2 Φεβ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Το Α', Β', Γ' και Δ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/01/blog-post_26.html

Πλατεία Εξαρχείων

Πανικός, που εκδηλώθηκε με αιφνίδιες και αποπροσανατολισμένες πτήσεις, καθώς και με ελαφρύ μάδημα των φτερών, κατέλαβε τα λιγοστά πουλιά της πλατείας και ελεγχόμενη ανησυχία ή έστω ενόχληση τα λιγοστά της μέρας κατοικίδια και τους περισσότερους ανθρώπους που έπιναν τον πρώτο καφέ της ημέρας στα Εξάρχεια, από το αναπάντεχο και εκκωφαντικό πέρασμα πέντε μαχητικών αεροσκαφών ψηλά στον ουρανό της πόλης. Ανησυχία και ενόχληση που ανάγκασε ακόμη κι εμένα, με την παροιμιώδη μου ψυχραιμία και αταραξία, να διακόψω προσώρας την ανάγνωση των Γραφών της Μαντώς Αραβαντινού και να αφήσω το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στον ουρανό αρχικά και στον περιβάλλοντα χώρο στη συνέχεια, γυρεύοντας κάτι, οτιδήποτε (όπως και ένας μαύρος κότσυφας σ’ εκείνο το παλιό μου ποίημα, που ‘ναι καιρός μου φαίνεται να το πετάξω πια).

Τρίζουν καθίσματα πίσω από μένα. Κάποιος μετακινείται. Αποσπώμαι για λίγο, παρακολουθώ ίσια μπροστά μου. Οι τριγμοί των καθισμάτων αυξάνουν. Κάποιος ανάβει λαθραία τσιγάρο. Μπροστά μου κάθονται δυο νέα αγόρια. Μετακινούνται, διάβαζα στο βιβλίο μου προτού σηκώσω το βλέμμα για να εποπτεύσω τον χώρο γύρω μου. Βλέπω ένα πεύκο, τέσσερα ζευγάρια να πίνουνε καφέδες σε διαφορετικά τραπέζια, βλέπω έναν άνθρωπο να ψάχνει προσεκτικά στα σκουπίδια, ένα περίπτερο και άφθονα αποτσίγαρα. Εν τω μεταξύ οι πτήσεις των αεροσκαφών συνεχίζονται με την προσθήκη ελικοπτέρων. Βλέπω ένα σκυλί, σα σκεφτικό, σα μαδημένο, να τριγυρίζει μες στα πόδια μου, βλέπω αυτοκίνητα και μηχανές, κράνη και πράσινες φούστες να περνούν κι όταν κλείνω τα μάτια μου σφιχτά βλέπω μικρά φωτεινά στίγματα να ζωγραφίζονται στην οροφή του σκοτεινού μυαλού μου, όπως έκανε ο Μιχαήλ Άγγελος, ανάσκελα ξαπλωμένος για τέσσερα χρόνια, στο ταβάνι της Capella Sixtina.

Ανεγνώρισα την πόλι του Νότου, υπεισέρχεται αίφνης η Μαντώ Αραβαντινού από τα 1964. Ψιθυρίζω το όνομα των Νοτιοδυτικών συνοικιών στην διακεκομμένη πορεία παρόντος και μέλλοντος – στη μακρά σιωπή της ουσίας εντός μου. Ουδέποτε εγνώρισα άλλη αιθρία Μαΐου. Το βλέμμα μου συνεχίζει να πλανιέται στον χώρο, να εστιάζεται στις γραμμές του βιβλίου μου, με έναν από τους χάρτες της Χρύσας Ρωμανού στο εξώφυλλο, να βυθίζεται στα υψώματα της νόησης, δημιουργώντας έναν ενιαίο τόπο, όπου τίποτε δεν αποκλείεται και για να επιτείνει περισσότερο την αναταραχή εμφανίζεται αναπάντεχα και η μορφή σου, με κείνο τον τρόπο που έχεις πάντοτε να βρίσκεσαι στο κέντρο του εαυτού μου.

Τα δυο σου στήθη πλησιάζουν προς το μέρος μου, έτσι όπως έρχεσαι πάντοτε, και η μικρή τρυπίτσα του αφαλού σου στοιχειοθετεί αυτή τη στιγμή, καθώς βαδίζεις προς το μέρος μου, το μοναδικό μου επιχείρημα για τη συνέχιση του είδους. Δεν ξέρω να πω για πουλιά. Καταγράφω την ώρα του μεσημεριού και τον κάματο. Το φως το ακίνητο, το βάρος της αίσθησης. Μυστηριακές εφιδρώσεις μελών. Μνήμες του σώματος. Απλώνω το χέρι ν’ αγγίξω τη μέση σου και βάφομαι ολόκληρος με χρώματα, μπλε από την όραση και μαύρο του ονείρου. Συνηθισμένος πια στα θαύματα που συνοδεύουν πάντοτε τη σωματική σου παρουσία, χαμογελώ ανυποψίαστος, ενώ στην ακοή μου αντηχούν ακόμη τα αεροπλάνα της Πολεμικής μας Αεροπορίας και από τον αμφιβληστροειδή μου περνάνε ανθρώπινες μορφές που ανάβουνε τσιγάρα, δίσκοι με καφέδες, παγωμένα νερά και ούζα, γάτες και αγάλματα, έντονη κίνηση νεφών και πράσινων φυλλωμάτων.

