22 Αυγ 2007

"Ποιήματα" - Ναπολέων Λαπαθιώτης (2001)





Λυπήσου με, Θέ μου, στο δρόμο που πήρα,
Χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πώς,
- χωρίς να’ χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δένει, και ποιος ο σκοπός!
Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
Προτού η νύχτα πάλι βαριά ν’ απλωθεί
Ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
Ζητώντας εκείνο που δεν θα βρεθεί!

Λυπήσου όλα εκείνα που πάνε του κάκου,
Γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
Και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
Χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι’ αυτό!

Λυπήσου και κείνα, λυπήσου και μένα,
- και μένα που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μια λύση, σε πράγματα ξένα,
που δεν έχουν, Θέ μου, καμιά λογική…

Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
Λιγάκι να φέξει μες στα σκοτεινά,
Κι αμέσως η μοίρα μου να ξαναπαίρνει,
Κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά…

Λυπήσου με, Θέ μου, στην απόγνωσή μου,
Λυπήσου την φλόγα που ματαία σκορπώ
- λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο και δίχως σκοπό…

(Εκ Βαθέων)

Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
Κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
Κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
Το γλυκό σου μάτι,

Και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
Στο κορμί μου γύρω γύρω,
Κι έπινα μέσα απ’ τα χείλια σου,
Γλυκιάν άχνα σαν το μύρο,

Και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
Γλυκά λόγια σαν τα μύρα,
Και ήταν άσπρό το κρεβάτι μας
Κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

Έτσι αγάπη μου σε χόρτασα
Κι έτσι αγάπη μου σε ήπια
Μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα
Στ’ άνομα καρδιοχτύπια

Κι απ΄ το μέλι ποθοπλάνταζε
Το κορμί σου και το μάτι
Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
Κι ήταν άσπρο το κρεβάτι

(Κι Έπινα Μέσα Από Τα Χείλη Σου)

Τις βαριές τις ώρες που είμαι μόνος
Και δεν είναι γύρω μου κανείς
Που δεν είμαι παρά μόνο πόνος,
- περιμένω, Μάνα, να φανείς

Κι όμως ήξερε όλες σου τις πράξεις
Πριν, Σα ρόδο, σπάσεις και σαπείς
Σχεδόν ξέρω πως θα με κοιτάξεις
Και τα λόγια ακόμα, που θα πεις…

Ξέρω ακόμα, πως θα με χαϊδέψεις
Μ’ ένα τρόπο τόσο τρυφερό,
Που θα σβήσεις όλες μου τις σκέψεις
Που με βαραίνουν, τόσο καιρό…

Κι άμα νιώσεις όλο μου τον πόνο,
Τι μεγάλος είναι και βαθύς
Φτάνει τη ματιά μου να δεις μόνο,
- δεν θα φύγεις… θα με λυπηθείς!

(Προσμονή)

*Στα 2001 οι Εκδόσεις Ζήτρος -εκ Θεσσαλονίκης- επιμελούνται μια από τις πληρέστερες εκδόσεις για τον μεγάλο λυρικό ποιητή της γενιάς του '20 Ναπολεόντα Λαπαθιώτη. Αυτής της ιδιάζουσας ποιητικής προσωπικότητας των Αθηνών των αρχών του 20ου αιώνα. 300 σελίδες που περιλαμβάνουν τα άπαντα ποιήματά του, χωρισμένα στις τρεις περιόδους της ποιητικής πορείας : 1905-19, 1920-39, 1939-43, όταν και αυτοκτόνησε. Περιλαμβάνει επίσης ένα 25σέλιδο πρόλογο για τη ζώη, το έργο και την αποτίμησή του καθώς και πολλά άλλα βιογραφικά στοιχεία από την Μαρίνα Λυπουρλή. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Λαπαθιώτης εν ζωή εξέδωσε μόλις ένα βιβλίο και αυτό στα 1939 από τις Εκδόσεις Πυρσός με το τίτλο "Ποιήματα". Πρόκειται για μια εκλογή 50 ποιημάτων του. Όλα τα υπόλοιπα δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Βιογραφικό Ναπαλέοντα Λαπαθιώτη
(από τη ιστοσελίδα http://www.sarantakos.com/)

