24 Φεβ 2008

"Ομήρου Ιλιάδα Κ'" - Γιώργος Μπλάνας

Το Α΄, Β' και Γ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/blog-post_17.html

Κι ο Οδυσσέας ο πονηρός συνέχισε:
«Πώς δηλαδή κοιμούνται; Ανάμεσα στους Τρώες ασφαλείς ή κάπου μόνοι τους; Θέλω να ξέρω. Μίλα!»
«Μα την αλήθεια, όλα θα στα πω», βιάστηκε ο Δόλωνας ο γιος του Ευμήδη. «Προς τη μεριά της θάλασσας βρίσκονται οι Κάρες, κι οι Παίονες τοξότες, οι Λέλεγες, οι Καύκονες, οι ένθεοι Πελασγοί και προς τη Θύμβρη Λύκιοι, αγέρωχοι Μυσοί, Φρύγες ιππότες, Μαίονες αρματηλάτες. Μα γιατί ρωτάς; Τι νόημα έχουν αυτές οι λεπτομέρειες; Εκτός... αν είναι να τρυπώσετε στων Τρώων την ποντικοφωλιά, ορίστε, εκεί στην άκρη, σταθμεύουνε οι Θράκες. Μόλις πριν λίγο έφτασαν υπό την ηγεσία του βασιλιά τους Ρήσου, γιου του Ηιονέα... δεν έχω ξαναδεί άλογα σαν τα δικά του: μεγάλα, όμορφα, λευκά... Θε’ μου, σαν χιονοθύελλα! Κι αν πεις για το άρμα του, όλη η τέχνη του χρυσαφιού και του ασημιού πάνω του μεγαλούργησε. Τα όπλα του, χρυσά, γιγάντια, να τα φορούν οι αθάνατοι θεοί και να κοιτάζουν θαμπωμένοι οι ασήμαντοι θνητοί. Όσο για μένα, άντε λοιπόν, τραβήξτε με στα γρήγορα καράβια η δέστε με γερά κι αφήστε με εδώ, -μη με λυπάστε- μέχρι να πάτε οι ίδιοι και να διαπιστώσετε αν λέω αλήθεια».
Τον κάρφωσε κατάματα ο αλύγιστος Διομήδης.
«Ήταν ευχάριστα τα λόγια σου, Δόλωνα, μα δεν βγαίνεις ζωντανός απ’ την αρπάγη των χεριών μας. Γιατί είτε σ’ ανταλλάξουμε με λύτρα είτε σ’ αφήσουμε να φύγεις, αργά ή γρήγορα θα έρθεις πάλι στα καράβια των Αχαιών, κατάσκοπος ή επιδρομέας· το ίδιο κάνει. Αν όμως σε σκοτώσουμε επί τόπου, δεν πρόκειται να κάνεις άλλη ζημιά», του είπε και την ώρα που άπλωνε εκείνος το χοντρόχερο ν’ αγγίξει τα γένια του και να τον ικετεύσει, του ’φερε μια με το σπαθί στη μέση του αυχένα και κόπηκαν οι τένοντες ακαριαία.
Κάτι ψιθύρισε αυτός, κάτι ήθελε να πει, μα το κεφάλι κύλησε κι άκουσε μόνο η σκόνη.
Του πήραν το κουνάβι, του άρπαξαν τον γκριζόλυκο, τα δουλεμένα τόξα και το μακρύ ακόντιο.
Τα σήκωσε ο ένθεος Οδυσσέας να τα δει και να χορτάσει το ανήμερο αγρίμι η Αθηνά και προσευχήθηκε με λόγια σαν κι αυτά:
«Γλέντα, Θεά μου, είναι δικά σου! Γιατί απ’ όλους τους Ολύμπιους αθάνατους, εσένα προτιμούμε. Οδήγησέ μας κατ’ όπου τ’ άλογα, οι Θράκες κι η φωλιά τους». Έτσι είπε και τα έκρυψε σ’ ένα αρμυρίκι. Πήρε καλάμια κι έπλεξε στα θαλερά κλαδιά σημάδι, μη τα χάσουν μες στης νύχτας την κατασκότεινη βιασύνη. Βιαστικοί χύθηκαν ύστερα στο δρόμο των σπαθιών και των θανάτων.
Άγγιξαν γρήγορα το σώμα των Θρακών. Κοιμούνταν κατάκοποι εκείνοι και τα όπλα αργούσαν δίπλα τους, ωραία, βαλμένα τακτικά σε τρεις σειρές. Καθένας κι ένα ζευγάρι άλογα. Στο κέντρο αναπαυότανε ο Ρήσος με τα γρήγορα δικά του, δεμένα από τα γκέμια στις άντυγες του δίφρου.
