10 Φεβ 2008

"Ομήρου Ιλιάδα Κ'" - Γιώργος Μπλάνας

Το Α' μέρος εδώ :
http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/blog-post_03.html

Έφτασαν στου Τυδείδη Διομήδη και τον βρήκαν δίπλα στα όπλα του έξω απ’ τη σκηνή. Οι σύντροφοί του κοιμούνταν ένα-γύρο με ασπίδες για προσκέφαλο· τ’ ακόντια μπηγμένα ανάποδα στη γη λαμποκοπούσαν χαλκό αιχμηρό από μακριά, σαν ν’ άστραφτε ο Δίας. Εκεί κοιμόταν ο ήρωας· δέρμα βοδιού που χόρτασε άγρια βοσκή το στρώμα του και υπέροχο χαλί το μαξιλάρι.
Πήγε από πάνω ο Νέστορας, του έδωσε μια σκουντιά με το πόδι και του πέταξε κατάμουτρα επιπλήξεις και παραινέσεις:
«Σήκω πια, γιέ του Τυδέα! Τι ροχαλίζεις
ύπνο μακάριο; Δεν ακούς τους Τρώες στο λόφο; Μια κατηφόρα τους χωρίζει απ’ τα καράβια».
Μίλησε και τινάχτηκε εκείνος απ’ τον ύπνο. Τινάχτηκε μαζί κι η απάντησή του:
«Ε πια, δεν υποφέρεται, γέροντα, η αντοχή σου! Μα δεν κουράζεσαι ποτέ; Γυρνάς ακόμη εδώ κι εκεί, σαν να μας τέλειωσαν οι νέοι Αχαιοί, να τρέξουν, να ξυπνήσουν τους βασιλιάδες. Γέροντα, δεν γίνεσαι με τίποτε καλά!»
Κι ο Νέστορας του γύρισε αρματηλάτης πάντα:
«Καλά τα λες, αγαπητέ. Έχω παιδιά ανυπέρβλητα κι αμέτρητο στρατό, να τρέξουν, να καλέσουν τους στρατηγούς. Μα βλέπεις, στρίμωξε έκτακτη ανάγκη τους Αχαιούς κι ακροβατούμε στου ξυραφιού την κόψη· γκρεμιζόμαστε και πάμε η κοβόμαστε και ζούμε. Πάρε λοιπόν τα νιάτα σου και τράβα να σηκώσεις το γρήγορο Αίαντα και το γιο του Φυλέα, αφού νοιάζεσαι για μένα».
Μίλησε· εκείνος έριξε στους ώμους λεοντή· άστραψε η τρίχα του θηρίου ποτάμι πύρινο την ώρα που άρπαξε το ακόντιο.
Πήγε ο ήρωας, τους βρήκε, τους ξύπνησε και γύρισε μαζί τους στον τόπο της συνάντησης.
Στο μεταξύ, οι άλλοι αντί να πιάσουνε στον ύπνο τους ηγέτες των φρουρών, τους βρήκαν οπλισμένους ν’ αγρυπνούν σαν τα κακά μαντρόσκυλα τριγύρω στο κοπάδι, μυρίζοντας το αδίστακτο αγρίμι στο βουνό να κατεβαίνει σέρνοντας πίσω του ορυμαγδό σκυλιών κι αντρών που ξόδεψαν τον ύπνο τους στις πέτρες. Έτσι κι εκείνοι ξόδευαν ύπνο γλυκό, φυλάγοντας τη νύχτα την κακιά, πότε θ’ αρχίσει να ’ρχεται σκούζοντας Τρώες στην πεδιάδα.
«Φυλάτε μας, παιδιά μου. Έτσι μπράβο! Γλεντάτε την αγρύπνια σας, μη μας γλεντήσουν οι εχθροί», άφησε ο σύμβουλος τα λόγια του γεράκια να πετάξουν όλο ψυχή κι όλο κουράγιο ανάμεσά τους. Έδωσε μια και πέταξε πάνω απ’ την τάφρο. Πίσω του ρίχτηκαν όσοι άρχοντες είχαν κληθεί κι ακόμη ο Μηριόνης και ο γιος του Νέστορα ο γίγας, να συσκεφτούν κι αυτοί μαζί τους. Άφησαν πίσω τ’ όρυγμα και τράβηξαν κατ’ όπου φέγγιζε γη ανάμεσα στα πτώματα, εκεί ακριβώς που πρόλαβε τον Έκτορα η νύχτα να πετσοκόβει Αργείους. Κάθισαν κι άρχισαν να ρίχνουν τα λόγια του καθένας.
Ο Νέστορας, γερήνιος αρματηλάτης, πρώτος:
