17 Φεβ 2008

"Ομήρου Ιλιάδα Κ'" - Γιώργος Μπλάνας

Το Α', Β' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/blog-post_10.html

Αφού οπλίστηκαν καλά, άφησαν μόνους τους ηγέτες και προχώρησαν.
Εκεί, κάπου μες στη νύχτα, ένα πουλί φτερούγιζε το δρόμο τους σταλμένο απ’ την Παλλάδα. Δεν το είδαν σκοτεινό μες στα σκοτάδια, όμως το άκουσαν να κράζει.
Φτερούγισε η ψυχή του Οδυσσέα κι ύψωσε προσευχή:
«Εισάκουσέ με, κόρη του άρχοντα της αστραπής. Εσύ που παραστέκεσαι τους κόπους μου και δεν ξεχνάς πως ζω, ανασαίνω, προσπαθώ. Μείνε κοντά μου τώρα. Κάνε, Αθηνά, να ξαναδώ τα όμορφα καράβια, περήφανος για έργα που θα φέρουν στους Τρώες απελπισία».
Ύστερα είπε δυνατά ο ενάρετος Διομήδης:
«Εισάκουσε και μένα, κόρη του Δια υπέρμαχε· οδήγησέ με όπως οδήγησες τον ένθεο πατέρα μου Τυδέα στη Θήβα, όταν εκτελούσε χρέη αγγελιοφόρου. Άφησε πίσω του κι αυτός στον Ασωπό τους χαλκοχίτωνες Αχαιούς, για να πάει στους Καδμείους φορτωμένος λόγια ειρήνης και να επιστρέψει κουβαλώντας έργα ολέθρου. Ήσουν μαζί του, έτοιμη και για τα δυο, Θεα μου! Δείξε την ίδια προθυμία να με φυλάξεις και σου τάζω σιδεροκέφαλο χρονιάρικο δαμάλι που δεν ξέρει τι πάει να πει ζυγός ανθρώπου· χρυσάφι θα στολίσω το μέτωπό του πριν στο σφάξω».
Αφουγκραζόταν η Αθηνά, ένιωθε η Παλλάδα, πρόσεχε του κυρίαρχου Δια η κόρη. Τέλειωσαν· σιωπή, σκοτάδι, δυο λιοντάρια να χάνονται στο βάθος, μες σε νεκρούς, όπλα νεκρών, αίμα, μια νύχτα αίμα...
Μα ούτε και ο Έκτορας άφησε τους γενναίους Τρώες στον ύπνο τους. Συγκέντρωσε τους επικεφαλής εκπρόσωπους και ηγέτες για να θέσει στην κρίση τους το σχέδιο που είχε καταστρώσει:
«Για να δω, ποιος θα μπορέσει ν’ αναλάβει και να τελειώσει το έργο αυτό, οπωσδήποτε με ανάλογο μισθό; Μιλώ για ένα ολόκληρο άρμα και δυο περήφανα άλογα σαν κι αυτά που μόνο στα γρήγορα καράβια των Αχαιών υπάρχουν. Φτάνει να θέλει η να μπορεί να φτάσει μέχρι εκεί και να κατασκοπεύσει· φυλάνε ακόμη τα πολύτιμα καράβια τους η κάνανε τα χέρια μας καλή δουλειά και τσακισμένοι ψάχνουν την έξοδο κινδύνου στα όνειρά τους, αφήνοντας την κούραση της μέρας στο έλεος των σκοταδιών;»
Έτσι είπε κι όλοι σώπασαν, ώρα πολλή.
