9 Φεβ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Το Α', Β', Γ', Δ' και Ε' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/blog-post.html

Ακαδημίας, η ληστεία

Η μελαχρινή έχει μακριά μαλλιά και όμορφο χαμόγελο, που όμως δεν μπορώ να το παρατηρήσω όσο θα ήθελα έτσι που κάθεται με γυρισμένη προς εμένα την πλάτη της. Μου μένει μόνο να κοιτάζω το αθώο γαλάζιο κοκαλάκι της, που μοιάζει ν’ ακουμπάει απαλά επάνω στα μαλλιά της σαν ελάχιστη πεταλούδα, και τα μικρά σκουλαρίκια που μόλις διακρίνονται στα αφτιά της· κάποια μού θυμίζει με την κίτρινη μπλούζα της και τ΄ όμορφο χαμόγελο, μα δεν μπορώ να προσδιορίσω ποιαν ακριβώς. Η ξανθιά έχει μακριά μαλλιά επίσης και μπορώ, αν θέλω, να την δω ολόκληρη – μα δεν μ’ ενδιαφέρει να την κοιτάξω περισσότερη ώρα. Στο δικό μου τραπέζι παγωμένος καφές και το Μωσαϊκό τού Λευτέρη Πούλιου μόλις αγορασμένο από το καινούριο βιβλιοπωλείο του Πατάκη στην Ακαδημίας, στο πατάρι του οποίου κάθομαι αυτή τη στιγμή και επισκοπώ τον περιβάλλοντα χώρο, πέντε η ώρα το απόγευμα κι ακάθεκτο εισβάλλει το φθινόπωρο από το μεγάλο παράθυρο που βρίσκεται μπροστά μου. Από κάποια αόρατα ηχεία ακούγονται Rolling Stones – όχι πολύ δυνατά ωστόσο, αν θέλεις αγνοείς την παρουσία τους. Στο βλέμμα μου απέναντι η είσοδος της Εθνικής Τράπεζας· παρατηρώ τις κινήσεις των φρουρών μέσ’ απ’ την τζαμαρία και τις κινήσεις του νερού μέσα στο σιντριβάνι κρατώντας σημειώσεις στο μικρό καφέ μου σημειωματάριο. Θα μπορούσα να σχεδιάζω μια ληστεία ή μια δολοφονία (το έχω δει να γίνεται σε κάμποσες ταινίες), αν και θα προτιμούσα να συμμετάσχω σε μιαν επανάσταση ή να επιχειρήσω μιαν όμορφη χειρονομία. Παραλογίζεται σαν τον Θεό πριν πλάσει τον άνθρωπο, ο πρώτος στίχος του Μωσαϊκού στον οποίο πέφτει το μάτι μου καθώς το ξεφυλλίζω και τσιμπολογώ τα έργα και τα λόγια του.

Η αναχώρηση για ένα μακρινό νησί, ακόμη κι αν δεν είναι οριστική αλλά επίκειται επιστροφή μετά από λίγες μέρες (που και αυτή ωστόσο θα είναι σύντομης διάρκειας), γεμίζει την καρδιά του αναχωρητή με επιθυμίες και με πάθη που με δυσκολία τα αντιλαμβάνεται και, ακόμη περισσότερο, τα δέχεται ως τέτοια – και μάλιστα υπολογίσιμα – η κοινή πρακτική, μα που συνήθεια πολλών ετών κάνει την αδυναμία συνέχισής τους ενοχλητική αν όχι και οδυνηρή σε κάποιες περιπτώσεις. Να δω (φωνάζει η καρδιά μου και δεν ικανοποιείται με τίποτε λιγότερο), να δω την πόλη και τον πληθυσμό της, να τριγυρίσω σε στενά και αδιέξοδα δρομάκια και να διασχίσω με κόκκινα τα φανάρια τους τις μεγάλες λεωφόρους, να επιστρέψω σε αγαπημένα στέκια πρωινά, όπου η ενδεχόμενη μελλοντική απουσία μου με δυσκολία θα ξεχωρίζει από τη συνήθη ήσυχη παρουσία μου, να καθίσω σε παγκάκια και σε εισόδους πολυκατοικιών για να προφυλαχθώ από μια ξαφνική βροχή, να οδηγήσω ανύποπτους τουρίστες σε γειτονιές που οι μόνιμοι κάτοικοι αγνοούν, να μπω σε δισκάδικα και να μπω σε βιβλιοπωλεία. Να δω, να τριγυρίσω και να δω.

