25 Απρ 2016

Ταινιόραμα 2016




 Του Νέστορα Πουλάκου

Το καλοκαίρι μπαίνει και ένα «θερινό»-full air conditioned φεστιβάλ ταινιών-μαμούθ θα απλωθεί για 2 μήνες στην καρδιά της πόλης μας, στην πλατεία Κοραή. 8 εβδομάδες, 56 ημέρες, 168 ταινίες συνολικά έχουν επιλέξει οι αδελφοί Στεργιάκη για να ξαναδούμε το σινεμά που μας μεγάλωσε, να θυμηθούμε τους πρωταγωνιστές που μας έκαναν να αγαπήσουμε την έβδομη τέχνη, να θαυμάσουμε τις πιο ωραίες σεκάνς της μεγάλης οθόνης –εκείνες που μας συγκίνησαν και μας μάγεψαν ταυτόχρονα.

Με άλλα λόγια, μια απέραντη Ταινιοθήκη στήνεται στον κινηματογράφο Άστυ, ώστε ένα ακόμη καλοκαίρι μας να «μυρίσει» από τον Μάιο. 25 ολόκληρα χρόνια επιμένει η οικογένεια Στεργιάκη με το «Ταινιόραμα», αυτόν τον θρυλικό θεσμό που οι Αθηναίοι σινεφίλ εδραίωσαν ως ένα ετήσιο must-see πολιτιστικό γεγονός της πόλης, μην μπορώντας να αποχωριστούν τη μυρωδιά και τη «φρεσκάδα» μιας κόπιας 35 mm. Σε αυτή την ψηφιακή λαίλαπα, η νοσταλγία του φιλμ εξακολουθεί να μας συγκινεί και να μας συναρπάζει.

Συγκρατείστε μερικές classic κινηματογραφικές στιγμές, σπάνιας προβολής στη χώρα μας, ως πρόγευση: η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Χένρι Μίλερ «Ήσυχες μέρες στο Κλισί», το δίδυμο Τζέρι Λιούις-Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον «Βασιλιά για μια νύχτα» του Σκορσέζε, υποτιμημένα «διαμάντια» από τον Μπράιαν Ντε Πάλμα, τον Ρόμπερτ Ρόσεν και τον Σίντνεϊ Λιούμετ, η μαγευτική «Ντίβα» του Ζαν-Ζακ Μπενέξ, κ.ά.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΤΟ ΧΩΝΙ (24/4/2016).

19 Απρ 2016

Συνέντευξη του Ορφέα Περετζή




«Τον έρωτα, τη μοναξιά και τον φόβο δεν μπορούμε να τα προσδιορίσουμε»

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τις ιστορίες του μοναχικού μουσικού και της απεγνωσμένης κοπέλας με φόντο το νυχτερινό τοπίο της Εθνικής Οδού;
Η Εθνική Οδό με γοητεύει γιατί έχει κάτι το απρόσωπο. Ταυτόχρονα παρουσιάζει μια συνεχής ροή από αυτοκίνητα. Τη νύχτα δεν βλέπεις τίποτα πέρα από τις λωρίδες του δρόμου και τα έντονα κίτρινα φώτα που γυαλίζουν στην άσφαλτο. Όλα γύρω είναι σκοτεινά. Στην Εθνική όλοι βρίσκονται σε κίνηση, είναι περαστικοί, ο δρόμος είναι η μετάβασή τους σε έναν προορισμό. Πάνω σε αυτήν την μετάβαση οι δύο χαρακτήρες μας είναι πιο ευάλωτοι από ποτέ, έτοιμο να μοιραστούν τα πάντα σαν να ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. Η μοίρα τους φέρνει κοντά τυχαία, με τον ίδιο τρόπο χωρίζουν παντοτινά έχοντας μοιραστεί κάτι πολύ έντονο και συναισθηματικά φορτισμένο. Η σχέση τους είναι καταδικασμένη, έχει συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και γι’ αυτό επέλεξα το road movie σαν genre τονίζοντας και το εφήμερο του βιώματος αυτού. Ο μοναχικός μουσικός και το κορίτσι που το σκάει από την οικογένειά του, έχουν με τραγικό τρόπο μπροστά τους τα ίδια αδιέξοδα, και συντονίζονται. Αυτή είναι μια συνθήκη που έχω εξερευνήσει κινηματογραφικά και με την πτυχιακή μου ταινία “Small Talk”, ώσπου με παρόμοιο τρόπο δύο μοναχικοί Λονδρέζοι άγνωστοι μεταξύ τους μέσα μόνο σε λίγα λεπτά μοιράζονται τις μεγαλύτερες ανασφάλειές τους αναπτύσσοντας μια πρωτόγνωρη οικειότητα. Ήθελα με αυτή την ιστορία να τονίσω το τυχαίο των ανθρώπινων συναναστροφών και πως αυτές οι συναντήσεις μερικές φορές είναι λυτρωτικές σε σχέση με τα αδιέξοδα που περνάει ο καθένας μας.

