26 Νοε 2007

"Oμήρου Ιλιάδα Α'" - Γιώργος Μπλάνας


Το Α', Β', Γ' και Δ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2007/11/blog-post_18.html

Στο μεταξύ η Θέτις δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να σκέφτεται τον γιο της. Άρπαξε κύμα αδάμαστο και κάλπασε στην πέτρινη μεθόριο των θεών.


Βρήκε μονάχο του τον γιο του Κρόνου να εποπτεύει απ’ την ψηλότερη κορφή τη γη σαν τον αητό.

Γονάτισε μπροστά του, του έπιασε το γόνατο, του χάιδεψε τα γένια η μάνα, τον ικέτευσε:
«Δία πατέρα. Αν κάποτε η καρδιά σου χόρτασε λόγια κι έργα μου, άκου με, σώσε την τιμή τού εφήμερου παιδιού μου.

Ανδρών ηγέτης του στερεί προνόμιο ανδρικό, τον ταπεινώνει ο Αγαμέμνων. Κάνε κάτι. Εσύ ’σαι, Ολύμπιε, λογικός.
Στάσου στων Τρώων το πλευρό, ώσπου να μάθουν οι Αχαιοί να στέκονται στον γιο μου όπως πρέπει».

Συννεφιασμένος σώπαινε αυτός ώρα πολλή. Έσφιξε εκείνη την παλάμη στο γόνατό του να την νοιώσει και συνέχισε:

«Τι σκέφτεσαι λοιπόν; Πες την αλήθεια. Εσύ δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς. Απλά, θέλω να ξέρω αν συμφωνείς ή πρέπει
να θεωρώ τον εαυτό μου μια θεά τής συμφοράς». Αναστέναξε ο Δίας της συννεφιάς:
«Δύσκολα, δύσκολα τα πράγματα! Κακός πάλι θα γίνω με την Ήρα, πάλι θ’ άρχισει να με ψέλνει, να γκρινιάζει να με βρίζει. Τέλος πάντων!
Έτσι κι αλλιώς με θεωρεί των Τρώων υποστηρικτή. Φύγε τώρα μην σε νοιώσει. Και μείνε ήσυχη, θα γίνουν όλα όπως θες. Τέρμα οι κουβέντες. Θα σου γνέψω. Κι όταν γνέφω —το γνωρίζεις— δεν σηκώνω αντιρρήσεις ούτε από τους αθανάτους».

Σώπασε κι έσμιξε τα φρύδια κι έγνεψε Ναι ο Κρονίδης κι έγνεψε Ναι κι η τελευταία τρίχα στην θεία κεφαλή, κι ανατρίχιασαν οι ρίζες του Ολύμπου.
Συμφώνησαν και χώρισαν και βρέθηκαν εκείνη κατάβυθα των σκοταδιών κι ο Δίας στα φωτεινά του θρόνου του. Σηκώθηκαν αμέσως οι θεοί,
όταν τον είδαν. Έσπευσε κι ο τελευταίος να σταθεί μπροστά του. Κάθισε αυτός στον μέγα θρόνο. Όμως η Ήρα
γνώριζε πως είχε συναντήσει το φλογερό κορίτσι τού γέροντα βυθού και τον κοιτούσε ειρωνικά.


«Ύπουλε», ξέσπασε, «ποιος ξέρει πάλι τι σκαρώνεις και με ποιον θεό συνομωτείς πίσω απ’ την πλάτη μου, όπως πάντα. Σου αρέσει να μου κρύβεσαι. Μοιράστηκες ποτέ μια σκέψη σου μαζί μου;»

«Ήρα μην θες να ξέρεις πάντα τι σκέφτομαι», της γύρισε ο πατέρας θνητών και αθανάτων.
«Είσαι γυναίκα μου, ασφαλώς, και δύσκολο να σου κρυφτώ, όμως να είσαι βέβαιη πως αν υπάρχει κάτι που ακούγεται, κανείς —θεός ή άνθρωπος — δεν το ακούει πριν από σένα.
Σύνελθε, λοιπόν, και μην ρωτάς, μην ψάχνεις τι σκέφτεται ο υπεύθυνος θεός».

