23 Φεβ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Το Α', Β', Γ', Δ', Ε', ΣΤ' και Ζ' μέρος εδώ :http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/blog-post_16.html

Κατερείπωση

Η διαδικασία

Ήπια ένα Depon για τον ενοχλητικό πονοκέφαλο που εδώ και μια ώρα περίπου με ταλαιπωρεί, μέσα σ’ ένα πιάτο έκοψα δυο μήλα μήλο κι ένα αχλάδι για να έχω κάτι να τρώω όση ώρα θα παιδεύομαι εδώ πέρα, πήρα από το ράφι πέντε βιβλία να τα ‘χω δίπλα μου, κάθισα μπροστά στον υπολογιστή, έβαλα στο κασετόφωνο Led Zeppelin να ακούγονται χαμηλά (αν είναι δυνατόν) και ξεκινάω. Είναι λίγες μόλις μέρες που έχω έρθει στην Ικαρία με προοπτική να μείνω εδώ για τουλάχιστον δέκα μήνες με μάλλον σπάνιες και ολιγοήμερες επισκέψεις στη γενέθλια Αθήνα και συνεπώς έχω κουβαλήσει μαζί μου ευθύς εξαρχής κάμποσα απαραίτητα εφόδια μη γνωρίζοντας τι πρόκειται να συναντήσω. Τα κατονομάζω εν συντομία για να περνάει ευχάριστα η ώρα, μια και αυτές τις πρώτες μέρες τουλάχιστον το βασικό μου μέλημα είναι η διαχείριση σε διαφορετικές πια συνθήκες των μοναχικών μου ωρών· έφερα λοιπόν: ογδόντα πέντε βιβλία, αν τα μετράω σωστά, τα μισά από τα οποία – μπορεί και περισσότερα – είναι από τα αγαπημένα μου, διαβασμένα δηλαδή και ξαναδιαβασμένα πολλές φορές, και τα υπόλοιπα αδιάβαστα· έφερα καμιά σαρανταριά cd και λίγες κασέτες, τον υπολογιστή, την καφετιέρα μου, λίγα ρούχα και λίγα ακόμα μικροπράγματα που δεν μπορούσα να τ' αφήσω πίσω.

Από αυτά τα βιβλία λοιπόν διάλεξα πέντε (η ώρα είναι αυτή τη στιγμή, ας το σημειώσω μια και κοίταξα το ρολόι, δέκα παρά τέταρτο, βράδυ Δευτέρας του Σεπτέμβρη), πέντε βιβλία από τα οποία τα τρία δεν τα έχω διαβάσει ποτέ και γι’ αυτό άλλωστε τα έφερα μαζί μου σε τούτο το νησί όπου, καταπώς έμαθα δεν υπάρχει κανένα βιβλιοπωλείο. Είναι η Διόρθωση του Τόμας Μπέρνχαρντ, είναι ένας εντυπωσιακός τόμος που περιέχει μεταφρασμένα στα ελληνικά Τα ημερολόγια του Κάφκα και το Οι σκληροί δεν χορεύουν του Νόρμαν Μαίηλερ. Πήρα ακόμη δίπλα μου τις Πρόζες 1945 – 1980 του Μπέκετ, που ήδη γνωρίζω το περιεχόμενό τους και τις Εξομολογήσεις ενός άγγλου οπιοφάγου, που τις ξέρω σχεδόν απ’ έξω εδώ και χρόνια. Ανοίγω στην τύχη αυτά τα βιβλία το ένα μετά το άλλο, με τη σειρά που εντελώς τυχαία μόλις τα ανέφερα, και αντιγράφω λίγες αράδες από το καθένα (κάποτε το έκανα αυτό, και δεν είμαι ο μόνος βέβαια, για να αφήσω τη φράση που τυχαία έπιανε το μάτι μου να κρίνει το άμεσο μέλλον μου – τώρα κάνω περίπου το ίδιο με διαφορετική πρόθεση, μα δείχνοντας παρόμοια εμπιστοσύνη στο στοιχείο του τυχαίου και του αναπάντεχου):

