12 Φεβ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : V. Ο Ναρκισσισμός του Θυμού" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Υποπτεύομαι τους δήθεν υψηλόφρονες που δεν ανακατεύονται με τα πίτουρα και δεν απαντούν με τα ίδια μέτρα και σταθμά όταν θίγονται από τις κότες. Γελώ με όσους δεν κατονομάζουν τον εχθρό. Οσους δεν πολιτεύονται με τη μόνη πολιτική που αναγνωρίζω: την ικανότητα να διακρίνεις τον εχθρό ως εχθρό.

(Γιώργος Βέλτσος, Το πρωτότυπο έχει χαθεί)

Ο θυμός είναι πάντα ευπρόσδεκτος σε ανθρώπους της αγοράς, της πιάτσας, της αντιπαράθεσης και της έκθεσης. Ο ναρκισσισμός, ωστόσο, του θυμού αγγίζει τα όρια μιας οχληρής μιζέριας, μιας φαιδρότητας που δεν έχει τίποτε το γοητευτικό. Ενας τέτοιος ναρκισσισμός του θυμού εξερράγη τον τελευταίο καιρό, με στόχο τάχατες τον ποιητή Γιώργο Βέλτσο (ναι, είναι ποιητής ο Βέλτσος). Αυτός ο ναρκισσισμός του θυμού, που παριστάνει ότι υπερασπίζεται αρχές θεσπέσιες και υψηλές, κατ' ουσίαν βλάπτει αυτά για τα οποία κόπτεται: την καλή ποίηση, το καλό βιβλίο, το καλό γούστο. Και, συνάμα, ατενίζει χαιρέκακα τον εαυτό του στον καθρέφτη μιας μάλλον ξεφτισμένης ματαιοδοξίας.

Η φυλή των «σολωνιστών» φρόντισε να εξαπολύσει ένα μπαράζ επιθέσεων κατά του Βέλτσου, με το πρόσχημα ότι δεν διαθέτει τα τυπικά προσόντα να είναι μέλος και πρόεδρος της επιτροπής κρατικών βραβείων. Δυστυχώς, το βάρος της επίθεσης ανέλαβε ο φίλος μου, και πολύ καλός ποιητής, Ηλίας Λάγιος (μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Αντί). Η «στρατηγική» του κειμένου του είναι πονηρή: από τη μια έγκριτοι, αθώοι, άδολοι, άμωμοι λογοτέχνες και κριτικοί (Κούρτοβικ, Σελλά, Βαγενάς, Λάζαρης, Καλαμαράς, Κακουλίδης, Χατζηβασιλείου) και από την άλλη ένας πρωθυπουργός, ένας υπουργός (με, κατά Λάγιο, επαπειλούμενο στάτους) και ο Βέλτσος. Ηδη «ποδοσφαιροποιείται» και «χουλιγκανίζεται» το ζήτημα της λογοτεχνίας. Από τη μια οι καλοί, συνασπισμένοι, και από την άλλη οι κακοί, οι «εξουσιαστές». Και δη, με μια γλώσσα τόσο υπερβολικά φτιασιδωμένη και (πάλι: δυστυχώς) διανθισμένη με ύβρεις ώστε να μη μένει καμιά αμφιβολία για το «ιερόν μένος» του λιβελογράφου (ο Βέλτσος χαρακτηρίζεται από «τζουτζές της εξουσίας» έως «κινούμενη παρωδία»), και εντέλει να εκβιαστούν πάντες οι ενδιαφερόμενοι να λάβουν θέσεις, να επιλέξουν στρατόπεδο, να θυμώσουν με τη σειρά τους, και να ναρκισσευτούν με το θυμό τους.

Κι ακόμη, δυστυχέστατα, ο φίλος μου ο Λάγιος μετέρχεται μιας αλλόκοτης σταλινικού τύπου «αριθμητικής», την οποία συνοδεύει με ηθικιστικά παραληρήματα τάχατες υπέρ των θεσμών (ποιος; ο Λάγιος;) προκειμένου να αποδείξει ότι η επιτροπή, ο πρόεδρός της και η σύνθεσή της, είναι αφερέγγυα.

Τέλος, το σαθρό επιχείρημα (ίσως εντέλει το μόνο που προβάλλεται μετά μανίας από τους συνασπισθέντες) ότι ο Βέλτσος τυγχάνει φίλος του πρωθυπουργού, άρα εξουσιομανής, με λυπεί αφάνταστα γιατί θυμίζει τηλεοπτικά ήθη που ταλάνισαν κόσμο και κοσμάκη μόλις πριν από μερικούς μήνες. Η (βάναυση λέξη, αλλά εδώ επιβαλλόμενη) «τηλεοπτικοποίηση» της λογοτεχνίας είναι απαράδεκτη.

Με τέτοια θυμωμένα ναρκισσιστικά τερτίπια, αυτός που πληγώνεται περισσότερο είναι ο αναγνώστης. Είναι ο λάτρης του βιβλίου, ο λάτρης της λογοτεχνίας, ο λάτρης του καλού γούστου. Αυτός που δεν έχει κανένα λόγο να εμπλέκεται σε τέτοιου είδους καβγάδες. Αυτός που, αν μη τι άλλο, έχει μάθει από τον Βέλτσο να αγαπάει την καλή λογοτεχνία, το καλό θέατρο, την καλή μουσική, ακόμη και το καλό φαγητό (και δεν είναι λίγο αυτό).

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 3/6/2002.