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 1888 στην Αθήνα. 'Ηταν μοναχοπαίδι. Ο πατέρας του ήταν έντονα πολιτικοποιημένος και συμμετείχε ενεργά στις αντιτρικουπικές διαδηλώσεις της εποχής. Το 1896 η οικογένεια μετακομίζει στο Ναύπλιο (εξ' αιτίας της μεταθέσεως του πατέρα του ποιητή, ο οποίος ήταν αξιωματικός του πυροβολικού).Ο Ναπολέων διδασκόταν τα μαθήματα του δημοτικού στο σπίτι. Το 1897 κηρύσσεται ο ελληνοτουρκικός πόλεμος και ο πατέρας του φεύγει για το μέτωπο στην Ήπειρο. Ο Ναπολέων με την μητέρα του γυρνούν ξανά στην Αθήνα. Την εποχή αυτή ξεκινάει και τη συνεργασία του με το περιοδικό "Διάπλασις Των Παίδων". Το 1899 γράφεται στο "Εθνικό Λύκειο", όπου γνωρίζει τον Σπύρο Τρικούπη και συνδέεται φιλικά μαζί του για πολλά χρόνια Έχει αρχίσει ήδη να γράφει ποιήματα (κυρίως σε 15σύλλαβους) και εκδίδει και μία μικρή συνδρομητική εφημερίδα. Παράλληλα ξεκινά κι ένα μυθιστόρημα, που όμως έμεινε ανολοκλήρωτο ("Οι Περιπέτειες του Κονστάν Λαβρέτ"). Το 1901 τυπώνεται το θεατρικό του "Νέρων ο Τύρρανος" και αλλάζει σχολείο. Στο πιάνο έχει δασκάλα την Αθηνά Σερεμέτη στο σπίτι της οποίας γνωρίζει πολλούς διανοούμενους της εποχής. Το 1903 ο πατέρας του εκλέγεται βουλευτής Τυρνάβου. Το 1905 γράφεται στο Πανεπιστήμιο, στη Νομική Σχολή ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται και λογοτεχνικά μέσα από το περιοδικό "Νουμάς". Το 1907 μαζί με άλλους εκδίδει το περιοδικό "Ηγησώ",στις στήλες του οποίου δημοσιεύονται πολλά ποιήματά του. Το 1908 γνωρίζεται με τον Κ. Χρηστομάνο και τον 'Αγγελο Σικελιανό ενώ συνεχίζει να γράφει ποιήματα μονόπρακτα και πεζά. Δημοσιεύει ποιήματά του στο περιοδικό "Ελλάδα". Το 1909 τελειώνει το Πανεπιστήμιο και κατατάσσεται στο στρατό ενώ την ίδια χρονιά ο πατέρας του ορκίζεται υπουργός των Στρατιωτικών. Το 1911 ο πατέρας του φυλακίζεται από την κυβέρνηση Βενιζέλου. Το 1912 ξεσπούν οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Παρουσιάζεται και πάλι στρατιώτης. Το 1914 δημοσιεύει στο "Νουμά" το περίφημο ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ, το οποίο προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Το 1916 ο πατέρας του προσχωρεί στο κίνημα του Βενιζέλου. Τον μεγάλο πολιτικό γνωρίζει ο ποιητής την ίδια χρονιά. Δημοσιεύει το ποίημά του "Κραυγή" στον "Ριζοσπάστη". Ακολουθεί τον πατέρα του στην Αίγυπτο ως διερμηνέας με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίζει εκεί τον Καβάφη. Επιστρέφει στη Αθήνα όπου διατηρεί για τρία χρόνια τη θέση του διερμηνέα στην Επιτελική Υπηρεσία. Από αυτήν την εποχή ο τρόπος ζωής του αλλάζει. Κυκλοφορεί όλο και περισσότερο τη νύχτα ενώ τη μέρα κλείνεται στο σπίτι του (ήδη μένει σε ιδιόκτητο σπίτι στα Εξάρχεια). Το 1924 ασχολείται ιδιαιτέρως με την ποίηση και την προσωπικότητα του Κ. Π. Καβάφη. Τον ίδιο χρόνο ξεκινά και τη συνεργασία του με το περιοδικό "Μπουκέτο". Το 1925 εκδίδει την εφημερίδα "Καλλιτεχνική και Φιλολογική Ζωή", η οποία όμως σταμάτησε στο τρίτο τεύχος. Το 1927 ασπάζεται την κομμουνιστική ιδεολογία και αρχίζει να το δημοσιοποιεί. Με κείμενο του την Πρώτη Μαΐου του 1927 προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ζητάει τη διαγραφή του από το θρησκευτικό ποίμνιο. Το 1930 αρχίζει τη συνεργασία του με τη "Νέα Εστία". Εξακολουθεί τις ιδιόρρυθμες νυχτερινές του εξόδους. Ένα χρόνο αργότερα επισκέπτεται τον Καβάφη που είναι άρρωστος. Το 1937 πεθαίνει η μητέρα του. Βυθίζεται στη θλίψη. Το 1939 τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή, ενώ αρχίζει να έχει έντονα οικονομικά προβλήματα. Το 1940, ο πόλεμος τον βρίσκει οικονομικά και ψυχικά εξαθλιωμένο. Είναι βυθισμένος στη φτώχεια και εξουθενωμένος από τη μακροχρόνια χρήση ναρκωτικών. Για να επιβιώσει αρχίζει να πουλά την πλούσια βιβλιοθήκη του και προσωπικά του αντικείμενα. Το 1943 ετοιμάζεται να εκδώσει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή και ενώ είχαν γίνει οι ετοιμασίες και είχε υπογραφεί το συμβόλαιο, την τελευταία στιγμή, η έκδοση ματαιώθηκε για άγνωστους λόγους. ΄Εχει αρχίσει να ανακοινώνει στους φίλους του την πρόθεσή του να αυτοκτονήσει. Αποκτά σύνδεσμο με τον αντάρτικο στρατό του Ε.ΛΑ.Σ. και καλεί μία ομάδα ελασσιτών στο σπίτι του, όπου τους παραδίδει τα όπλα του πατέρα του. Στις 7 Γενάρη του 1944 δίνει τέλος στη ζωή του με περίστροφο. Σύμφωνα με δική του επιθυμία, έμεινε άταφος περίπου τρεις ημέρες, για το φόβο της νεκροφάνειας. Τα έξοδα της κηδείας καλύφθηκαν από έρανο μεταξύ των φίλων του λογοτεχνών…