Ο καθένας πάντοτε εξ ολοκλήρου μόνο για τον εαυτό του ήδη από τις πρώτες ενδείξεις νόησης, για να μπορέσει να γίνει πραγματικότητα αυτή η προσπάθεια χρόνων ολόκληρων, δεκαετιών ολόκληρων, με υπερένταση άλλωστε, με υπερένταση υπογραμμισμένο, ώστε μετά, στο τέλος της ζωής μας, να μπορούμε να πούμε ότι υπήρξαμε σ’ ένα δικό μας κόσμο και να μην είμαστε υποχρεωμένοι να πεθάνουμε μες στην ντροπή ότι υπήρξαμε μόνο στον κόσμο των γονέων μας γιατί η ντροπή αυτή είναι μέγιστη ντροπή.

Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε μια σοφίτα μπροστά από δυο καταπακτές και περιμένει μια οπτασία, που δεν μπορεί να ανέβει παρά μόνο από τη δεξιά καταπακτή. Ενώ όμως αυτή παραμένει κλεισμένη με ένα σύρτη, που διακρίνεται αόριστα, οι οπτασίες ανεβαίνουν η μία μετά την άλλη από την αριστερή καταπακτή, προσπαθούν να τραβήξουν το βλέμμα πάνω τους και τελικά το καταφέρνουν χωρίς κόπο χάρη στον αυξανόμενο όγκο τους, που στο τέλος, όσο κι αν αντιστέκεται ο άνθρωπος, σκεπάζει και το σωστό άνοιγμα. Όμως, αν ο άνθρωπος δεν θέλει να φύγει από τη θέση του – και δεν το θέλει με κανέναν τρόπο –, είναι αναγκασμένος να δεχτεί αυτές τις οπτασίες, που όμως εξαιτίας της αοριστίας τους – η δύναμή τους ξοδεύεται στο ότι απλώς εμφανίζονται – δεν του αρκούν και τις σπρώχνει προς τα πάνω και προς όλες τις κατευθύνσεις, όταν κοντοστέκονται από την αδυναμία τους, μόνο και μόνο για να έρθουν κι άλλες, μια και του είναι ανυπόφορο να βλέπει διαρκώς μία απ’ αυτές και εξακολουθεί να ελπίζει πως, όταν εξαντληθούν οι ψεύτικες οπτασίες, θα ανέβουν επιτέλους οι αληθινές.

Έτσι, εκείνη την ώρα, προσπάθησα να γαντζωθώ από πράγματα που βρίσκονταν πλέον πολύ μακριά και σκέφτηκα το Έξετερ και τα λατινικά, και μ’ αυτό τον τρόπο κατάφερα όχι τόσο να ηρεμήσω όσο να εγκλωβίσω τον φόβο μου, πράγμα που μου επέτρεψε να συνεχίσω να σκέφτομαι το μικρό επιπλωμένο δωμάτιο σ’ ένα οικοτροφείο δυτικά της Πέμπτης Λεωφόρου επί της Τεσσαρακοστής-πέμπτης οδού, όπου τώρα ζούσε ο πατέρας μου, ηλικία εβδομήντα ετών. Με τη βοήθεια αυτής της συγκέντρωσης μπόρεσα να ξαναδώ το κομμάτι του χαρτιού που είχε κολλήσει πάνω απ’ τον καθρέφτη και διάβασα πάλι τις λέξεις που είχε γράψει προσεχτικά πάνω στο χαρτί. Οι λέξεις έλεγαν intra faeces et urinam nascimur.

Το πρώτο που σου κάνει εντύπωση μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινιά είναι η αίσθηση από κίτρινο που αποπνέει για να μην πούμε από θειάφι και οδηγηθούμε σ’ άλλους συνειρμούς. Πώς πάλλεται έπειτα γρήγορα με χτύπο συνεχή κι αμετάβλητο ωστόσο όχι τόσο που να μη γίνεται πλέον αντιληπτός ο παλμός. Και πώς τελικά πολύ αργότερα επέρχεται σε αραιά διαστήματα μια παύση παροδική. Διακοπές που μπορεί να είναι σπάνιες και σύντομες έχουν όμως δραματικά αν όχι απερίγραπτα αποτελέσματα και δεν πρόκειται για υπερβολή. Εκείνοι που δεν γνωρίζουν ούτε μια στιγμή ανάπαυλας πετρώνουν επιτόπου σε στάσεις συχνά πομπώδεις ενώ σε καθηλωμένους και ηττημένους δεκαπλασιασμένη η ακινησία κάνει τη συνήθη τους να μοιάζει συγκριτικά αστεία.