Όταν, χωρίς προειδοποίηση (έτσι γίνονται πάντα αυτά), βρίσκομαι πεσμένος με το ένα μου πλευρό στο έδαφος και το πόδι σου, γυμνό και βαμμένο κόκκινο, σφηνώνεται με βία στον λαιμό μου και μου κόβει την ανάσα. Με τα χέρια μου δεμένα πίσω από την πλάτη, δεν ξέρω να πω πώς έφτασα σ’ αυτό τον προωθημένο σταθμό, ακούω μέσα στο μυαλό μου κι απορώ, μα δεν έχω και πολλές δυνατότητες να επεξεργαστώ την κατάσταση. Προσπαθώ στρίβοντας το κεφάλι μου να δαγκώσω τον αστράγαλο που με πνίγει για να ελευθερωθώ, μα δεν καταφέρνω τίποτε, μονάχα ακούγονται μέσα από το στόμα μου αρθρώσεις του ήχου αφανισμοί ή και σάστισμα πνιγμοί από σύμφωνα ή τότε αλεγρία των ήχων κροτάλισμα κύλισμα πέτρας δονήσεις γρρρλ γρρρλλ ρρλ ρλλ ρ λλλ.

Με λαρυγγισμούς, χωρίς αμφιβολία ακατανόητους για τα μη εξασκημένα στη μοντέρνα ποίηση αφτιά, συμφιλιώνομαι με το αναπότρεπτο και με τη γλώσσα πεταγμένη έξω από το στόμα μου γλείφω ένα μικρό λακκάκι που με προκαλεί πάνω από τη φτέρνα σου, ωσάν μια ύστατη επιθυμία μου να πραγματοποιείται τώρα, ενώ αισθάνομαι να χάνω τη ζωή μου, με την απορία να τριγυρίζει στο μυαλό μου και να με βασανίζει αυτή την κρίσιμη ώρα: τ’ αεροπλάνα με το βουητό τους φταίνε για τη ζαλάδα μου ή μήπως αυτά τα στίγματα που βλέπω με το νου μου; Έφτασα έτσι στη Θαλάσσια Εσχατιά, Εκεί που τόσες Γραφές χαθήκανε στις όχθες του Ινδού. Εξαντλημένος και κάθιδρος ζήτησα το λογαριασμό – ήταν εξάλλου φανερό: σε τούτη την πλατεία, με αυτό το βιβλίο στο χέρι μου δεν υπήρχε περίπτωση να την βγάλω για πολύ ακόμα καθαρή – διέσχισα την πλατεία κάθετα, ακούμπησα με τρόπο και με τρυφερότητα το ελαφρώς ταλαιπωρημένο αντίτυπο του βιβλίου μου πάνω σ’ ένα παγκάκι, για να το βρει επόμενος περιπατητής, και πήρα το δρόμο ικανοποιημένος που μια επιθυμία μου έγινε επιτέλους πραγματικότητα. Δεν παρέλειψα ωστόσο προηγουμένως να μετουσιώσω σε λίγους βιαστικούς στίχους την εμπειρία που με τον νου μου έζησα και να την καταγράψω στην τελευταία λευκή σελίδα του βιβλίου, με τον ταιριαστό τίτλο Ενός λεπτού οξυγόνο.

συνηθισμένος μια ζωή ολόκληρη
στην έλλειψη οξυγόνου
κι από μικρός
επιρρεπής στη δύσπνοια
και στον καπνό του τσιγάρου
υπολογίζω πως – με το στόμα
και τη μύτη μου φραγμένα ερμητικά
με πλαστική ταινία – θ’ αντισταθώ
στον πανικό
για ένα λεπτό ακόμα
ή και λίγο περισσότερο

όσο χρειάζεται για να ξανάρθουνε
στη μνήμη μου
σε fast-rewind
σκηνές του βίου μου
και γεγονότα αληθινά:

η θάλασσα
κι η γεύση του μεσημεριού επάνω στο
κορμί της, sapore di mare
sapore di sale
sapore di te, η Άννα
έντεκα χρονών επάνω στο γρασίδι
η νύχτα που τελικά δεν αυτοκτόνησα
στην άδεια προκυμαία
κι ο φάρος που αναβοσβήνει
και με παρηγορεί,
η Ιλιάδα, ο απογευματινός καφές
και το παγωμένο καρπούζι,
του χιονιού η αίσθηση μέσα στο στόμα
η ανατολή του ηλίου πάνω από τις κεραίες,
η μπύρα,
πολλή μπύρα εκείνο το απόγευμα
και σήματα λυγρά θυμοφθόρα πολλά
είκοσι χρονών επάνω στο γρασίδι

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]