Θεωρείτε ότι η μοναξιά και η αποξένωση, η αδυναμία επικοινωνίας και η μη διάθεση για επαφή συνεχίζουν να ταλανίζουν την εποχή μας παρά την επικράτηση της «ανοιχτής κοινωνίας» των social media;
Η μόνη αληθινή επικοινωνία που εγώ προσωπικά καταλαβαίνω είναι το δεξιά και το αριστερά, το πάνω και το κάτω. Το «νοιώθω μόνος»  ή «είμαι αποξενωμένος», ίσως να ισχύει αλλά δεν έχουμε κανέναν τρόπο να το επαληθεύσουμε, όπως όλα τα συναισθήματά μας και ο εσωτερικός μας κόσμος γενικότερα. Είναι πραγματικά άγνωστα και αδυνατούμε να μιλήσουμε για αυτά οπότε βρίσκουμε τρόπους να τα βαφτίζουμε και να λέμε «να, αυτός έχει κατάθλιψη», «νοιώθω μια μοναξιά επειδή σήμερα δεν με πήρε κανείς τηλέφωνο» και μια αρνητικότητα διαιωνίζεται μέσα μας με τον ίδιο τρόπο που θα συνέβαινε και 1000 χρόνια πριν. Απλά νομίζω πως τώρα είμαστε και δισεκατομμύρια άνθρωποι πάνω στον πλανήτη και σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση και τα social media o πανικός μέσα μας, ο φόβος της μοναξιάς απλώνεται σαν μια χιονοστιβάδα στην κοινωνία. Εν μέρη τα social media διαιωνίζουν με απίστευτη ένταση την ευτυχία και τη δυστυχία ταυτόχρονα. Όμως, ποιος θα ήθελε να ζει σε μια κοινωνία που είναι όλοι κοινωνικοί και χαρούμενοι; Αυτή για μένα θα ήταν μια τραγελαφική συνθήκη. Με έναν τρόπο η φύση κρατάει τις ισορροπίες της και εμείς απλά παρασυρόμαστε δεξιά και αριστερά, έρμαια αυτών των τρομακτικών κοινωνικών και φυσικών δυνάμεων.

Μιλήστε μας για το μήνυμα που θέλετε να στείλετε με την ταινία σας;
Ο έρωτας, η μοναξιά και ο φόβος είναι πράγματα τα οποία δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα και να τα μοιραστούμε. Αιωρούνται σε ένα υποσυνείδητο και υπερβατικό επίπεδο και εμφανίζονται τυχαία, όπως και οι καθημερινές μας συναναστροφές, σαν τυχαίοι αριθμοί που εναλλάσσονται συνεχώς χωρίς να μπορούμε να προβλέψουμε τι ακριβώς θα γίνει. Μερικές φορές αυτοί οι αριθμοί συντονίζονται μεταξύ τους όπως και οι άνθρωποι και βιώνουμε κάτι έντονο και πρωτόγνωρο στα όρια του παράλογου, του μεταφυσικού.   

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας
Αυτή την περίοδο τελειώνω ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους με τίτλο «Στο Κέντρο του Κύκλου» και θέμα τον φόβο και την αμηχανία του ηθοποιού στο θέατρο και κατ’ επέκταση στη ζωή του γενικότερα, είμαι στο τελευταίο στάδιο του μοντάζ. Ταυτόχρονα έχω δύο project μυθοπλασίας μεγάλου μήκους σε στάδιο development, γύρω από τη γνώριμη θεματολογία ανάμεσα στη σχέση του ρεαλιστικού και του υπερβατικού μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην ετήσια έκδοση της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 2015.