Στις διάφορες επισκέψεις μου στο Λονδίνο, έριξα το βλέμμα σε μυριάδες γυναικεία πρόσωπα ελπίζοντας να την αντικρίσω. Θα την αναγνώριζα και πάλι ανάμεσα σε χίλιες γυναίκες, αν την έβλεπα μια στιγμή. Γιατί, μολονότι δεν ήταν όμορφη, η όψη της ήταν γλυκιά και είχε έναν ιδιαίτερο και χαριτωμένο τρόπο που κρατούσε το κεφάλι. Την έψαχνα, όπως είπα, ελπίζοντας πάντα. Και συνέχισα να την ψάχνω για χρόνια. Μα σήμερα θα φοβόμουν να την δω. Κι ο βήχας της εκείνος, που με πίκραινε όταν την αποχωριζόμουν, είναι τώρα η μόνη μου παρηγοριά. Δεν θέλω πια να την ξαναδώ και την σκέπτομαι με λιγότερο πόνο, σαν κάποιον που κείται από καιρό στον τάφο, τάφο Μαγδαληνής, ελπίζω, που αποδήμησε πριν οι πληγές και η αναλγησία εξαλείψουν και αλλάξουν την αθωότητά της ή πριν η βαναυσότητα των παλιανθρώπων συμπληρώσει την κατερείπωση.

Η πρώτη μου αντίδραση, καθώς τα αντιγράφω, είναι ανησυχία για το εγχείρημα που μόνος μου ανέλαβα, αλλά, αφού κανείς δεν με υποχρεώνει να το φέρω εις πέρας με επιτυχία, βιάζομαι να τυπώσω τις στην τύχη επιλεγμένες παραγράφους, για να ξαπλώσω στο κρεβάτι με ψαλίδι, στυλό και ποτό και να ριχτώ σε αυτό που επιδιώκω: να δημιουργήσω από αυτά τα στην τύχη επιλεγμένα αποσπάσματα μια συνεκτική όσο γίνεται αφήγηση, ενσωματώνοντας ενδεχομένως σε αυτήν και όσα άλλα στοιχεία έχουν ήδη υπεισέλθει στη διαδικασία, τους Led Zeppelin που ακόμη ακούγονται να τραγουδάνε, τα μήλα και το αχλάδι μου που δεν υπάρχουν πια, την Ικαρία και τα δυο δωμάτιά μου, ετούτο τον Σεπτέμβριο ή και την καφετιέρα μου, μια και αυτή ακόμα ήδη αναφέρθηκε, αλλά και ό,τι άλλο φέρει η πράξη μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Print!

Το αποτέλεσμα

Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε μια κρύπτη σκοτεινή. Ούτε και ξέρει πώς βρέθηκε εκεί μέσα, ούτε κι αναρωτιέται. Το πρώτο που κάνει εντύπωση μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινιά είναι η αίσθηση από κίτρινο που αποπνέει, για να μην πούμε από θειάφι και οδηγηθούμε σε άλλους συνειρμούς. Όλα γύρω είναι σκοτεινά, θαμμένα θα έλεγες σε ένα κίτρινο σκοτάδι, όπως στα μάτια των τυφλών, που όμως πάλλεται γοργά με ένα χτύπο συνεχή και αμετάβλητο, ωστόσο όχι τόσο που να μη γίνεται αντιληπτός ο παλμός. Ένα ζωντανό, έμβιο σκοτάδι που σε τυλίγει και νεκρώνει κάθε άλλη αίσθηση, πέρα απ’ αυτήν του τρόμου, ώσπου, σε αραιά διαστήματα, επέρχεται μια παύση παροδική ετούτου του παλμού.

