24 Νοε 2015

Τα ετερόφωτα (Αγγελική Δημουλή, εκδόσεις Vakxikon.gr 2015)

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

[...]
Αθήνα,
πάψε ν” ανασαίνεις
τόσο δίπλα μου,
πάψε τα βράδια
να μετράς τις λύπες μου
και ζήσε λίγο
με το φως της μέρας.
[...]


['ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΘΗΝΑ]

H πόλη. Οι άνθρωποι. Οι άστεγοι . Οι ξένοι . Οι μετανάστες. Το βλέμμα τους. Το βλέμμα μας. Η μοίρα τους. Η εποχή μας.
Αυτά είναι τα υλικά που χρησιμοποιεί η Αγγελική Δημουλή για να συνθέσει τη δεύτερη ποιητική συλλογή της «Τα ετερόφωτα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν. Όταν όλα αυτά συμβαίνουν γύρω σου, όταν η ζωή τους μπλέκεται τη δική σου, είναι μοιραίο να εισχωρήσουν και μέσα στην τέχνη σου. Και συ να τα φιλτράρεις δημιουργικά και να φτιάξεις ιστορίες, στην περίπτωσή μας «ποιητικές ιστορίες». Κάθε ποίημα και μια ιστορία, κάθε ποίημα και ένα επεισόδιο, ένα συμβάν που αφορά στη ζωή των σύγχρονων προσφύγων. Οι λέξεις χορεύουν ρυθμικά, πολιορκούν την αναπνοή σου, σε κόβουν εν τέλει. Απλώνονται τέτοιοι στίχοι σαν πλοκάμια στη συνείδησή σου. Εμφανής η κοινωνική προέκταση των στίχων. Με τρυφερότητα και ανθρωπιά η ποιήτρια μιλά για το διαφορετικό, αφηγείται , στοχάζεται, δίνει εικόνες. Δεν τους θεωρεί «εισβολείς» αυτούς που δεν μας μοιάζουν, τους παρατηρεί και με σοφία γράφει για αυτούς. Το βλέμμα της δεν είναι καθόλου « τοξικό» ,για να χρησιμοποιήσω δικούς της στίχους. Τους νιώθει, τους καταλαβαίνει, μπαίνει στη θέση τους :

Xθές έγινα άστεγος.
Διάλεξα ερήμην μου,
τη μέρα που χιόνισε.
Πήγα στην πλατεία,
μου δώσανε κουβέρτες.
Πήγα στην (άλλη) πλατεία,
μου δώσανε φακές.
Ξάπλωσα στο παγκάκι της πλατείας (άλλης),
με διώξανε γιατί σταμάτησε το χιόνι.


(ΚΕΝΤΡΟ)

Η σκληρή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα μεταφράζεται με πολλούς τρόπους από έναν ποιητή. Οι πολλαπλές και επώδυνες στη βάση τους περιπέτειες των μεταναστών δεν μπορούν παρά να εισχωρούν στις συνειδήσεις μας και να μας τροφοδοτούν με εικόνες, άπειρες εικόνες, εικόνες που κραυγάζουν. Και κείνες με τη σειρά τους να μας γεννούν ιδέες, σκέψεις, λέξεις.

Τόσα πόδια μαζεμένα” τόσα μπλεγμένα δάχτυλα κι ούτ΄ ένα χαμόγελο παιδιού. (σελ 12.)
Πέθανα / με κόψανε τυφλοί με ιδεολογία (σελ.13)
Αθόρυβα μας πνίξανε “ σαν του βουτηχτή την τελευταία Πνοή (σελ.16)
Ρόζοι στα μάτια/ πληγές τα γέλια/ Μα δένουμε τα χέρια μας/ -ποιά μνήμη; (σελ 29)
[..] και ξέχασαν, ξέχασαν τον ετερόφωτο τον κόσμο που τους δάνεισαν . κι αυτόφωτα παιδιά και έφηβοι πήδηξαν απ’ τη Βάρκα και έπεσαν να κοιμηθούν λήθη αυτόφωτη.

Με αφορμή τη συλλογή της Δημουλή λοιπόν και για την ποίησή της γράφω:

Όταν η ποίηση είναι γροθιά στο στομάχι.
Όταν η ποίηση σε κάνει να νιώσεις.
Όταν η ποίηση πηγαίνει κόντρα στην εγκεφαλική εποχή μας.
Όταν η ποίηση μιλά σε μια άλλη γλώσσα από αυτή της εποχής.
Όταν διαδηλώνει σε δικούς της τόνους .
Όταν η ποίηση πραγματεύεται την τραγωδία του καιρού και του τόπου
Όταν η ποίηση κάνει ένα βήμα προς την κατεύθυνση του να ερμηνεύσει το θάνατο,
τότε κάτι γίνεται,
έτσι νιώθεις , τουλάχιστον.

Πώς να κόψεις και να ράψεις σε αυτή την εποχή; Tί ποιήματα να φτιάξεις; Έχει νόημα να γράφεις ποιήματα σε τέτοιους καιρούς; Ποιός ο ρόλος της ποίησης σήμερα; To ποίημα «Αργοπορημένο» αφιερώνεται στον Νίκο Εγγονόπουλο και τον Μανώλη Αναγνωστάκη, με τους οποίους συνδιαλέγεται κατά κάποιον τρόπο. Κι οι ίδιοι πριν από πολλά χρόνια με άλλη ιστορική αφορμή, μέσα σε άλλες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες είχαν κάνει τον δικό τους ποιητικό διάλογο αναφορικά με την αποστολή της ποίησης. Η διακειμενικότητα εδώ είναι εμφανής και αναγκαία συνάμα. Η Δημουλή συγκατανεύει: πρέπει κάποιος να βρίσκεται κάθε φορά «να μιλάει για όλα αυτά». Ώστε να μην ξεχνιούνται . Γιατί η απώλεια της μνήμης πάντα σημαίνει θάνατο. Αλλά και η κοινωνική αδιαφορία είναι ισοδύναμη του θανάτου. «Ας πίνουμε ποίηση για να πάνε κάτω οι λυγμοί, ας πίνουμε φως-το φως που μόνο η τέχνη μπορεί να μας χαρίσει- «για να σβήσουμε τη νύχτα μέσα μας». Για να ζήσουμε.

*H κριτική δημοσιεύτηκε στο βιβλιοφιλικό site fractalart.gr (11/11/15).