3 Φεβ 2008

"Ομήρου Ιλιάδα Κ'" - Γιώργος Μπλάνας

Δολώνεια

Εκεί, πλάι στα καράβια τους, οι ένδοξοι Αχαιοί κατέρρεαν ένας-ένας τη βαθιά αιχμαλωσία του ύπνου.
Μόνον ο Ατρείδης ξέφευγε τα μάγια των ονείρων, άγρυπνος στο αδυσώπητο πεδίο των λογισμών του. Και κάθε που αναστέναζε, στα βάθη της καρδιάς του άστραφτε λες ο άρχοντας μιας Ήρας εκτυφλωτικής, έριχνε αλύπητο νερό, χαλάζι, χιόνι, και σκέπαζε τη μάνα γη κι άνοιγε του πολέμου τα τρομερά σαγόνια πεινασμένα. Στέναζε ο ηγέτης και γινόταν μέσα του χαλασμός. Κοιτούσε κατά τη μεριά των Τρώων· ένας στρατός ολόκληρος από φωτιές προάσπιζε το Ίλιο και πίσω άνθρωποι, φωνές, τραγούδια, μουσικές. Γύριζε αργά το βλέμμα στην κατάντια των Αχαιών και ξέσπαζε την πίκρα στα μαλλιά του. Εκλιπαρούσε ο άρχοντας έλεος απ’ τον Δια. Και στον αγώνα εκείνο της καρδιάς του επικρατούσε μια μόνο σκέψη, να βρεθεί δίπλα στον άντρα των αντρών, τον Νέστορα, ν’ απελπιστούν η να χαρούν τουλάχιστον μαζί την προστασία των Δαναών.
Πετάχτηκε όρθιος, φόρεσε κατάσαρκα χιτώνα και πέδιλα πανέμορφα στα τρυφερά του πόδια, στους ώμους λεοντή· άστραψε η τρίχα του θηρίου ποτάμι πύρινο την ώρα που άρπαξε το ακόντιο αποφασιστικά.
Στο μεταξύ ο Μενέλαος ξενυχτούσε, με μάτια ορθάνοιχτα απ’ τον τρόμο, τον τρόμο του χαμού αντρών που έσπρωξε ασφαλώς πρώτος εκείνος στην αλμυρή τρέλα της Τροίας - κι ας έπεσαν με τόση προθυμία. Έριξε στις φαρδιές του πλάτες πλουμιστή λεοπάρδαλη, στέφτηκε αγέρωχο χαλκό, άρπαξε το ακόντιο με χέρι στιβαρό και βγήκε να ξυπνήσει τον αδελφό του: βασιλιά για τους Αργείους και θεό για τον λαό.
Τον βρήκε να οπλίζεται μπροστά στην πρύμνη του καραβιού του· χάρηκε πασιφανώς ο Ατρείδης μα πριν προλάβει να το δείξει, τον πρόλαβε εκείνος σθεναρά:
«Οπλίζεσαι, αγαπητέ; Σκοπεύεις μήπως να εξωθήσεις κανέναν για κατάσκοπο στους Τρώες; Πολύ φοβάμαι πως δεν θα βρεις εθελοντή. Ποιος και πως να πλησιάσει τον εχθρό μέσα στη νύχτα των θεών; Θέλει ψυχή αγρίμι».
Κι ο ηγέτης Αγαμέμνων:
«Εγώ κι εσύ ο ένθεος, Μενέλαε, είναι ανάγκη κάτι τελέσφορο να σοφιστούμε, που θα σώσει τούς Αργείoυς και τα καράβια των Αργείων, αφού μας ξέχασε ο Δίας. Άρχισε φαίνεται να καλοβλέπει τα θύματα του Έκτορα. Γιατί τουλάχιστον εγώ, δεν είδα ούτε άκουσα ποτέ ένας άντρας να σπέρνει τόση φρίκη μοναχός του σε μια μέρα, όση ο ένθεος αυτός στους γιους των Αχαιών, χωρίς να είναι γιος θεών. Μας τσάκισε σου λέω.
