18 Νοε 2007

"Ομήρου Ιλιάδα Α'" - Γιώργος Μπλάνας

Το Α', Β' και Γ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2007/11/blog-post_11.html

Κάνε, μητέρα, ό,τι μπορείς, προστάτευσέ με. Πήγαινε στον Όλυμπο και μίλησε στον Δία. Θα σε ακούσει αν κάποτε η καρδιά του χόρτασε λόγια κι έργα σου.
Στο σπίτι όλο καμάρωνες και μου έλεγες πως ήσουν η μόνη αθάνατη εσύ που υπερασπίστηκες του Κρόνου το σκοτεινό παιδί,
όταν οι άλλοι Ολύμπιοι —η Ήρα, ο Ποσειδώνας, ακόμη κι η Αθηνά— ήθελαν να τον δέσουν.

Θυμάσαι τι έλεγες; Εσύ τον έσωσες, θεά! Έφερες πάνω εκεί τον Εκατόγχειρα, αυτόν που λεν Βριάρεω οι θεοί κι Αιγαίωνα οι γενναίοι, τον μόνο που δεν άγγιξε νόμος, βία, πατέρας.
Πήγε, θυμάσαι, στάθηκε πλάι στον Κρονίδη άναρχος, αυτάρκης, κραταιός και κι έσπειρε τρόμο στους μακάριους θεούς, ξέχασαν αμέσως τα δεσμά και τον δεσμώτη.

Έλα, λοιπόν, ξέρεις εσύ. Πήγαινε κάτσε δίπλα του, μίλα του, θύμησέ του, μήπως και σπλαχνιστεί τους Τρώες, μήπως τους βάλει να θάψουνε τους Αχαιούς κάτω από τα καράβια τους,
μήπως και δουν οι αφελείς ποιον χάρο έχουν βασιλιά, μήπως και δει ο Ατρείδης, ο φοβερός και τρομερός, την τύφλα του: ποιον αγνοεί!»

Έκλαιγε η Θέτις: «Πάψε πια! Γι’ αυτό σε γέννησα; Γι’ αυτό σ’ ανάστησα η πικρή;
Λίγη ζωή σου έδωσα, δεν ήταν να περάσει δίχως καημούς και βάσανα στον πλοίων σου τον ίσκιο;
Τι έκανα, εφήμερο και άτυχο παιδί μου; Την δυστυχία σου έτρεφα, όταν κοιλοπονούσα στο σπίτι μας; Θα πάω στον Δία, θ’ ανεβώ στα χιόνια του Ολύμπου. Θα του μιλήσω. Ίσως μ’ ακούσει ο κεραυνός.

Όμως εσύ ησύχασε, φώλιασε στα καράβια και μείνε εκεί σαν έτοιμος. Μην πολεμάς τους Αχαιούς· μην πολεμάς κανέναν.
Εχθές ο Δίας έφυγε για τον Ωκεανό, σήμερα απολαμβάνει ευλάβεια στους Αιθίοπες κι έχει πάρει μαζί του τους θεούς.
Σε δώδεκα ημέρες θα επιστρέψει και θα με βρει γονατιστή στο χάλκινο κατώφλι του. Θα του μιλήσω —ακούς;— και θα μ’ ακούσει».
Σώπασε, χάθηκε, κι έμεινε αυτός με τον καημό της γυναικός: τόση ομορφιά με τόση βία κλεμμένη!

Ο Οδυσσέας στο μεταξύ κατέφθανε στην Χρύση φορτωμένος την ιερή εκατόμβη.
Μπήκαν με ασφάλεια στο λιμάνι, κατέβασαν πανιά, τα βόλεψαν απάνω στο κατάστρωμα, χαλάρωσαν τα ξάρτια, έβγαλαν το κατάρτι κι έπιασαν τα κουπιά. Άραξαν, φουντάρησαν τις πέτρες κι έδεσαν στα γερά.
Ύστερα βγήκαν στην στεριά. Ξεφόρτωσαν τις προσφορές για τον τοξότη, πάτησε κι η Χρυσηίδα γη μετά από τόση αρμήρα.
Την πήρε ο Οδυσσέας ευγενικά, την έφερε στο ιερό και την έδωσε στα χέρια τού πατέρα.
«Χρύση», του είπε, «με διέταξε ανδρών ηγέτης, ο Αγαμέμνων, να σου φέρω το παιδί σου κι εκατόμβη ιερή στον φαεινό, θυσία εξιλαστήρια υπέρ των Δαναών, που χτύπησε αλύπητα ο άρχων».