Με τέτοια διάθεση, που είναι εξάλλου η συνηθισμένη μου, μα κάπως μεγεθυσμένη αυτή την ώρα από το γεγονός της επικείμενης αναχώρησης, τριγύρισα και κοίταξα την πόλη όλο το πρωινό και μπήκα πια, λίγο πριν απ’ το απόγευμα, και σε τούτο το βιβλιοπωλείο για να βρεθώ πολύ σύντομα στο ταμείο με το Μωσαϊκό του Λευτέρη Πούλιου και το Ρώτα τον άνεμο του Τζ. Φάντε στα χέρια μου. Περιφερόμουνα, διάβασα στις πρώτες σελίδες τού μυθιστορήματος, μέσα στην πόλη: ανακάλυψα γωνιές και σοκάκια μυστηριώδη, μοναχικά δέντρα, γκρεμισμένα παλιά σπίτια που χάνονταν βουλιάζοντας στο παρελθόν, μα γρήγορα το άφησα στην άκρη για να ανοίξω το καινούριο βιβλίο του ποιητή αυτού, που κάποτε, σύμφωνα με μιαν αφήγηση που είχα ακούσει προ καιρού, έσπασε το δεξί του χέρι χτυπώντας το δυνατά με μια πέτρα ορκιζόμενος πως δεν θα ξαναγράψει ποιήματα. Του ποιητή που έγραψε κάποτε (και πιθανώς το έκανε κιόλας): πάμε να ξεράσουμε τ' αποψινό μας μεθύσι, σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων. Πάμε να κατουρήσουμε όλα τ' αγάλματα της Αθήνας· προσκυνώντας μονάχα του Ρήγα.

Πού είναι ο παλιός οργισμένος, παράφορος, ορμητικός Πούλιος, αναρωτιόταν προ ημερών σε κάποια εφημερίδα της πρωτεύουσας ένας από τους συνεργάτες της κι εγώ μην έχοντας ακόμη κάποια απάντηση να σκεφτώ, πίνω μια γουλιά από τον καφέ μου και κοιτάζω στο απέναντι φαρδύ πεζοδρόμιο, μπροστά στην τράπεζα, κάποιον που πλένει τα χέρια του μέσα στο σιντριβάνι, ενώ έπιασε άκαιρα και αιφνίδια να ψιλοβρέχει ο ουρανός. Απορώ με τις ιερουργίες του αφρού πάνω σου. Απορώ με τη διαρκή συγκομιδή της τρυφερότητας, σχολιάζει εκ των ενόντων ο Λευτέρης Πούλιος κι είναι φανερό πως δεν έχει ιδέα περί τίνος πρόκειται. Δεν απορώ καθόλου με την εξοικείωση του αιώνα μας στο βρόμικο νερό κι απογοητευμένος από την έλλειψη επαφής των δύο συρμάτων που συνηθίζω να χειρίζομαι, της ποίησης και της πραγματικότητας, στρέφω την προσοχή μου ξανά στα δύο κορίτσια στο διπλανό τραπέζι (παραλίγο να πω στο διπλανό δωμάτιο!). Θα ορκιζόμουνα πως αυτές οι δυο στ’ αλήθεια σχεδιάζουν κάποιο τρομοκρατικό χτύπημα ή, ίσως, να ληστέψουνε την τράπεζα – το τραπέζι τους είναι γεμάτο με χαρτιά και σχεδιαγράμματα, το τασάκι με αποτσίγαρα, τα χέρια τους ανακατεύουν νευρικά τα μακριά μαλλιά, ενώ πιάνω ασύνδετες ψιθυριστές κουβέντες τους για ώρες και για δευτερόλεπτα, για μαγνήτες και άλλα παραφυσικά μέταλλα. Συγκρούεται τ’ όνειρο με μια συρρικνωμένη πραγματικότητα, συνεισφέρει ο Πούλιος στη διαπραγμάτευση του θέματος, την ώρα που εγώ φέρνω άλλη μια φορά ως τα χείλη τον καφέ μου, σβήνω προσεκτικά το τσιγάρο στο γυάλινο τασάκι και ετοιμάζομαι για τη σύγκρουση· ή μήπως για να συνδράμω τα δυο κορίτσια στην εκτέλεση του σχεδίου τους;