Κοιτάζει τότε γύρω του· δεν μοιάζει να υπάρχει τίποτε, σ’ αυτό το σύντομο διάστημα που κρατάει κάθε διακοπή, πάρεξ δύο καταπακτές που ξεχωρίζουνε αμυδρά μπροστά στα δυο του πόδια. Η μία είναι κλεισμένη με ένα σύρτη, που διακρίνεται αόριστα κι αυτός· από την άλλη καταπακτή όμως ανεβαίνουνε οπτασίες η μία μετά την άλλη, μυριάδες γυναικεία πρόσωπα που προσπαθούν να τραβήξουνε το βλέμμα πάνω τους και τελικά το καταφέρνουν, χωρίς πολύ κόπο, χάρη στον αυξανόμενο όγκο τους που επιβάλλεται στον χώρο. Είναι αναγκασμένος να δεχτεί αυτές τις οπτασίες, αυτά τα πρόσωπα που εκτοπίζουνε το κίτρινο σκοτάδι με την παρουσία τους και δημιουργούν ένα δικό τους κόσμο.

Έναν κόσμο που νιώθει, που το ξέρει βαθιά ότι βρισκότανε εκεί, ότι υπήρχε προτού ακόμη γεννηθεί, ότι υφίσταται ανεξάρτητα από αυτόν. Κι αυτή η γνώση γίνεται οδυνηρή, γιατί ο καθένας πάντοτε, εξ ολοκλήρου, μόνο για τον εαυτό του, ήδη από τις πρώτες ενδείξεις νόησης, για να μπορέσει να γίνει πραγματικότητα αυτή η προσπάθεια χρόνων ολόκληρων, δεκαετιών ολόκληρων, με υπερένταση άλλωστε, σπρώχνει προς τα πάνω και προς όλες τις κατευθύνσεις αυτές τις οπτασίες τις προϋπάρχουσες, ώστε μετά, στο τέλος της ζωής του, να μπορεί να πει ότι υπήρξε σ’ ένα δικό του κόσμο και να μην είναι υποχρεωμένος να ζήσει και να πεθάνει μες στη ντροπή ότι υπήρξε μόνο στον κόσμο των γονέων του, γιατί η ντροπή αυτή είναι μέγιστη ντροπή.

Γι’ αυτό σπρώχνει, με τρόμο και με παραφορά, προς τα πάνω και προς όλες τις κατευθύνσεις τις οπτασίες αυτές, τα ξένα γυναικεία πρόσωπα, ελπίζοντας πως θα ανέβει από την άλλη καταπακτή επιτέλους η αληθινή, ελπίζοντας να την αντικρίσει. Θα την αναγνώριζε ο καθένας ανάμεσα σε χίλιες γυναίκες αν την έβλεπε μια στιγμή. Γιατί, μολονότι δεν είναι υποχρεωτικά όμορφη, η όψη της έχει ένα ιδιαίτερο τρόπο να επιβάλλεται και να ξεχωρίζει, μοναδική για τον καθένα, όπως η Μαγδαληνή ανάμεσα στις άλλες γυναίκες. Για τούτο ψάχνει ο καθένας, μόνο για τον εαυτό του, ελπίζοντας πάντα. Και συνεχίζει να την ψάχνει για χρόνια.

Μα όσο περνάει ο καιρός ένα φόβος απλώνεται, ένας φόβος να δει αυτό που πάντα γύρευε. Ένας φόβος ότι η αναλγησία και η βαναυσότητα θα ‘χουν αλλάξει, προτού ακόμη εμφανιστεί, την αθωότητά της κι ακόμη, για να συμπληρωθεί η κατερείπωση, ότι το κίτρινο σκοτάδι που ακόμη νιώθεται κι οι οπτασίες που κυκλώνουνε τον άνθρωπο, ο κόσμος αυτός που προϋπήρχε και ζητάει αποδοχή, που απαιτεί να τον αποδεχτείς, θα έχει αφομοιώσει και εξαλείψει το πρόσωπο αυτό που αποτελεί τον δικό του κόσμο και είναι πια ανυπόφορο να αντικρίσει ό,τι έγινε αυτό.