Τον είδε από μακριά ο Οδυσσέας και σκούντησε τον Διομήδη:
«Να, κοίτα, αυτός με τ’ άλογα που έλεγε ο Δόλωνας πριν τον σωπάσεις. Δείξε μου τώρα το φονιά που κρύβεις μέσα σου. Δεν είναι ώρα ν’ αργούν τα όπλα. Λύνε εσύ τ’ άλογα ή σκότωνε τους άντρες κι άφησ’ τα σε μένα».
Έτσι είπε και η Αθηνά έκανε ανάσα του τη λάμψη των ματιών τηςι Έπεσε πάνω τους και ξύπνησε το κτήνος της σφαγής με το σπαθί του, σπέρνοντας αίμα το χώμα, τα όνειρα κραυγές.
Σαν το λιοντάρι που χιμάει πάνω στο αφύλαχτο κοπάδι διψώντας μακελειό, ενέσκυψε στους Θράκες το θηρίο του Τυδέα.
Πίσω του ερχόταν ο Οδυσσέας υπολογίζοντας τα πάντα, όπως πάντα και πέταγε στην άκρη τα σφάγια του Τυδείδη από το πόδι, ώστε να μην αναγκαστούν άλογα με τέτοιες χαίτες να προσπεράσουν πτώματα και να τρομάξουν. Βλέπεις, ήταν αμάθητα.
Δώδεκα έσφαξε ο Τηδείδης. Δέκατος τρίτος έτυχε ο βασιλιάς τους. Του στέρησε το δώρο της ζωής, καθώς αγκομαχούσε τον εφιάλτη ενός φονιά Οινείδη να χιμάει μέσα στη νύχτα. Έτσι το σκέφτηκε η Αθηνά.
Ο Οδυσσέας, ψύχραιμος, έλυσε τα πολύτιμα άλογα, τ’ άρπαξε απ’ τα γκέμια και τ’ απομάκρυνε χτυπώντας στα καπούλια με το τόξο, γιατί δεν σκέφτηκε να κλέψει το αστραφτερό μαστίγιο απ’ του άρματος το θησαυρό. Ύστερα σφύριξε στον ένθεο Διομήδη, μα εκείνος ήθελε να εξευτελίσει τους Τρώες εντελώς και δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει· να τραβήξει το άρμα απ’ το τιμόνι όπως ήταν φορτωμένο με τον υπέροχο οπλισμό, να το σηκώσει στα χέρια όρθιο και να το πάρει η να πάρει ακόμη μερικές ζωές. Έσπαζε το κεφάλι του κάτι ν’ αποφασίσει.
Ξαφνικά, ήρθε κοντά του η Αθηνά και του είπε:
«Γιέ του μεγαλόκαρδου Τυδέα, θυμήσου πως πρέπει να επιστρέψεις στη σιγουριά των καραβιών. Τρέξε τώρα μην τραπείς σε άτακτη φυγή, αν ξυπνήσει άλλος θεός τους Τρώες».
Γνώρισε εκείνος τη φωνή της και ρίχτηκε αμέσως επάνω στ’ άλογα. Τους έδωσε ο Οδυσσέας βιτσιά και πέταξαν να φτάσουν τα γρήγορα καράβια.
Μα είχε μάτια του ανοιχτά ο αργυρός τοξότης Απόλλωνας από ψηλά κι είδε την Αθηνά στο πλάι του Τυδείδη και θύμωσε και χώθηκε στο πλήθος των Τρώων και σκούντησε το Θράκα σύμβουλο Ιπποκόωντα, αγαπημένο ξάδελφο του Ρησου. Πετάχτηκε απ’ τον ύπνο του εκείνος κι είδε εκεί που έσφυζαν δύναμη τ’ άλογα ερημιά, κι εκεί που αναπαύονταν οι άντρες σφάγια φρικτά.
Ούρλιαξε, θρήνησε με τ’ όνομά του το φίλο συμπολεμιστή. Αλάλαξαν οι Τρώες ταραχή και πανικό και φρίκη, βλέποντας την καταστροφή που έσπειραν οι τρομεροί άντρες πριν καταφύγουν στη σιγουριά των καραβιών τους.