«Ποιος θα τολμούσε, φίλοι μου, να εμπιστευτεί τόσο βαθιά τον εαυτό του, ώστε να πάει μόνος ανάμεσα στους άγριους Τρώες κι η ν’ αρπάξει κάποιον που ξέμεινε η να κλέψει λόγια που ξέφυγαν, τι σκέφτονται, τι λένε, τι σκοπεύουν, θα μείνουν έξω, πλάι στα πλοία η θα γυρίσουν στην πόλη τους μετά απ’ αυτή τη συντριβή των Αχαιών; Ποιος θα τολμούσε; Μ’ αν τολμούσε και κατάφερνε να ζήσει, δεν θα ’χε δει ο ουρανός να λάμπει άνθρωπος έτσι, κι ούτε θα είχε δει θνητός τόσο μεγάλες προσφορές. Γιατί ασφαλώς, οι εκλεκτοί κι άρχοντες καραβιών, αμέσως θα του χάριζαν καθένας από μια κατάμαυρη προβάτα με το ανάλογο αρνί. Θα καρπωνόταν περιουσία ολόκληρη κι ανάμεσά μας θα καθόταν στα γεύματα και στις συνεστιάσεις».
Μίλησε κι όλοι σώπασαν, ώρα πολλή, μέχρι που όρμισε η φωνή του ενάρετου Διομήδη:
«Θες από τόλμη, θες από θυμό, εγώ θα επιχειρούσα, Νέστορα, να εισχωρήσω ανάμεσα στους άγριους Τρώες· δεν είναι δα και μακριά. Μ’ αν είχα κι άλλον έναν μαζί μου θα ένοιωθα οπωσδήποτε ασφαλής. Δυο-δυο σκεφτόμαστε καλύτερα η εν τέλει κάνουμε λάθος δυσκολότερα· ενώ μόνοι: ένα μυαλό λιγότερο, μια σκέψη μείον στο ζύγι».
Μίλησε κι ήθελαν πολλοί να τον ακολουθήσουν. Ήθελαν οι Αίαντες κι οι δυο οι αιμοβόροι, ο Μηριόνης κι ειδικά του Νέστορα ο γιος, ο ακοντιστής Μενέλαος Ατρείδης, κι ο Οδυσσέας ανένδοτος· αυτός κι αν ήθελε να εισβάλλει στη συμμορία των Τρώων.
«Γιέ του Τυδέα, πάντα σε είχα στην καρδιά μου», ύψωσε ο ηγέτης Αγαμέμνων τη φωνή του. «Διάλεξε εσύ, Διομήδη, το σύντροφό σου. Ναι·
ας είναι ο πιο γενναίος. Προσφέρονται πολλοί. Και μην ντραπείς να τον προκρίνεις επειδή κάποιος χειρότερος έτυχε να ’χει καλύτερη γενιά και κάποιος παραπίσω να προηγείται σ’ εξουσία».
Μιλούσε και σκεπτόταν τον ροδαλό Μενέλαο, μέχρι που όρμισε η φωνή του ενάρετου Διομήδη:
«Μ’ αν διατάσσομαι ο ίδιος να επιλέξω το σύντροφό μου, πως να προσπεράσω τον ένθεο Οδυσσέα; Τον θέλει η τόλμη, τον ζητάει η αντοχή, τον απαιτεί η ορμή και τον λατρεύει η Αθηνά. Μαζί του θα πέρναγα αλώβητος και μέσα απ’ τη φωτιά για να επιστρέψω· όλο και κάτι κατάλληλο θα σοφιζόταν».
Κι ο Οδυσσέας του γύρισε σκληρά:
«Τυδείδη, μην ξοδεύεις τα λόγια σου για μένα· ξέρουν ποιος είμαι οι Αργείοι. Πάμε! Δε θα μας περιμένει η νύχτα όλη νύχτα κι η αυγή δεν μακριά· προχώρησαν τ’ αστέρια, ένα τρίτο σκοτάδι απομένει».
Είπαν ό,τι είχανε να πουν κι οπλίστηκαν φαρμακερά.
Στον Τυδείδη, που είχε αφήσει το σπαθί του στο καράβι, έδωσε ο ακούραστος στη μάχη Θρασυμήδης το δίκοπο δικό του, ασπίδα κι ένα κράνος από γερή βακέτα ταύρου, χωρίς λοφίο και κέρατα - καταίτυγα το λένε και προστατεύει τα κεφάλια των νεαρών καταδρομέων.
Ο Μηριόνης έδωσε στον Οδυσσέα τόξο, φαρέτρα και σπαθί· του έβαλε στο κεφάλι κράνος δερμάτινο με δυνατά λουριά πλεγμένα μέσα, κάτασπρα δόντια γουρουνιού στερεωμένα γερά-πυκνά απ’ έξω κι ανάμεσα χοντρό κετσέ. Πραγματικό έργο τέχνης! Το έκλεψε ο Αυτόλυκος, στα χρόνια τα παλιά, εισβάλλοντας στο απρόσβλητο σπίτι του Αμύντορα Ορμενίδη στην Ελεώνα, το έδωσε του Κυθηριώτη Αμφιδάμαντα στη Σκάνδια, το έκανε εκείνος ξένιο αντίδωρο στον Μόλο κι ο Μόλος το παρέδωσε στο γιο του Μηριόνη, για να ταιριάξει τώρα στο κεφάλι του Οδυσσέα.


*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Κ'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης από το 2001.