Ακολουθεί απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό κείμενο του Ν. Λαπαθιώτη: "Η Ζωή μου"

"…Μια φορά κι έναν καιρό ή καλύτερα τη νύχτα προς τα ξημερώματα της 31ης Οκτωβρίου του 1888, στην Αθήνα, σ' ένα σπίτι της πλατείας των Αγίων Θεοδώρων, είδε το φως ένα κατάξανθο παιδάκι. Η γέννα ήταν δύσκολη και τη μητέρα -μιαν από τις ομορφότερες γυναίκες του καιρού της- οι γιατροί την είχαν απελπίσει. Κι οι γιατροί που την είχαν απελπίσει ήταν οι πιο ονομαστοί της εποχής εκείνης… Να, όμως, που την πιο κρίσιμη βραδιά, μια γυναίκα ηλικιωμένη και γειτόνισσα, που έκανε χρέη νοσοκόμας, εκεί που αγρυπνούσε στο χαγιάτι, έξω από την κάμαρη της άρρωστης, καθώς την είχε πάρει ο ύπνος πάνω στην καρέκλα, είδε ν' ανεβαίνουν ξαφνικά τη σκάλα δυο ψηλοί άντρες, παράξενα ντυμένοι, με φορεσιές χρωματιστές, που έπεφταν ως τα πόδια, και που βαστούσαν, ο καθένας τους στο χέρι, κι από μια μικρούλα κασετίνα. Κι όπως εκείνη πετάχτηκε απ' τη θέση της και με δάκρυα στα μάτια τους φώναξε: -Που πάτε; Μέσα έχουμε την άρρωστη μητερούλα, την καημένη και θα μας πεθάνει… Εκείνοι χαμογέλασαν και κάνοντας της μιαν εκφραστική, καθησυχαστική χειρονομία, της είπαν με πολύ γλυκιά φωνή: -Γι' αυτήν κι εμείς ερχόμαστε! Ήρθαμε να την κάνουμε καλά! Έννοια σου κυρά μου και θα ζήσει! Κι η γυναίκα ξύπνησε και χάθηκαν… Κι αληθινά απ' την άλλη μέρα το πρωί, ο πυρετός άρχισε να πέφτει κι η άρρωστη να γίνεται καλύτερα. Και διαδόθηκε στη γειτονιά αμέσως το θαύμα των Αγίων Θεοδώρων…" * N.I.Π.