Έτυχε τώρα ανάμεσά τους κάποιος Δόλων, γιος του ιερού και πλούσιου κήρυκα Ευμηδέα, άσχημος άνθρωπος μα γρήγορος στα πόδια, το μόνο αγόρι ανάμεσα σε πέντε αδελφές. Είπε λοιπόν στους Τρώες και στον Έκτορα:
«Έκτωρ, θες από τόλμη, θες από θυμό, εγώ θα επιχειρούσα να προσεγγίσω τα πολύτιμα καράβια και να κατασκοπεύσω. Σήκωσε όμως το σκήπτρο σου κι ορκίσου πως θα μου δώσεις τ’ άλογα κι εκείνο το άρμα με τον περίτεχνο χαλκό που περιφέρει ο άρχοντας Πυλάδης. Και να είσαι βέβαιος, άσκοπο κατάσκοπο δεν στέλνεις, ούτε ανεπαρκή. Ένα σου λέω, θα περάσω όσο στρατό κι αν χρειαστεί μέχρι να φτάσω στο καράβι του Αγαμέμνονα που οι ηγέτες θ’ αποφασίζουν προφανώς πόλεμο η άτακτη φυγή».
Δεν άκουγε άλλο ο Έκτορας. Είχε σηκώσει ήδη το σκήπτρο:
«Μάρτυράς μου ο κύριος της Ήρας κι άρχοντας της βροντής. Τρώας δεν πρόκειται άλλος να καμαρώσει πίσω από εκείνα τ’ άλογα. Είναι δικά σου ήδη, απόλαυσέ τα».
Έτσι τον ξεσήκωσε με όρκο αβάσιμο εκ των πραγμάτων.
Εκείνος πέρασε στους ώμους σταυρωτά καμπύλα τόξα, τυλίχτηκε γκριζόλυκο, φόρεσε στο κεφάλι κουνάβι, άρπαξε ακόντιο φονιά κι άφησε πίσω ολόκληρο στρατό για κάποια λόγια θαλασσινά, που δεν θα έφερνε στον Έκτορα ποτέ.
Όταν βγήκε από το πλήθος των αντρών και των αλόγων, ανέπτυξε ταχύτητα. Πρώτος τον αντιλήφθηκε ο ένθεος Οδυσσέας και είπε στον Διομήδη:
«Για κοίτα, κάποιος έρχεται απ’ την πλευρά τους. Λες να μας στέλνουνε κατάσκοπο ή βγήκε για να σκυλέψει τους νεκρούς; Άσ’ τον και μόλις προσπεράσει χιμάμε και τον πιάνουμε από πίσω· το νου σου, αν κάνει πως ξεφεύγει, απώθησέ τον προς τα πλοία με το ακόντιο, μην στραφεί κατά την πόλη».
Έτσι συνεννοήθηκαν κι έπεσαν πρηνηδόν ανάμεσα στα πτώματα.
Τους προσπέρασε ανύποπτος, αλλ’ όταν ξεμάκρυνε μέχρι ένα αυλάκι που βγάζει μονοκοπανιά μουλάρι αξιόπιστο, καλύτερο από βόδι στ’ όργωμα των χερσότοπων, του ρίχτηκαν κι εκείνος ακούγοντας τα ποδοβολητά, φτερούγισε πως ο Έκτορας άλλαξε γνώμη κι έρχονται οι Τρώες να τον γυρίσουν πίσω.
Ένα κοντάρι απόσταση τους χώριζε, όταν είδε τους ένθεους άνδρες κι άρχισαν να σπαρταρούν φυγή τα γόνατά του.
Λύθηκαν πίσω του αυτοί σαν κυνηγάρικα σκυλιά ξεσαλιασμένα που απελπίζουν ελαφάκι η λαγό σε δασωμένη ερημιά κι αφρίζουν και λυσσάνε στις κραυγές του.
Τέτοιο κυνήγι του έκαναν ο πολιορκητής Οδυσσέας κι ο Τυδείδης, αφού πια τον είχαν αποκόψει απ’ τις γραμμές του. Έφευγε εκείνος και θα ’πεφτε στους φύλακες των καραβιών, αν η Αθηνά δεν έδινε ανάσα στον Τυδείδη, μη τύχει και πετύχουν οι χαλκοχίτωνες Αχαιοί πρώτοι το θήραμά του.
Φώναξε τότε ο γίγαντας, κραδαίνοντας το ακόντιο:
«Στον τόπο, αλλιώς σε πέτυχα. Δε μου ξεφεύγεις. Είσαι νεκρός, με τέτοια κόψη που κρατάω». Κι έριξε το ακόντιο ξυστά πάνω απ’ τον ώμο του, να καρφωθεί επίτηδες στη γη.