Πόσον καιρό και τι θα πάσχουν οι Αργείοι, μη προσπαθήσεις να σκεφτείς. Σκέφτηκε εκείνος. Ναι· αλλ’ ανάλαβε να βρεις τον Αίαντα και τον Ιδομενέα. Γρήγορα, κόψε δρόμο απ’ τα καράβια· εγώ πηγαίνω στον ένθεο Νέστορα για να τον παροτρύνω να σηκωθεί και ν’ αναλάβει τη φρουρά. Αυτόν τον σέβονται οπωσδήποτε οι γενναίοι· ο γιος του κι ο ακόλουθος του Ιδομενέα, ο Μηριόνης είναι επικεφαλής. Τυχαία δεν τους βάλαμε εκεί».
Και πρόθυμα ο Μενέλαος:
«Τι με προστάζουνε τα λόγια σου και τι προστάζεις; Να πάω εκεί μαζί τους και να σε περιμένω η να τους δώσω οδηγίες και να ’ρθω πάλι να σε βρω;»
«Μείνε εκεί», του πρότεινε ο ηγέτης Αγαμέμνων. «Υπάρχει φόβος να χαθούμε στα στενά του στρατοπέδου, πήγαιν’ έλα. Τρέξε τώρα, φώναξε, σήκωσε αγρύπνια ανάμεσα στους άντρες, χρέωσέ τους την επιφυλακή με την τιμή των πατρικών τους ονομάτων· και προπάντων μη γίνεσαι ακατάδεκτος. Θέλει δουλειά σκληρή η κατάντια που μας έριξε κατάμουτρα ο Δίας για ζωή».
Έτσι είπε κι έδιωξε τον αδελφό του. Ύστερα ξεκίνησε να βρει τον Νέστορα το στρατηγό.
Πλάι σε καράβι σκοτεινό, μες στη σκηνή του, σε στρώμα μαλακό τον είδε να κοιμάται. Παραστάτες, όπλα πολύτιμα, η ασπίδα, δυο ακόντια, κράνος τρίλοφο και δίπλα η ζώνη εκείνη που άστραφτε στη μέση του, όταν πάνοπλος ξεχνούσε τα κουρασμένα γηρατειά του και δινόταν στη λατρεία του ακατάσχετου πολέμου, πρώτος-πρώτος.
Σήκωσε το κεφάλι του, στήριξε στους αγκώνες τη νύστα του και είπε στον Ατρείδη με απορία:
«Ποιος είσαι εσύ που τριγυρνάς μονάχος μες στη νύχτα των καραβιών και των αντρών; Κοιμούνται απ’ ώρα οι θνητοί. Μουλάρι η σύντροφο έχασες; Μίλα. Μην πλησιάζεις. Τι θέλεις από μένα;»
Κι ο ηγέτης Αγαμέμνονας του απάντησε:
«Τιμή και δόξα των Αχαιών, Νέστορα Νηληιάδη, έχεις μπροστά σου τον Ατρείδη Αγαμέμνονα, τον πρώτο στα μαρτύρια του Δια. Όσο χτυπά στα στήθη μου η καρδιά κι όσο κρατούν στα πόδια μου τα γόνατά μου, θ’ αγκομαχώ από αγρύπνια σε αγρύπνια τις τύχες του πολέμου και των Αχαιών τις ατυχίες. Φοβάμαι για τους Δαναούς, δεν έχω σπλάγχνα πια· τόπο δεν έχω να σταθώ, ούτε η καρδιά μου στήθη. Τρέμει κι αυτή, όπως τρέμουνε τα γόνατά μου. Μα ούτε κι εσύ κοιμάσαι, βλέπω· αν θέλεις δράση, σήκω και πάμε τώρα στη φρουρά να δούμε μήπως τους λύγισε η κούραση κι η νύστα και μας παράτησαν στη φύλαξη του ύπνου. Υπάρχει φόβος να πλησιάσουν οι εχθροί, απ’ τη στιγμή που δεν γνωρίζουμε αν σκοπεύουν να πολεμήσουν νύχτα».