Την ίδια ώρα έφταναν εκείνοι στο σημείο που βρισκόταν του Έκτορα ο κατάσκοπος νεκρός κι ο εκλεκτός του Δια Οδυσσέας έκοψε τη φόρα των αλόγων· κατέβηκε ο Τυδείδης να μαζέψει τα ματωμένα λάφυρα. Του τα ’δωσε, καβάλλησε ξανά, μαστίγωσε και τ’ άλογα πέταξαν πρόθυμα προς τα καράβια, σαν να ’ξεραν βαθιά τους πως ανήκαν μόνο εκεί.
Πρώτος άκουσε θόρυβο ο Νεστορας και φώναξε:
«Ω φίλοι, των Αργείων εκπρόσωποι και ηγέτες, αλήθεια η ψέματα, κάτι μου λέει πως αυτός ο θόρυβος που ακούω μοιάζει καλπασμός. Να ’τανε λέει ο Οδυσσέας και το θηρίο ο Διομήδης που έρχονται, τόσο γρήγορα, μ’ άλογα δυνατά. Τρέμει η καρδιά μου όμως, μ’ αυτή την ταραχή των Τρώων, μη χάσουμε τους πιο γενναίους!»
Δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει και ξεπέζεψαν μπροστά τους. Όρμησαν όλοι πάνω τους, άνοιξαν οι αγκαλιές, τους γέμισαν φιλιά ζεστά και λόγια τρυφερά, απ’ τη χαρά τους. Πρώτος άρχισε ο Νεστορας, αρματηλάτης πάντα:
«Λέγε λοιπόν, καμάρι των Αχαιών, ένδοξε Οδυσσέα, που βρήκατε τα άλογα; Τρυπώσατε ανάμεσα στους Τρώες η σας τα χάρισε κανένας θεός που συναντήσατε στο δρόμο; Μα την αλήθεια λάμπουν σαν τον ήλιο. Εγώ συμπλέκομαι συνέχεια με τους Τρώες. Δεν κούρνιασα ποτέ στη σιγουριά των καραβιών, παρ’ όλα τα γεράματα και όμως τέτοια άλογα ούτε είδα ούτε φαντάστηκα πως θα ’βλεπα ποτέ. Γι’ αυτό πιστεύω πως σας τα χάρισε θεός. Σας αγαπούν ο άρχοντας της συννεφιάς κι η κόρη του άρχοντα της αστραπής, η ξάστερη Αθηνά».
Κι ο Οδυσσέας του γύρισε στοχαστικά:
«Τιμή και δόξα των Αχαιών, Νεστoρα Νηληιάδη, θεός αν θέλει μας χαρίζει καλύτερα· είναι βλέπεις οι θεϊκές δυνάμεις πολύ ανώτερές μας. Όσο γι’ αυτά, έφτασαν μόλις απ’ τη Θράκη. Το βασιλιά που έφεραν, τον σκότωσε ο ενάρετος Διομήδης και άλλους δώδεκα μαζί, όλους επίλεκτους πολεμιστές. Δέκατο τρίτο σφάξαμε κάποιον κατάσκοπο, εδώ κοντά στα πλοία, καθώς ερχόταν σκοτεινά, σταλμένος απ’ τον Έκτορα και τους γενναίους Τρώες».
Τέλειωσε και οδήγησε τις δυνατές οπλές πάνω απ’ την τάφρο, καγχάζοντας· οι άλλοι Αχαιοί έτρεξαν πίσω απ’ τη χαρά του, κατ’ όπου είχε ορθώσει ο Τυδείδης τη δυνατή σκηνή του και τα ’δεσαν με άψογα λουριά, εκεί που ο Διομήδης τάιζε στα γρήγορα δικά του κόκκινο μέλι ολόγλυκο. Τα ματωμένα λάφυρα του Δόλωνα, τ’ άφησε ο Οδυσσέας στου καραβιού την πρύμνη, να ετοιμαστούν κατάλληλα για προσφορά στην Αθηνά.
Μπήκαν οι δυο τους στη θάλασσα και ξέπλυναν κνήμες και πλάτες και μηρούς απ’ τον ιδρώτα. Καθάρισαν τα σώματα στο κύμα, δρόσισαν οι ψυχές κι ύστερα λούστηκαν σε αστραφτερές λεκάνες. Έτσι λουσμένοι κι αλειμμένοι λάδια μυρωδικά, ήρθαν στο δείπνο κι άδειασαν ολόκληρο κρατήρα κρασί ολόγλυκο σαν μέλι, σπονδή στην Αθηνά.

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Κ'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης από το 2001.