22 Φεβ 2008

"Propaganda No 8 : Θάνος Ανεστόπουλος : Οι Ποιητές Γυμνοί Τραγουδάνε (2001)" - Tάσος Ρήτος


Άσθον Σάπτους Λέονος (Θ. Ανεστόπουλος - Διάφανα Κρίνα)
Οι ποιητές γυμνοί τραγουδάνε
(Διανομή με το περιοδικό "Κονσερβοκούτι")

Α’
Παραδειγματικόν (Ιωάννης Πολέμης)
Ω, ναι, το ξέρω (Μυρτιώτισσα)
Εκ βαθέων (Ναπολέων Λαπαθιώτης)
Lacrimae rerum (Λάμπρος Πορφύρας)

Β’
... Αλλού να μ' αγαπάς (Αχιλλέας Παράσχος)
Θα βραχούμε (Νίκος Καμπάς)
Ήταν γυναίκα, ήταν όνειρο... (Γιώργος Σαραντάρης)
Κεριά (Κ. Π. Καβάφης)


“Και τότε εσάλπησεν ο έβδομος άγγελος,
και έγιναν φωναί μεγάλαι εις τον ουρανόν,
όπου ο τελικός θρίαμβος του Χριστού,
επιτεύχθηκε γενόμενος κόκκαλο
μέσα σε ένα άθλιο μπαρ. . .”

Ιωάννης Πολέμης
Παραδειγματικόν
(τίτλος πρωτότυπου Νερωμένο κρασί)

Ότι κι αν είχε το 'χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,
τίποτε δεν τ' απόμεινε στερνή παρηγοριά.
Πέταξ' η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ' την καρδιά του
κι η υπομονή εμαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.
Όπως τα λείψανα περνούν, περνάει αργά ο καιρός του
και ζει, δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.
Μες στην ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι εμπρός του
του κάκου εκεί κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.
«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
τι το νερώνεις το κρασί, και πίνω απ' το ξανθό,
και πίνω κι απ' το κόκκινο κι από το γιοματάρι
κι απ' το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;
Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,
ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά...»
Κι ο κάπελας, γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι,
με θλιβερό περίγελο στα λόγια του απαντά:
«Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα, που απελπισμένος χύνεις,
πέφτουν μες στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις;
Τι φταίω εγώ κι αν δεν μεθάς, τι φταίω εγώ κι αν κλαις;»
(Το παλιό βιολί)

Beer
(Charles Bukowski)
(From “Love is a dog from hell”)


I don't know how many bottles of beer
I have consumed while waiting for things
to get better.
I don't know how much wine and whiskey
and beer
mostly beer
I have consumed after
splits with women---
waiting for the phone to ring
waiting for the sound of footsteps,
and the phone never rings
until much later
and the footsteps never arrive
until much later.
when my stomach is coming up
out of my mouth
they arrive as fresh as spring flowers:
"what the hell have you done to yourself?
it will be 3 days before you can fuck me!"
the female is durable
she lives seven and one half years longer
than the male, and she drinks very little beer
because she knows it's bad for the
figure.
while we are going mad
they are out
dancing and laughing
with horny cowboys.
well, there's beer
sacks and sacks of empty beer bottles
and when you pick one up
the bottles fall through the wet bottom
of the paper sack
rolling
clanking
spilling grey wet ash
and stale beer,
or the sacks fall over at 4 a.m.
in the morning
making the only sound in your life.
beer
rivers and seas of beer
beer beer beer
the radio singing love songs
as the phone remains silent
and the walls stand
straight up and down
and beer is all there is.

