για το όνειρο που ζώνει με όπλα τους ευφάνταστους, για τη θέληση ,την πίστη στη ζωή.»

Η προσέγγιση της συγγραφέως Νατάσας Ζαχαροπούλου με οδηγεί να σκεφτώ ότι η ακινησία είναι ο εχθρός της τέχνης. Γράφει «Σκέφτομαι: Ως συγγραφέας μοιάζεις με ποτάμι. Φιλοξενείς μέσα, γύρω σου ζωή, φιλοξενείσαι. Είσαι επιρρεπής στις διαθέσεις του καιρού, τις αλλαγές, τη φύση σου. Το σώμα σου είναι λέξεις. Ρέουσες. Για την ηθοποιό και πεζογράφο Δανάη Παπουτσή η ζωή είναι μια ατέρμονη αφήγηση που δεν γερνάει ποτέ. Πιστεύει ότι πάντα ο ήρωες προυπάρχουν και υποδεικνύουν πράγματα στον συγγραφέα. Και μια και μιλάμε για ήρωες «Οι ήρωες των βιβλίων τα λένε όλα πολύ καλύτερα από μένα», θα σημειώσει η θεατρολόγος και συγγραφέας Μαρία Σούμπερτ. Θα μείνω και σε κάτι άλλο που αποτελεί θέμα και του μονολόγου της γράφουσας τούτο το κείμενο. «Έχω παρατηρήσει πώς η στιγμή που γράφω δεν διαφέρει από τη στιγμή που διαβάζω», γράφει η Σούμπερτ. Βρίσκομαι και ‘γω στην ίδια συχνότητα μαζί της. Είναι οι λέξεις των άλλων που συχνά με ερεθίζουν και μιλάνε μέσα μου δημιουργώντας μου μια διάθεση που μπορεί να αποτελέσει οδηγό για τις δικές μου γραφές, βάζοντας με σε παιχνίδια διακειμενικότητας. Η συγγραφέας Σοφία Κολοτούρου είναι μια ιδιότυπη περίπτωση δημιουργού. Γράφει: «Κι όπως λέω σε κάποιο ποίημά μου όπου περιέγραφα τη ζωή μου στο Κυτταρολογικό Τμήμα (μικροσκόπιο): Mετά η ανάκριση εκ του μικροσκοπίου. Τον εξετάζουμε, στο φως το ηλεκτρικό. Στ’ άδυτα κατερχόμαστε του βίου, μα όλο ξεφεύγει της ζωής το μυστικό».

Η τραγουδίστρια και ποιήτρια Ελένη Τζατζιμάκη αναλογίζεται πάνω στη άγνοια και τη γνώση της. «Η άγνοια και η γνώση μου. Η εσκεμμένη μου αστοχία. Ο ματαιόδοξος, αυτόκλητος πόνος. Η εκκρεμής μου χαρά. Η κουρασμένη μου χαρά. Η ταλάντωση του μυαλού και η ορθάνοιχτη καρδιά στον ουρανό και στο όνειρο. Μέσα στο ορθό της απογείωσης καθορίζω το μοιραίο της πτώσης. Ρυθμίζω το ύψος του βλέμματος ανάλογο προς το βάθος της φωνής, προετοιμάζοντας την ευθυγράμμιση με τους ανθρώπους». H πεζογράφος Eλένη Φουρνάρου άρχισε να γράφει γιατί μπορούσε. Συνέχισε γιατί της άρεσε. Σημειώνει: «H μαγεία που λέγαμε. Η οφθαλμαπάτη. Η απατεωνιά. Συνέχισα γιατί αγαπώ το ψέμα, την εκδοχή της ιστορίας που θα μπορούσε να έχει συμβεί αν ή αν δεν. Tην εκδοχή που εγώ διαλέγω σαν παντοδύναμος θεός και σερβίρω στο ανύποπτο πλήθος που με κοιτάζει έκθαμβο, χωρίς να μπορεί να δει τα μαγικά μου κόλπα στα παρασκήνια [...]

Η ηθοποιός και ποιήτρια “Ελενα Πολυγένη μόνο «όταν γράφει νιώθει ότι κλονίζεται για λίγο αυτό το ανούσιο oικοδόμημα της ευπρέπειας». Να αναφέρουμε ότι στο τέλος του βιβλίου (που κυκλοφορεί και σε e-book) υπάρχει σύντομο βιογραφικό σημείωμα των συγγραφέων. Επικεντρωνόμαστε στην καταγραφή της εργογραφίας τους. Κλείνω τούτο το κείμενο με ένα απόσπασμα από την εισαγωγή που έχω κάνει για το βιβλίο: «Αναπόφευκτα μού έρχονται στο μυαλό όσα γράφει ο Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά». Και είναι σαν να μονολογεί: Nα, γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο ήλιος και ο Άδης αγγίζονται.»

*To κείμενο δημοσιεύτηκε στο site fractal.gr (23/9/2015).