Έτσι είπε και αγκάλιασε ο πατέρας το κορίτσι και χάρηκε και βάλθηκαν αυτόχρημα εκείνοι να πραγματοποιήσουν την ιερή θυσία στον όμορφο βωμό.
Έπλυναν τα χέρια τους, τα γέμισαν κριθάρι να ευλογήσουν, ενώ ο Χρύσης προσευχόταν:
«Εισάκουσέ με αργυρέ τοξότη, οχυρωτή της Χρύσης και της Κίλλας, της ιερής Τενέδου βασιλιά.

Όπως πραγματοποίησες τότε τη δέησή μου και χτύπησες σκληρά τους Αχαιούς, κάνε μου τώρα ετούτη εδώ την χάρη κι άφησέ τους να ζήσουν. Σε παρακαλώ».
Σώπασε και η προσευχή φτερούγισε στου Απόλλωνα τα στήθη. Ευχήθηκαν και σκόρπισαν κριθάρι στον βωμό. Έπιασαν πρώτα
τα ζώα και τα ’σφαξαν και τα ’γδαραν, έκοψαν τα μεριά, τα τύλιξαν με τις ξυγγιές, άπλωσαν πάνω τα ψαχνά,
άναψε ο γέροντας φωτιά κι άρχισε να τα ψήνει, ραντίζοντας το κόκκινο κρασί, καθώς οι νέοι περίμεναν γύρω του με τις σούβλες.

Κάποτε κάηκαν τα μεριά, έφαγαν τις συκωταριές, λιάνισαν τα ψαχνά, τα σούβλισαν και τα ’ψησαν κι αυτά προσεκτικά. Ετοίμασαν τραπέζι κι άρχισαν να χορταίνουν καθένας την αξία του.

Έφαγαν κι ήπιαν, βέβαια, όσο τραβούσε η καρδιά του καθενός. Τότε τ’ αγόρια γέμισαν κρατήρες με ποτό και μοίρασαν ποτήρια
για τις σπονδές. Κι όσο έφεγγε, οι γιοι των Αχαιών πάλευαν με τραγούδια να εξιλεωθούν.

Κι όσο άναβε το γλέντι κι αγρίευαν οι χοροί, γλύκαινε ο ανήμερος θεός, ώσπου έτρεξε στην αγγαλιά της νύχτας ο ήλιος κι έπεσαν κατάπρυμνα στον ύπνο εκείνοι.
Ρόδισ’ η αυγή, καλή κυρά του πρωινού. Σηκώθηκαν, τα μάζεψαν και πήραν τον δρόμο της επιστροφής.
Μπροστά τους θάλασσα πλατιά και πίσω τους ο ανήμερος Απόλλωνας με πρύμο αέρα να τους τρέχει. Έστησαν το κατάρτι
κι άφησαν τα λευκά πανιά να φτερουγίσουν πάνω απ’ το κατασκότεινο κύμα που ζήταγε να φάει του καραβιού τα ξύλα.
Το νίκησαν, το θέρισαν και πιάσανε στεριά. Δέσανε και σκορπίσανε καθένας στην σκηνή του.

Στο μεταξύ, το θεϊκό αγόρι του Πηλέα, ο Αχιλλέας ο άνεμος, μαινότανε κλεισμένος στα γρήγορα καράβια. Απείχε απ’ την παράταξη των λόγων.
Έμενε εκεί παλεύοντας με τον θυμό του· ας ήθελε να δώσει μια και να βρεθεί στην έφοδο των έργων.
Έτσι ξημέρωσε κι η μέρα η δωδεκάτη. Μάζεψε ο Δίας τους αθάνατους και πήραν τον δρόμο για τον Ολυμπο.

*H μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδας Α'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή-μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Οι μεταφράσεις του "Ομήρου Ιλιάδα Ι'" και "Ομήρου Ιλιάδα Κ'" έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης στα 2001.