Μυρτιώτισσα

Ω, ναι, το ξέρω
Ω, ναι, το ξέρω, ο θάνατος για μένανε
θε να 'ρθει ωραίος!
Σαν τη ζωή μου, έτσι κι αυτός· δε γίνεται
να είναι τυχαίος.
Θα ξεκινήσει μιαν αυγούλα ρόδινη
τ' Απριλομάη,
τ' αηδόνι από του κήπου μέσα τ' άνθισμα
θα κελαηδάει.
Θα στήνουνε χορό τ' ασημοπράσσινα
φύλλα στη λεύκα,
και θα με ραίνουν μύρο απ' το ρετσίνι τους,
πλήθος τα πεύκα.
Θα ρέει το αίμα μου ως χυμός ολόδροσος
κάτω απ' τη φλούδα,
ήρεμη θα 'ναι μου η καρδιά κι ανάλαφρη
σαν πεταλούδα.
«Κύριε», θα ειπώ, «στη ζήση μου αν επόνεσα,
έφτασ' η ώρα·
το μέτωπό μου να! το θείο το χνώτο Σου
μ' αγγίζει τώρα!».
Θα πέφτει αργά το βράδυ· απ' το παράθυρο
διάπλατο εμπρός μου,
θα μπουν κλαριά και φύλλα, δάσος ολάκερο,
κόσμος δικός μου.
Κι ενώ το «χαίρε» τους γαλήνιο, απίκραντο,
θα ηχεί βαθιά μου
γλυκά θα σβήνω, σαν το ηλιοβασίλεμα
στην κάμαρά μου...
(Κραυγές)

“Είχαμε φτιάξει ένα αμάξι με καρυδότσουφλο
μια κουβαρίστρα βάλαμε για ρόδες
ζέψαμε δυο μερμήγκια και φορτώσαμε τριφύλλι
σε κανένα μην πεις που πηγαίνουμε”
(Γιάννης Ρίτσος)

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Εκ βαθέων

Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα,
χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πως,
- χωρίς να 'χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δέρνει, και ποιος ο σκοπός!
Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
προτού η νύχτα πάλι βαριά ν' απλωθεί,
ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
ζητώντας εκείνο που δε θα βρεθεί!
Λυπήσου όλα κείνα που πάνε του κάκου,
γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι' αυτό!
Λυπήσου κι εκείνα, λυπήσου κι εμένα,
- και μένα, που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μια λύση σε πράματα ξένα,
που δεν έχουν, Θεέ μου, καμιά λογική...
Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
λιγάκι να φέξει, μες στα σκοτεινά,
κι αμέσως η μοίρα μου το ξαναπαίρνει,
κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά...
Λυπήσου με, Θεέ μου, στην απόγνωσή μου,
λυπήσου τη φλόγα που μάταια σκορπώ,
- λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο, και δίχως σκοπό...

Λάμπρος Πορφύρας
Lacrimae rerum

Άμοιρη! το σπιτάκι μας εστοίχιωσεν
από την ομορφιά σου την θλιμμένη·
στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα,
από την ομορφιά σου κάτι μένει.
Κάτι σα μόσκου μυρωδιά, κι απλώνεται
και το φτωχό σπιτάκι πλημμυρίζει,
κάτι σα φάντασμα, θολό κι ανέγγιχτο,
κι όπου περνά σιγά το κάθε αγγίζει.
Όξω, βαρύ, μονότονο ψιχάλισμα
δέρνει τη στέγη μας· και τότε αντάμα
τα πράματα που αγιάσανε τα χέρια σου
αρχίζουν ένα κλάμα... και ένα κλάμα...
Κι απ' τη γωνιά ο καλός της Λήθης σύντροφος,
τ' αγαπημένο μας παλιό ρολόι,
τραγουδιστής του χρόνου, κι αυτός κλαίοντας
ρυθμίζει αργά, φριχτά, το μοιρολόι...
Η εξήγηση του ''λάθους''...

Νίκος Νικολαϊδης

'' Tα λάθη είναι σαν τους αποτυχημένους έρωτες - τους νοσταλγείς, σε βασανίζει το ανεκπλήρωτό τους, αλλά δεν θα 'θελες ποτέ να τους ξαναζήσεις...