Τα δόντια μου γράψαν βλαστήμιες πάνω στη σάρκα σου, ένα μπουκάλι τζιν μού χαμογελάει από το ράφι πίσω από τη ράχη του νεαρού που φτιάχνει τους καφέδες, η επανάσταση μοιάζει να ματαιώθηκε οριστικά, το πτώμα της γνώσης γυμνό σαν απέραντη βεβαιότητα, τα κορίτσια έσβησαν τα τσιγάρα τους, συμπλήρωσαν την εργασία που ετοίμαζαν τόση ώρα για τη σχολή τους με βιβλιογραφικές παραπομπές κι έφυγαν προς το Σύνταγμα – τις είδα απ’ το παράθυρο να φιλιούνται στο μάγουλο και να παίρνουν διαφορετικές κατευθύνσεις· τη θέση τους πήρε ένα άδειο τραπέζι κι ένα καθαρό τασάκι, η επανάσταση αναβάλλεται, στην άθραυστη πανοπλία της στηρίζεται η ζωή, με κρυφά τεχνάσματα αιχμαλωτίζει κι είναι ατέλειωτη στον ανεξαγόραστο χρόνο, ένας ποδηλάτης με μαύρο μπουφάν και ιατρική μάσκα στο πρόσωπο διασχίζει το οπτικό μου πεδίο. Δεν καθυστερώ άλλο, σηκώνομαι από τη θέση μου κι αρπάζω το μπουκάλι με την κίτρινη ετικέτα από το ράφι, πίνω στα γρήγορα δυο μεγάλες γουλιές και το εκτοξεύω στην τζαμαρία (που δεν σπάει ωστόσο), υπάλληλοι και περαστικοί ξαφνιάζονται προς στιγμήν και μου δίνουν τον χρόνο ν’ αναποδογυρίσω κανά δυο τραπέζια και να πεταχτώ στον δρόμο οπλισμένος με μια μεταλλική καρέκλα στο ένα χέρι και στο άλλο τον πρώτο τόμο από το Κεφάλαιο του Μαρξ που πρόλαβα ν’ αρπάξω από μια προθήκη δίπλα στην πόρτα, ουράνια μυστικά χαραγμένα πάνω μου κι ένας θανατερός ήχος μες στο μυαλό μου.

Η ανάπτυξη, φτάνοντας σ’ έναν ορισμένο βαθμό, φέρνει στον κόσμο τα υλικά μέσα για την ίδια του την καταστροφή. Απ’ αυτή τη στιγμή μέσα στα σπλάχνα της κοινωνίας κινούνται δυνάμεις και πάθη, που αισθάνονται πως τα έχει αλυσοδέσει αυτός ο τρόπος. Πρέπει να εξοντωθεί και θα εξοντωθεί. Επαναλαμβάνοντας από μέσα μου ολόκληρη την περικοπή, αδιαφορώντας για τα συμφραζόμενα και το ακριβές της νόημα, και κραυγάζοντας την τελευταία της φράση, πρέπει να εξοντωθεί και θα εξοντωθεί, σπάω χτυπώντας δυνατά με τον τόμο από το Κεφάλαιο που έχω στα χέρια μου το ΑΤΜ της τράπεζας που βρίσκεται αριστερά από την πόρτα και μ’ ένα δυνατό χτύπημα της καρέκλας που κρατάω ξαπλώνω κάτω έναν από τους φρουρούς και το αίμα που πετάγεται από το στόμα του μού πιτσιλάει το πρόσωπο. Προλαβαίνω, την ώρα που πέφτουν πάνω μου οι άλλοι δύο φύλακες και με ρίχνουν μέσα στο σιντριβάνι, να δω το θεσπέσιο χαμόγελο της μελαχρινής που πηδάει μέσα στο αυτοκίνητο της χρηματαποστολής και γκαζώνει όμοια με κάτι πείσματα που τρέχουν σαν αυτοκίνητα, όμορφη και ακάθεκτη σαν το φθινόπωρο που σε μια νύχτα βάφει όλα τα φύλλα κίτρινα. Το έγκλημα είναι η εξέγερση του ενός (η ξανθιά έτσι κι αλλιώς δεν άξιζε και πολλά), σκέφτομαι καθώς την κοιτάζω ν’ απομακρύνεται χωρίς να στρέψει πίσω.

Αν η ποίηση έχει ακόμη κάποιο νόημα, σκέφτομαι με το κεφάλι μέσα στο νερό, καθώς δυο χέρια αόρατα με πιέζουν από τον σβέρκο προς τα κάτω και τα μάτια μου μεγεθύνονται εντυπωσιακά, αν χρησιμεύει σε κάτι ακόμη η ποίηση, λέει μια σκέψη μέσα μου που ίσως να ‘ναι η τελευταία μου, δεν θα το ανακαλύψουμε στη θαλπωρή του σπιτιού, μπροστά στο τζάκι (παρεκτός κι αν αρνηθούμε αυτό το χάδι της και ρίξουμε το ποίημα στη φωτιά), μα θα το βρούμε στους δρόμους της πόλης, εκεί που η ποίηση μάς οδηγεί, όταν στ’ αλήθεια χρεώνει τη φωνή της στη φωτιά και μας καλεί να πραγματώσουμε τα πάθη μας, όταν η ποίηση μάς δείχνει την πιο ακραία και προωθημένη εξέγερση και στέργουμε να την ακολουθήσουμε ή και να την αφήσουμε στο παρελθόν, για να – μα, λίγο πριν ολοκληρώσει η σκέψη μου τη φράση της, ένιωσα ένα τράβηγμα στα μαλλιά, ένα χτύπημα στην πλάτη και οξυγόνο πλημμύρισε τα πνευμόνια μου, που κάηκαν, όπως τη μέρα εκείνη που γεννήθηκα κι αμέσως έβαλα τα κλάματα με λύσσα.

Δεν δίνομαι στην καταστροφή,
δεν πιστεύω στον θάνατο,
ξέρω ότι κατάγομαι απ’ την πραγματικότητα

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]