Έμεινε αυτός στον τόπο· έτρεμε ολόκληρος, χτυπούσανε τα δόντια του, πρασίνισε απ’ το φόβο, κι όταν τον άρπαξαν λαχανιασμένοι από τα χέρια, άρχισε να κλαψουρίζει:
«Μη με σκοτώσετε, πιάστε με αιχμάλωτο κι εγώ θα εξαγοράσω τη ζωή μου με χαλκό, χρυσάφι, σίδερο κατεργασμένο· σωρούς θα δώσει ο πατέρας μου όταν μάθει πως ζω στα πλοία των Αχαιών».
Κι ο Οδυσσέας πονηρός του απάντησε:
«Ησύχασε· κανείς δεν πρόκειται να σε σκοτώσει. Έλα, πες μου, έρχεσαι απ’ το στρατόπεδο και πας για τα καράβια, έτσι δεν είναι; Λέγε λοιπόν, τι σκοτεινό γυρεύεις μες στη γαλήνια νύχτα των θνητών; Βγήκες να σκυλέψεις τους νεκρούς, εδώ τριγύρω στα ρηχά των σκοταδιών η να ψαρέψεις λόγια στα βαθιά των καραβιών; Πες την αλήθεια! Σ’ έστειλε ο Έκτορας η μόνος σου ξεθάρρεψες;»
Κι ο Δόλων, σαν να τον χτύπαγε σεισμός:
«Μου πήρε τα μυαλά πως θα μου δώσει τα υπέροχα άλογα και το άρμα του υπέροχου Πηλάδη, μ’ όλα τα χάλκινα στολίδια, φτάνει να τρυπώσω στη νύχτα σας και να κατασκοπεύσω· φυλάτε ακόμη τα πολύτιμα καράβια σας η κάνανε τα χέρια μας καλή δουλειά και τσακισμένοι ψάχνετε έξοδο κινδύνου στα όνειρά σας, αφήνοντας την κούραση της μέρας στο έλεος των σκοταδιών;»
Κι ο Οδυσσέας, ο πονηρός, του είπε χαμογελώντας:
«Έτσι μάλιστα, σπουδαία δώρα έβαλες στο μάτι, τ’ άλογα του ακατάβλητου Αιακίδη. Ξέρεις, άλλος θνητός δεν μπόρεσε να τα δαμάσει και να τα τρέξει. Μόνο αυτός που έχει αθάνατη μητέρα! Μα πες μου τώρα ειλικρινά, που άφησες τον Έκτορα, πού έχει ο στρατηγός τον οπλισμό και τ’ άλογά του αφημένα; Πού στρατοπέδευσαν οι Τρώες, πού έβαλαν σκοπιές, τι σκέφτονται, τι λένε, τι σκοπεύουν, θα μείνουν έξω πλάι στα πλοία ή θα γυρίσουν στην πόλη τους μετά απ’ αυτή τη συντριβή των Αχαιών;»
«Μα την αλήθεια, όλα θα στα πω», τον πρόλαβε ο Δόλωνας ο γιος του Ευμηδέα. « Ο Έκτορας συγκάλεσε βουλή των εκπροσώπων ηγετών στον τάφο του ένθεου Ίλου, ήρωά μου, μακριά απ’ τις γλώσσες του πολέμου. Όσο για τις φρουρές, δεν έκριναν πως είναι ανάγκη να βάλουν κάποια πρόσθετη· Μόνο όπου βλέπεις φωτιές να καίνε. Βέβαια αυτοί αγωνιούν κι είναι αναγκασμένοι να ξαγρυπνούν και να κρατούν άγρυπνους και τους άλλους. Εξάλλου οι περιβόητοι σύμμαχοι το ’ριξαν στον ύπνο κι ανέθεσαν τη φύλαξη στους Τρώες. Δεν έχουν γυναικόπαιδα μαζί τους!».

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Κ'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης από το 2001.