Αχιλλέας Παράσχος
... Αλλού να μ' αγαπάς

- Δεν θέλω να με αγαπάς ως μ' αγαπούν οι άλλοι,
μ' αγάπην ομοιάζουσαν της αύρας τας ριπάς.
Το αίσθημα του έρωτος στιγμήν, ως άνθος, θάλει.
Εδώ υπάρχει θάνατος· αλλού να μ' αγαπάς!
- Αλλού; και που να σ' αγαπώ; και που δεν είναι μνήμα;
Επάνω, κάτω, εις την γην, τας σφαίρας τας λοιπάς;
Παντού ευρίσκεται, το παν θανάτου είναι κτήμα·
Παντού υπάρχει θάνατος· εδώ να μ' αγαπάς...
Εδώ, εδώ! πριν την ζωήν ο θάνατος μαράνη
και φθινοπώρου πριν ιδείς ημέρας σκυθρωπάς·
ταχύτερον ο έρως σου ο μέγας θ' αποθάνει·
πολύ πριν παύση η ζωή, θα παύσης ν' αγαπάς...
- Όταν η νυξ τον ήλιον καλύπτη της ημέρας
κι υπο νεφέλας θάπτεται το φως αγριωπάς,
μυρίους βλέπει σχίζοντας τα σκότη της αστέρας...
Έρως και φως είναι παντού· παντού να μ' αγαπάς!
- Κόρον και λήθην η ψυχή, πριν η εκπνεύση, πνέει·
και της αγάπης η στιγμή πολλάς έχει τροπάς·
του μακροτέρου έρωτος βραδύτερον εκπνέει
κι η βραχυτέρα ύπαρξις· εδώ να μ' αγαπάς!
- Κι εδώ, κι εδώ θα σ' αγαπώ, κι υπό την γην, κι επάνω,
και εις θανάτου έρεβος, κι εις βίου αστραπάς.
Δεν είναι χώμα η ψυχή· ποτέ δεν θ' αποθάνω.
Είναι ζωή κι ο θάνατος, οπόταν αγαπάς.
(Απαντα, σ. 203-204)

Νίκος Καμπάς
Θα βραχούμε

Κάθε μέρα η ομιλία στην αγάπη τριγυρνά,
μα το «σ' αγαπώ» σαν βλέπεις να κρεμιέται πια στο στόμα,
πιάνομε τα γέλια, τρέμει, κοκκινίζω και ξανά
αύριο τα ίδια ακόμα.
Όταν παίζουν στ' ακρογιάλι είδατε μικρά παιδιά;
Τρέχουν και το κύμα, μέσα που τραβιέται, κυνηγούνε.
Κάνει να γυρίσει πίσω; Έξω εις την αμμουδιά,
όσο τέλος... να βραχούνε.
Με το κύμα της αγάπης έτσι παίζομε τρελά·
αν πιο μέσα πνίγωντ' άλλοι, στ' ακρογιάλι εμείς γελούμε·
ως την ώρα καλά πάει το παιχνίδι μας, αλλά,
μη σας μέλη... θα βραχούμε.

Γιώργος Σαραντάρης
Ήταν γυναίκα, ήταν όνειρο...

(J' ai cueilli ce brin de bruyere)
(G. Apollinaire)

Ήταν γυναίκα, ήταν όνειρο ήτανε και τα δυο
ο ύπνος με εμπόδιζε να την δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σαν να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μου 'λεγε πως μ' αγαπούσε, αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μου 'λεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα νιώθοντας την υγεία της σα δική μου υγεία
Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τ' αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
Έφευγε και ξεχνούσα πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη.
(6.11.1938)

Κ. Π. Καβάφης
Κεριά

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα -
χρυσά, ζεστά και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ' αναμμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διώ και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν
“Τα ποιήματα που έζησα στο σώμα σου σωπαίνοντας
θα μου ζητήσουν όταν φύγεις τη φωνή τους”
(Γιάννης Ρίτσος)