Έτσι, εκείνη την ώρα, προσπαθεί ο άνθρωπος αυτός να γαντζωθεί από πράγματα που βρίσκονται πλέον πολύ μακριά, έξω απ’ τη σοφίτα με το κίτρινο σκοτάδι και τις ψεύτικες οπτασίες, και σκέφτεται φέρ’ ειπείν ένα μικρό επιπλωμένο δωμάτιο σ’ ένα οικοτροφείο. Και σκέφτεται τον πατέρα του, ηλικία εβδομήντα ετών, που ζει τώρα εκεί. Και σκέφτεται όλα αυτά, και άλλα ακόμη, όχι τόσο για να ηρεμήσει όσο για να εγκλωβίσει τον φόβο του. Και με τη βοήθεια αυτής της συγκέντρωσης μπόρεσε να ξαναδεί το κομμάτι του χαρτιού που ο πατέρας του είχε κολλήσει πάνω απ’ τον καθρέφτη του και διάβασε πάλι τις λέξεις που είχε γράψει προσεχτικά επάνω στο χαρτί. Οι λέξεις έλεγαν intra faeces et urinam nascimur. Κι οι οπτασίες γύρω γελούσαν δείχνοντας τ’ απαίσιά τους στόματα, μα δεν τις έβλεπε πια. Μες στα σκατά γεννιόμαστε και μες στα ούρα. Μέσα στα σκοτεινά σκατά και μες στα κίτρινα ούρα γεννιόμαστε και πεθαίνουμε, επαναλάμβανε.

Το σχόλιο

Κρατώ την πένα, κρατώ τα πρακτικά, σε ποια ακροαματική διαδικασία δεν το γνωρίζω.
Σ. ΜΠΕΚΕΤ

Οι πρώτες μέρες μου στην Ικαρία, μετά την αναχώρηση εκείνης που πάντοτε με δάκρυα στην ψυχή την βλέπω να αναχωρεί και το άδειασμα της μιας από τις δύο μποτίλιες με gin που είχε φέρει μαζί της, που ήτανε (οι μέρες αυτές) – για όσους ακόμα αφελώς πιστεύουν στα ημερολόγια – κι οι πρώτες μέρες του Φθινοπώρου, πέρασαν με τις συνήθεις (όχι δυσάρεστες, για μένα τουλάχιστον) διαδικασίες κάθε μετεγκατάστασης σε έναν νέο τόπο: τακτοποίηση αντικειμένων στα δωμάτια του σπιτιού, αντιμεταχωρήσεις επίπλων και ηλεκτρικών συσκευών, ανιχνευτικές εξορμήσεις στον περιβάλλοντα χώρο και λίγο παραέξω, διστακτικές και σύντομες συναντήσεις με ντόπιους και παρεπίδημους, αναγνωριστικές κατοπτεύσεις από τη βεράντα του σπιτιού και άλλες παρόμοιες ενέργειες που η μοναδική τους στην πραγματικότητα λειτουργία δεν είναι άλλη από την προσαρμογή στο νέο και άγνωστο ψυχικό τοπίο.