Κι ο αρματηλάτης Νέστορας του απάντησε:
«Ατρείδη, πασίγνωστε αρχιστράτηγε Αγαμέμνων, να είσαι βέβαιος πως ο Δίας μετράει τις σκέψεις του. Δεν πρόκειται να δώσει εύκολα νόημα στις ελπίδες του Έκτορα· έχει πολλά ν’ απελπιστεί ακόμη, αν ο Αχιλλέας απαλλαγεί απ’ την οργή του. Ακολουθώ λοιπόν· τι στέκεις; Πάμε να ξυπνήσουμε τους άλλους, τον ακοντιστή Τυδείδη, τον Οδυσσέα, τον γρήγορο Αίαντα, τον άλκιμο γιο του Φυλέα. Κι ας τρέξει κάποιος απ’ αυτούς να ειδοποιήσει τον παντοδύναμο Αίαντα και τον ηγέτη Ιδομενέα. Γρήγορα όμως. Τα καράβια τους απέχουν. Όσο για τον Μενέλαο, τον αγαπώ, τον εκτιμώ, αλλά ειλικρινά θα του θυμώσω κι ας θυμώσεις. Κοιμήθηκε και σ’ άφησε να βολοδέρνεις, ενώ αυτός θα έπρεπε να τρέχει και να παρακαλάει· ξεπεράσαμε τα όρια κάθε έκτακτης ανάγκης προ πολλού».
Κι ο ηγέτης Αγαμέμνων του αντιγύρισε:
«Εγώ ο ίδιος, σύμβουλε, σε προκαλούσα να θυμώνεις όταν χωνόταν στα βαθιά της απραξίας από οκνηρία η δειλία, παρατώντας τα πάντα στο φιλότιμό μου. Απόψε όμως μου ήρθε εκείνος πρώτος. Τον έστειλα κι εγώ να φέρει αυτούς που λες. Πάμε τώρα· θα τους βρούμε μπρος στα τείχη με τους φρουρούς. Εκεί διέταξα να μαζευτούν».
«Έτσι τουλάχιστον, ίσως να μην εξαγριώσει τους Αργείους, όταν αρχίσει τις γνωστές του προτροπές και διαταγές», συμφώνησε ο γερήνιος αρματηλάτης Νέστωρ. Ύστερα φόρεσε κατάσαρκα χιτώνα, βασιλικά σανδάλια σε πόδια βασιλιά και στήριξε στους ώμους με την πόρπη μανδύα πορφυρό, διπλό, μακρύ, με πλούσιο κατάσγουρο μαλλί. Πήρε μαζί του χάλκινο φονιά το ακόντιό του κι έφυγαν γρήγορα κατ’ όπου έδεναν τα καράβια οι χαλκοχίτωνες Αχαιοί.
Ρίχτηκε πρώτα με φωνές στον ύπνο του δαιμόνιου Οδυσσέα και πέτυχε τ’ αυτιά του κατευθείαν· βγήκε εκείνος απ’ τη σκηνή του και τους είπε:
«Γιατί τρεχοβολάτε μες στη νύχτα των καραβιών και των αντρών; Τόση ανάγκη πια σας κυνηγάει;»
«Ένθεε Λαερτιάδη, στα δύσκολα Οδυσσέα», τον πρόλαβε ο γερήνιος αρματηλάτης. «Πάψε να διαμαρτύρεσαι. Ο πόνος των Αχαιών δεν ησυχάζει. Πως να ησυχάσεις; Σήκω αμέσως να σηκώσουμε όσους πρέπει, να σκεφτούν, να συσκεφτούμε, να φύγουμε η να δώσουμε τη μάχη». Μίλησε, κι ο λογικός Οδυσσέας ξαναμπήκε στη σκηνή του, φορτώθηκε τη λάμψη της ασπίδας και πήγε γρήγορα μαζί τους.

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Κ'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης από το 2001.