18 Απρ 2016

Συνέντευξη της Κατερίνας Τζόβα



«Ο διωγμός των Ελλήνων της Πόλης παύει να έχει την αποσιώπηση του απαγορευμένου»

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την κοινότητα των Ελλήνων της Πόλης και, κυρίως, με τη «μαύρη» περίοδο του διωγμού τους από τους Τούρκους;
Να διευκρινίσω πως δεν εστιάζω στο γεγονός του διωγμού των Ελλήνων αλλά στην καθημερινή ζωή τους και στη συνύπαρξή τους με τους Τούρκους. Ο λόγος είναι το ότι μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον πολίτικο λόγω καταγωγής του πατέρα μου, και διαμόρφωσα μία εικόνα για ό,τι συνέβη στην Πόλη. Εκ των πραγμάτων αυτό έχει δύο όψεις. Πότε το φταίξιμο δεν βαραίνει μόνο τη μία μεριά. Έτσι, οι Πολίτες εκεί έζησαν πραγματικά μία ζωή που το παρόν χωλαίνει στο να μας αφήσει έστω και να τη φανταστούμε, αλλά ταυτόχρονα εκτιμώ ότι αυτό που σήμερα εξετάζεται από πολιτικής άποψης, χτίστηκε αργά και σταθερά μέσα στα κοινωνικά στρώματα της Πόλης. Αυτό είναι που εξετάζεται στο «A Polis».

Θεωρείτε ότι το θέμα των διωγμών των Ελλήνων της Πόλης εξακολουθεί να αποτελεί ταμπού στην Τουρκία;
Η πρόσφατη, σχετικά, κινηματογραφική προσέγγιση της Tomris Giritlioğlu του γεγονότος του Σεπτέμβριου 1955 στην Κωνσταντινούπολη θεωρώ ότι, πέρα από την αλλαγή και της πολιτικής θέσης της χώρας, είναι το πιο καλό δείγμα πως το ζήτημα παύει να έχει την αποσιώπηση του απαγορευμένου.

Μιλήστε μας για την πρωταγωνίστρια του ντοκιμαντέρ σας;
Η Δέσποινα-Μαρία γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 20ου αιώνα, στο Κιομουρτζί σοκάκι του Πέρα. Έμεινε ορφανή από μητέρα σε πολύ νεαρή ηλικία. Παντρεύτηκε τον Παναγιώτη από τα Ταταύλα. Εκείνος από έρωτα, εκείνη από ανάγκη να μη μείνει μόνη. Με τον καιρό αγαπήθηκαν, είπε. Δυναμική πολύ, οργάνωσε όλη τη ζωή και τη νέα της οικογένεια κάπως… μόνη της. Απέκτησε ένα παιδί, από επιλογή. Έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη το 1958. Έμειναν στη Νέα Σμύρνη όπου άνοιξε ένα μικρό μαγαζί. Το έκλεισε και μετακόμισαν στα Εξάρχεια, όπου έμειναν μέχρι τέλους. Εργάστηκε σε διάφορα πόστα, ραφές/μεταποιήσεις ενδυμάτων, πωλήτρια οικιακών σκευών κ.ά. Ταξίδεψαν πολύ. Έμεινε χήρα το 1996. Συνέχισε να ταξιδεύει. Πήγε πολλές φορές στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν ενεργό μέλος του Συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών. Η αρνητική στάση της απέναντι στους Τούρκους δεν άλλαξε μέχρι τέλους. Έλεγε: Τούρκος και φίλος δε γίνεται. Έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο του 2012.

Κατά πόσο η επιλογή των δραματοποιημένων σκηνών επηρεάζουν τα πραγματικά ντοκουμέντα της ταινίας σας; Συμβάλλουν στην καταγραφή της μνήμης και προσδίδουν μια περισσότερη κινηματογραφικότητα στο ντοκιμαντέρ;
Το ντοκιμαντέρ αποκτά μία κινηματογραφικότητα, όπως πολύ εύστοχα το θέσατε, κι έτσι κατ' εμέ γίνεται πιο προσιτό. Με τον τρόπο αυτό η όποια πραγματικότητα, αντανακλάται μέσα από τα μάτια των ηθοποιών και τις κινήσεις των χορευτών, παραμένοντας όμως μία πραγματικότητα που δεν υστερεί σε τίποτα από το cinema verite και αποτελεί και αυτό το είδος μία ερμηνεία και μία επέμβαση ως προς την πραγματικότητα.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Σπούδασα Φωτογραφία και Οπτικοακουστικές Τέχνες στο ΤΕΙ Αθήνας. Οπότε μην έχοντας σχέση με αμιγώς κινηματογραφικές σπουδές, συνειδητοποίησα τις ελλείψεις μου στη διάρκεια της δημιουργίας του «A Polis». Έτσι ξεκίνησα να παρακολουθώ μαθήματα ντοκιμαντέρ πρόσφατα. Παράλληλα, είμαι σε επικοινωνία με φορείς ώστε να μπορέσω να ξεκινήσω την έρευνά μου για το επόμενο.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην ετήσια έκδοση της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 2015.