Κάρφωσε πάνω του τ’ ωραίο της βλέμμα η αρχόντισσα και του είπε: «Ξέρεις τι λες, Κρονίδη φοβερέ και τρομερέ;
Πότε έψαξα και ρώτησα και θέλησα να μάθω τι σκέφτεσαι; Σ’ ενόχλησα ποτέ;
Τώρα όμως τρέμω και τρελαίνομαι στην σκέψη πως μπορεί να σ’ έπεισε το φλογερό κορίτσι τού γέροντα βυθού,
η Θέτις, λέω, που σου ’πιανε το γόνατο πρωί πρωί, να πάρεις το μέρος του Αχιλλέα και να θάψεις τους Αχαιούς στην άμμο».

«Δαιμόνισσα, δεν γίνεσαι με τίποτε καλά», ξέσπασε ο Δίας, «όμως να ξέρεις πως ματαιοπονείς. Στο τέλος θα σε σιχαθώ.

Κι αν είναι όλα όπως τα λες, έτσι μου κάνει κέφι. Πάψε, λοιπόν, και άκου με. Μαζέψου, μην σ’ αρπάξω στα χέρια μου κι ούτ’ Όλυμπος ούτε θεοί σε σώζουν».
Χαμήλωσε η αρχόντισσα τα μάτια τα ωραία. Μαζεύτηκε και κάθισε αμίλητη. Αναστέναξαν οι ουράνιοι παρώντες.
Άρχισε τότε ο Ήφαιστος για την λευκή αγκαλία τής μάνας του τα λόγια να χαλκεύει: «Δύσκολα, δύσκολα πολύ τα πράγματα, αν τσακώνεστε για τους θνητούς, ταράζοντας την ησυχία των θεών· ούτε να φάει κανείς πια δεν μπορεί εδώ πάνω μ’ αυτή τη φασαρία.
Μου φαίνεται, λοιπόν, πως η μητέρα —και το γνωρίζει άλλωστε— πρέπει να πάψει να επιτίθεται στον Δία και ν’ αγριεύει εκείνος και να κάνει το τραπέζι άνω κάτω.
Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε ξεσπάζει η μπόρα του και μας τινάζει στον αέρα ο κεραυνός.

Μίλα του, καλόπιασέ τον και θα μας λυπηθεί ο υπέρτατος Ολύμπιος», είπε κι αρπάζοντας αμέσως ένα αμφικύπελλο το έβαλε στης μάνας του το χέρι.
«Κάνε κουράγιο, μάνα, δώσε τόπο στην οργή. Χίλιες φορές καλύτερα να είσαι λυπημένη παρά δαρμένη λέω εγώ.
Δεν θα το αντέξω να σε δω στα χέρια του και δεν μπορώ, ξέρεις, να σε γλυτώσω.
Μανούλα, είναι άγριος! Δες, τις προάλλες, πήγα να σε υπερασπιστώ... Δεν μ’ άρπαξε, λοιπόν, από το πόδι; Δεν με πέταξε ίσια κάτω;
Μια μέρα ολόκληρη έπεφτα και μόνο όταν σουρούπωσε κατάφερα να σκάσω κακήν κακώς στη Λήμνο. Καλά που ήτανε κι αυτοί οι Σίντιες και με μάζεψαν...»

Χαμογέλασε η θεά κι έκλεισε το ποτήρι μες στο λευκό της χέρι. Έπιασε εκείνος να κερνάει τους θεούς νέκταρ γλυκό, αρχίζοντας από δεξιά, κουτσαίνοντας, ασθμαίνοντας, τσαλαβουτώντας στον κρατήρα.
Τραντάχτηκε η αίθουσα του θρόνου από τα γέλια των μακαρίων κι ώσπου να γείρει ο ήλιος έτρωγαν κι έπιναν χωρίς να στερηθούν ούτε ό,τι άξιζε καθένας, ούτε τη φόρμιγγα εκείνη την περίτεχνη του Απόλλωνα, ούτε και των Μουσών τις όμορφες φωνές.


Μάζεψε ο ήλιος τις λαμπράδες του και σκόρπισαν καθένας στο δικό του το παλάτι:
όλα φτιαγμένα με του Ηφαίστου τα χέρια τα γερά κι όλα βγαλμένα απ’ του Ηφαίστου το πρακτικό μυαλό.
Πήγε αστραπή ν’ αναπαυθεί ο Δίας στο κρεβάτι, που ονειρευότανε συχνά. Άφησε τα χρυσάφια του θρόνου της η Ήρα και ξάπλωσε αγγαλιά του.


*H μετάφραση "Ομήρου Ιλιάδα Α'" είναι μια ευγενική προσφορά του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Οι μεταφράσεις "Ομήρου Ιλιάδα Ι'" και Ομήρου Ιλιάδα Κ'" κυκλόφορησαν από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης το 2001.