Αφού λοιπόν άλλαξα προηγουμένως τρεις θέσεις στο μικρό άσπρο τραπέζι, πάνω στο οποίο είχα ήδη τοποθετήσει τον υπολογιστή, μέχρι να βρω ως πιο κατάλληλο χώρο το μέσα δωμάτιο, που δεν βλέπει προς τη θάλασσα, κι αφού τοποθέτησα τα βιβλία που έφερα μαζί μου στα δύο ράφια που διέθετε το σπίτι και διέσπειρα σε στρατηγικά σημεία όσα δεν χωρούσαν εκεί (στο κομοδίνο μου, στο τραπέζι της κουζίνας, πλάι στον υπολογιστή, πάνω στο ψυγείο, μέσα στην τσάντα μου), αφού δοκίμασα την ακουστική του κασετοφώνου μου σε όλες τις γωνίες του σπιτιού και αποφάσισα με ποιον τρόπο θα διακοσμήσω τους άσπρους τοίχους (οι φωτογραφίες της μικρής Αγαπημένης μου, του Νικόλα και η ασπρόμαυρη του Μπρετόν στον τοίχο που είναι δεξιά από τον υπολογιστή, η φωτογραφία του Μπέκετ πάνω από το κρεβάτι και οι δικές μου πολύχρωμες ζωγραφιές στους υπόλοιπους τοίχους), αφού ήπια μερικές αναγνωριστικές τεκίλες με τον Δημήτρη (που έπινε πάντα βότκα και μίλαγε ένα σωρό ξένες γλώσσες) Στο περίπου και αφού κολύμπησα σε κανά δυο παραλίες του νησιού με την Έρη (που επρόκειτο σε λίγες μέρες να φύγει τελικά από το νησί) και ήπιαμε λίγα ούζα σε διπλανά χωριά, δεν μου έμενε πια παρά να εξοικειωθώ και με τους τοίχους του σπιτιού και με το φωτεινό στερέωμα έξω από το παράθυρό μου. Δουλειά που αποδείχθηκε τελικά πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο υπολόγιζα· γιατί από τη μια μεριά η μοναξιά είχε καθίσει στο στήθος μου για τα καλά και ήταν ασήκωτη (και στάθηκε αυτό η μεγαλύτερη έκπληξη της χρονιάς) και από την άλλη το γράψιμο, που είναι πάντοτε μια παρηγοριά, έμοιαζε τώρα να έχει μπει κι αυτό (για να χρησιμοποιήσω άλλη μια φορά τα λόγια του Μπέκετ) στην εποχή των νηνεμιών.

Όταν όμως έχεις συνηθίσει να δουλεύεις και να εκφράζεσαι δια του γραπτού λόγου και μέσω αυτού του ταλαιπωρημένου οργάνου να εξερευνείς το εσωτερικό σου μισοσκόταδο και να διευρύνεις τις φωτεινές περιοχές, ιδίως όσες ποτέ δεν είχες φανταστεί ότι υπάρχουν, όταν έχεις περάσει ώρες ατελείωτες προσπαθώντας να διατυπώσεις τα μήπω ειπωμένα, τότε ακόμη κι ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα ακούσιας παύσης αυτής της διαδικασίας είναι αρκετό, κάποιες φορές, για να μετατρέψει την προσωρινή δυστοκία σε έντονη δυσφορία. Δυσφορία που δεν είμαι καθόλου αμάθητος να δοκιμάζω και από την οποία έχω συνηθίσει να ξεφεύγω πατώντας ξανά στα ίδια μονοπάτια που χρόνια πριν από μένα άλλοι έχουν διανοίξει και βαδίσει· ξαναπιάνω πειραματισμούς και παιχνίδια που χρόνια πριν πρωτοδοκίμασαν ο Τζαρά και οι ντανταϊστές, ο Μπρετόν και οι υπερρεαλιστές, ο Ιζού, ο Ντεμπόρ και οι λεττριστές, ο Μπάροουζ (μοναχικός σκοπευτής αυτός – αν και σε μία τουλάχιστον περίπτωση δεν αποδείχθηκε καθόλου καλός σκοπευτής) και πολλοί άλλοι και δίνω, με αυτό τον τρόπο, διέξοδο σε αυτή την αδικαιολόγητη κατά βάθος και γελοία ενδεχομένως κατάσταση δυσανασχέτησης (ο Ντύλαν Τόμας συνήθιζε σε τέτοιες στιγμές να συνθέτει παρωδίες ποιημάτων ή και ολόκληρες στιχουργημένες επιστολές – άλλοι άλλα).