18 Απρ 2016

Συνέντευξη της Κατερίνας Τζόβα



«Ο διωγμός των Ελλήνων της Πόλης παύει να έχει την αποσιώπηση του απαγορευμένου»

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την κοινότητα των Ελλήνων της Πόλης και, κυρίως, με τη «μαύρη» περίοδο του διωγμού τους από τους Τούρκους;
Να διευκρινίσω πως δεν εστιάζω στο γεγονός του διωγμού των Ελλήνων αλλά στην καθημερινή ζωή τους και στη συνύπαρξή τους με τους Τούρκους. Ο λόγος είναι το ότι μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον πολίτικο λόγω καταγωγής του πατέρα μου, και διαμόρφωσα μία εικόνα για ό,τι συνέβη στην Πόλη. Εκ των πραγμάτων αυτό έχει δύο όψεις. Πότε το φταίξιμο δεν βαραίνει μόνο τη μία μεριά. Έτσι, οι Πολίτες εκεί έζησαν πραγματικά μία ζωή που το παρόν χωλαίνει στο να μας αφήσει έστω και να τη φανταστούμε, αλλά ταυτόχρονα εκτιμώ ότι αυτό που σήμερα εξετάζεται από πολιτικής άποψης, χτίστηκε αργά και σταθερά μέσα στα κοινωνικά στρώματα της Πόλης. Αυτό είναι που εξετάζεται στο «A Polis».

Θεωρείτε ότι το θέμα των διωγμών των Ελλήνων της Πόλης εξακολουθεί να αποτελεί ταμπού στην Τουρκία;
Η πρόσφατη, σχετικά, κινηματογραφική προσέγγιση της Tomris Giritlioğlu του γεγονότος του Σεπτέμβριου 1955 στην Κωνσταντινούπολη θεωρώ ότι, πέρα από την αλλαγή και της πολιτικής θέσης της χώρας, είναι το πιο καλό δείγμα πως το ζήτημα παύει να έχει την αποσιώπηση του απαγορευμένου.

Μιλήστε μας για την πρωταγωνίστρια του ντοκιμαντέρ σας;
Η Δέσποινα-Μαρία γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 20ου αιώνα, στο Κιομουρτζί σοκάκι του Πέρα. Έμεινε ορφανή από μητέρα σε πολύ νεαρή ηλικία. Παντρεύτηκε τον Παναγιώτη από τα Ταταύλα. Εκείνος από έρωτα, εκείνη από ανάγκη να μη μείνει μόνη. Με τον καιρό αγαπήθηκαν, είπε. Δυναμική πολύ, οργάνωσε όλη τη ζωή και τη νέα της οικογένεια κάπως… μόνη της. Απέκτησε ένα παιδί, από επιλογή. Έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη το 1958. Έμειναν στη Νέα Σμύρνη όπου άνοιξε ένα μικρό μαγαζί. Το έκλεισε και μετακόμισαν στα Εξάρχεια, όπου έμειναν μέχρι τέλους. Εργάστηκε σε διάφορα πόστα, ραφές/μεταποιήσεις ενδυμάτων, πωλήτρια οικιακών σκευών κ.ά. Ταξίδεψαν πολύ. Έμεινε χήρα το 1996. Συνέχισε να ταξιδεύει. Πήγε πολλές φορές στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν ενεργό μέλος του Συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών. Η αρνητική στάση της απέναντι στους Τούρκους δεν άλλαξε μέχρι τέλους. Έλεγε: Τούρκος και φίλος δε γίνεται. Έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο του 2012.

Κατά πόσο η επιλογή των δραματοποιημένων σκηνών επηρεάζουν τα πραγματικά ντοκουμέντα της ταινίας σας; Συμβάλλουν στην καταγραφή της μνήμης και προσδίδουν μια περισσότερη κινηματογραφικότητα στο ντοκιμαντέρ;
Το ντοκιμαντέρ αποκτά μία κινηματογραφικότητα, όπως πολύ εύστοχα το θέσατε, κι έτσι κατ' εμέ γίνεται πιο προσιτό. Με τον τρόπο αυτό η όποια πραγματικότητα, αντανακλάται μέσα από τα μάτια των ηθοποιών και τις κινήσεις των χορευτών, παραμένοντας όμως μία πραγματικότητα που δεν υστερεί σε τίποτα από το cinema verite και αποτελεί και αυτό το είδος μία ερμηνεία και μία επέμβαση ως προς την πραγματικότητα.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Σπούδασα Φωτογραφία και Οπτικοακουστικές Τέχνες στο ΤΕΙ Αθήνας. Οπότε μην έχοντας σχέση με αμιγώς κινηματογραφικές σπουδές, συνειδητοποίησα τις ελλείψεις μου στη διάρκεια της δημιουργίας του «A Polis». Έτσι ξεκίνησα να παρακολουθώ μαθήματα ντοκιμαντέρ πρόσφατα. Παράλληλα, είμαι σε επικοινωνία με φορείς ώστε να μπορέσω να ξεκινήσω την έρευνά μου για το επόμενο.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην ετήσια έκδοση της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 2015.