Άλλος τρόπος διαφυγής από αυτή τη δυσφορία είναι η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και η παρατεταμένη μέθη· ένας άλλος είναι η αναμόχλευση παλαιών ιστοριών (παλαιών γραπτών, παλαιών φωτογραφιών) και η παθιασμένη νοσταλγία· άλλος; το εξαντλητικό μοναχικό περπάτημα στους δρόμους της πόλης ή η απελπισμένη καταβύθιση στην επιφάνεια της τηλεοπτικής πραγματικότητας (αν, βέβαια, διαθέτεις την κατάλληλη συσκευή). Υπάρχουν πολλοί τρόποι και άλλοι τόσοι που δεν τους έχω ακόμη δοκιμάσει ή ούτε καν ανακαλύψει, μα οι συμπότες είναι τώρα μακριά και η αγαπημένη πόλη σε απόσταση εκατοντάδων ναυτικών μιλίων νοτιοδυτικά. Όσο για τη νοσταλγία, θυμάμαι πάντοτε με ευγνωμοσύνη τη συμβουλή που αρκετά νωρίς στη ζωή μου μού είχε δώσει, μέσα από τις σελίδες κάποιου περιοδικού, ο Γιάννης Κοντός: Προσέχτε τη νοσταλγία, θα σας σκοτώσει. Εισέρχεται στο δέρμα και στο αίμα όπως η ψείρα. Έχει τα ίδια συμπτώματα. Φαγούρα, μολύνσεις, εκτεταμένη καταστροφή των ιστών. Είχα τον νου μου, λοιπόν, και πάντα φυλαγόμουνα, όπως και τούτη τη φορά εξάλλου, που κατέφυγα στα παιχνίδια με τις λέξεις και τα κείμενα, με το ψαλίδι και με το στυλό.

Και αν, εκτός από μέθοδος υπέρβασης της «συγγραφικής» δυστοκίας, έχει κάποιο νόημα ένα τέτοιο παιχνίδι, σαν αυτό που δοκίμασα στις προηγούμενες γραμμές, αυτό χωρίς αμφιβολία βρίσκεται στις δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά στα, έκπληκτα πολλές φορές, μάτια τού χρήστη αυτών των μεθόδων. Πράγματι φαίνεται αυτοί οι πειραματισμοί να έχουν μια δική τους δυναμική που οδηγεί, όχι αλάθευτα μα με μεγάλο ποσοστό επιτυχίας, σε αποτελέσματα συναρπαστικά. Ακόμη και αυτή η πολυχρησιμοποιημένη και περιφρονημένη σήμερα πια αυτόματη γραφή ανοίγει συχνά πόρτες που οδηγούνε οπουδήποτε και που οδηγούνε ακριβώς στον στόχο: την εξερεύνηση του εσωτερικού σκοτεινού διαστήματος και την επαναδιαπραγμάτευση της ιδέας που έχουμε για την εξωτερική πραγματικότητα, που είναι και το πρώτο βήμα για τον μετασχηματισμό της.

Με αυτές τις σκέψεις να δουλεύουνε σε κάποια βάθη του μυαλού μου δοκίμασα για άλλη μια φορά να κόψω και να (συρ)ράψω κομμάτια από κείμενα που εντελώς τυχαία, αυτή τη φορά, βρήκα μες στα βιβλία μου. Ανεξάρτητα από την ποιότητα ή όχι του αποτελέσματος – άλλωστε η επιτυχία ενός τέτοιους παιχνιδιού δεν κρίνεται καθόλου από το τελικό προϊόν αλλά από τη διαδικασία και μόνο – έχω να κάνω δυο-τρεις παρατηρήσεις για αυτό που προέκυψε. Παρατηρήσεις που η μόνη σημασία και αξία που μπορεί να έχουν περιορίζεται στην ενδεχόμενη χρήση τους ως ερεθίσματα για άλλους επίδοξους αργόσχολους πειραματιστές και όχι βέβαια για τη θέσπιση κανόνων σε ένα παιχνίδι που, πριν απ’ όλα, παίζεται με τους κανόνες που ο καθείς από μόνος του σκαρφίζεται και επιβάλλει.

Πρώτη παρατήρηση: φτώχυνε δίχως αμφιβολία το κείμενο που δημιουργήθηκε (και πάντα, στην περίπτωσή μου, συμβαίνει αυτό, όταν περιορίζεται ο παράγοντας του τυχαίου) από το γεγονός ότι, τελικά, αποκλείστηκαν από αυτό τα «εξωκειμενικά» στοιχεία που αρχικά θέλησα να συμπεριλάβω, οι Led Zeppelin, η Ικαρία, η καφετιέρα μου, ακόμη κι ο Χένρι Μίλερ τον οποίο πολύ έντονα είχα στο μυαλό μου την ώρα που ξεκίνησα να γράφω. Είναι αυτά τα στοιχεία ακριβώς που δίνουν συνήθως στο τελικό δημιούργημα τον πιο προσωπικό τόνο και στρέφουν σαν οδοδείκτες το κείμενο σε κατευθύνσεις που φανερώνουν, στην ιδανική περίπτωση, κάτι από τα μύχια και τα καλά κρυμμένα τού συντάκτη του. Θέλω να πω ότι, αν, με κάποιον τρόπο, έφτανε στην άκρη των δακτύλων μου η λέξη Ικαρία, υποχρεωτικά το γραπτό θα έπαιρνε μιαν άλλη απρόβλεπτη πορεία και ίσως οδηγούσε πιο βαθιά. Ίσως ναι, ίσως όχι.

Δεύτερη παρατήρηση: αντίθετα με τις αρχικές μου προθέσεις κι αφού η ώρα είχε ήδη πάει μία, δεν συνέδεσα τα τυπωμένα κομμάτια αμέσως αλλά μόνο αφού πέρασαν αρκετές μέρες από τη νύχτα εκείνη που τ’ αντέγραψα. Αποτέλεσμα; Διάβασα την ίδια μέρα μερικές φορές τα πέντε αποσπάσματα και στη συνέχεια δεν τα ξανάπιασα στα χέρια μου μέχρι την ώρα που, με παρόμοια ψυχική διάθεση, κάθισα μπροστά στον υπολογιστή για να τελειώσω ό,τι είχα αρχίσει μια εβδομάδα πριν. Τελικά, όλο το ενδιάμεσο διάστημα είχε ολοκληρωτικά κυριαρχήσει μες στο μυαλό μου το κείμενο του Μπέρνχαρντ και δευτερευόντως του Κάφκα, γεγονός που καθόρισε, όπως είναι φανερό, και την τελική διάρθρωση αλλά και το ύφος τού γραπτού, στερώντας του έτσι ακόμη κάτι από το ευεργετικό τυχαίο ανακάτεμα περισσοτέρων στοιχείων, που αναμφίβολα θα το ωφελούσε.

Τρίτη (και τελευταία) παρατήρηση: ένα θέμα που χρόνια τώρα με απασχολεί, μα που σπανίως και εντελώς αποσπασματικά έχω καταφέρει να εκφράσω, είναι αυτή η μέγιστη ντροπή, για την οποία κάνει λόγο ο Μπέρνχαρντ, να ζεις και να πεθάνεις στον κόσμο που βρήκες έτοιμο από τους γονείς σου, χωρίς να έχεις καταφέρει (ή έστω δοκιμάσει) να αλλάξεις κάτι σε αυτόν. Ή αλλιώς, η σχέση και η σύγκρουση του νέου με τους γονείς του και τον κόσμο τους, όπως και όσο αυτή φανερώθηκε μέσα από αυτό το παιχνίδι, αποτελεί για μένα το κέρδος ετούτης της διαδικασίας, που μου ανοίγει έτσι δρόμους, για να προχωρήσω προς έναν προορισμό που πάντα με καλούσε. Και πρώτα – πρώτα με διευκολύνει, με μια μικρή μετατόπιση, να καταπιαστώ ξανά με ένα δοκίμιο για τον Γιώργο Μακρή, που μήνες τώρα είχε κολλήσει στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου και δεν έλεγε να προχωρήσει. Ας τελειώσω λοιπόν, προτού ετοιμαστώ για να πάω Στο περίπου να συναντήσω τον Δημήτρη και την Κωνσταντίνα, με λίγους δικούς του στίχους:

Η μαμά μας δε μας κατάλαβε ποτέ
είναι μια ξένη.
Κι όταν κλαίγαμε μικροί στα ταξίδια μας
μας έλεγαν: «κοίτα τη θάλασσα, κοίτα τα δέντρα
και κοίτα το παιδάκι που γελάει».
«Ακατανόητο ετούτο το παιδί», έλεγαν μεταξύ τους.
Ακατανόητοι, ακατανόητοι, ακατανόητοι
από πείσμα μείναμε μόνοι.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]