19 Φεβ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : VΙ. Ήθελε να Περισώσει το Απαρατήρητο" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εκανε πολλά και, κυρίως επηρέαζε πολλούς, χωρίς πολλές φορές να το καταλαβαίνουν και οι ίδιοι.

Ο συγγραφέας είναι, λοιπόν, κάποιος που πρέπει να εγκαταλειφθεί σ' ένα γραπτό ταξίδι με πυξίδα το σώμα του

Χρήστος Βακαλόπουλος, Από το χάος στο χαρτί

Ακριβώς δέκα χρόνια από τότε που μας άφησε για να πάει με τους πολλούς, για να πάει στις ταινιοθήκες τ' ουρανού με τις κόπιες τού «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε» υπό μάλης, παρέα με τον Ζεράρ Φιλίπ και τη Ρόμι Σνάιντερ, κάθισα και διάβασα πάλι τα βιβλία του φίλου μας, του Χρήστου Βακαλόπουλου. Κάθισα και διάβασα πάλι τη «Δεύτερη Προβολή» και τις «Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες», την αγαπημένη μου «Γραμμή του Ορίζοντος» και την «Υπόθεση Best-Seller», τους «Πτυχιούχους», και το «Από το Χάος στο χαρτί».

Θυμήθηκα πάλι ότι ο Χρήστος έκανε πολλά και, κυρίως, επηρέαζε πολλούς, χωρίς πολλές φορές να το καταλαβαίνουν και οι ίδιοι. Μυούσε το συνομιλητή του σε ένα θάλπος (που φαινομενικά δεν περίσσευε στον Χρήστο) και έκανε τις συναναστροφές ακόμη πιο νοήμονες, ακόμη πιο ενδιαφέρουσες.

Χωρίς ποτέ να καταφεύγει στα γνώριμα «ελληνικά» μελοδραματικά τεχνάσματα, ο Βακαλόπουλος μπόρεσε να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Πολύ. Δεν είναι τυχαίο ότι κάμποσοι έγραψαν ποιήματα και αφηγήματα αντλώντας την έμπνευσή τους από τον Χρήστο. Μεταξύ άλλων, ο Ηλίας Λάγιος, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, ο Ευγένιος Αρανίτσης· ο Κωστής Παπαγιώργης, μάλιστα, το συγκινητικό και ανεπίληπτο βιβλίο «Γεια σου, Ασημάκη».

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993) ήταν σκηνοθέτης, ηθοποιός, παραγωγός και παρουσιαστής ραδιοφωνικών εκπομπών, δοκιμιογράφος και συγγραφέας. Είχε παίξει ποδόσφαιρο και ντραμς. Ηταν φανατικός Παναθηναϊκός, όπως πολλοί από τη «διευρυμένη οικογένειά μας» (μια αλλόκοτη φυλή, απαρτιζόμενη από κυκλοθυμικούς διανοούμενους, πότες συγγραφείς, θαρραλέες ερωμένες, καλλίγραμμες ηθοποιούς, αυτομαθείς εμπειρογνώμονες, αυτοσχέδιους επαναστάτες και ανειδίκευτους σοφούς). Πάνω και πρώτ' από όλα ήταν ένας παλλόμενος από ζωή, συναισθήματα και ιδέες Κυψελιώτης, ένας άνθρωπος της Αγοράς («Αν δεν μαγαριστείς στην αγορά, πώς θα αγορεύσεις;» αναρωτιέται ρητορικά ο Κωστής Παπαγιώργης), του δημόσιου λόγου, των ζαχαροπλαστείων, των καφενείων, των μπαρ, των κάθε είδους «χασομεράδικων». Κατέβαινε εκεί, με την ψυχή και με το σώμα του σαν πυξίδα, έτοιμος πάντα να συζητήσει για τα πάντα, έτοιμος πάντα να αφεθεί στο άνοιγμα και να τον συνεπάρει το αίνιγμα, ποτέ με ιδέες «προκάτ», ποτέ με ready-made αντιλήψεις. Ο Χρήστος δεν σταμάτησε ποτέ να αυτοσχεδιάζει και εν συνεχεία να επεξεργάζεται μεθοδικά τον πλούτο των αυτοσχεδιασμών. Οπως το έλεγε κι ο Ρώσος πρωτοποριακός καλλιτέχνης, ο Καζιμίρ Μάλεβιτς: «Με καρδιά από φλόγα, με μυαλό από πάγο».

Προπαγανδιστής

Ο Χρήστος ήταν προπαγανδιστής. Διαισθανόταν κάτι, συνελάμβανε μιαν ιδέα, συγκινιόταν από μια μελωδία ή μιαν εικόνα, και ήξερε μετά -είχε το σχέδιό του, όπως λέγαμε παλιά- να σε κάνει με τον καλύτερο τρόπο κοινωνό της εμμονής ή της προτίμησής του. «Κατέβαζε γραμμή» ο Βακαλόπουλος, είτε αγορεύοντας, πάντα χαμηλόφωνα όταν εμείς οι άλλοι μάλλον θορυβούσαμε, είτε μιλώντας στις ραδιοφωνικές του εκπομπές είτε γράφοντας άρθρα (στο Σύγχρονο Κινηματογράφο, στην Αυγή, στο Αντί) - ακόμη και στα μυθιστορήματά του. Τον άκουγες ή τον διάβαζες, κι έτρεχες να ξανακούσεις τους Kinks και τον Μπομπ Ντίλαν, να ξαναδιαβάσεις τον Ρέιμοντ Τσάντλερ και την Πατρίτσια Χάισμιθ, να ξαναδείς ταινίες του Σταύρου Τορνέ, του Βιμ Βέντερς ή του μεγάλου Νίκολας Ρέι (κατά προτίμηση το «Johnny Guitar»). Και προπαγάνδιζε χωρίς να το πάρεις είδηση, όχι τόσο γιατί ήταν χαμηλόφωνος όσο γιατί διέθετε περίσσεια το ταλέντο να σε δελεάζει υποκρινόμενος ότι συμφωνεί σε χοντρικές γραμμές μαζί σου, να «πηγαίνει με τα νερά σου» και, την κρίσιμη στιγμή, να προσθέτει ένα σημείο στίξεως που τα ανέτρεπε όλα, μια τάχατες δευτεροκλασάτη λεπτομέρεια που λειτουργούσε σαν βόμβα βραδυφλεγής, μια απειροελάχιστη αντίρρηση που σου άλλαζε άρδην τον προσανατολισμό, αλλά αργότερα, χωρίς να το καταλάβεις, ανεπαισθήτως.

Πιστός στις εκάστοτε προσηλώσεις του, ο Βακαλόπουλος λόγω καλλιέργειας, ευφυΐας και διαίσθησης, μπόρεσε να μείνει πάντα μια σκέψη και μια φωνή ελεύθερη, εξαιρετικά πρωτότυπη, γενεσιουργός. Υπερασπίστηκε ό,τι αγάπησε, και μάλιστα ώθησε κι άλλους να το αγαπήσουν. Παρ'ότι φαινομενικά φλεγματικός, πάντα πράος έως ψυχρότητας και εξόχως διακριτικός, ο Βακαλόπουλος κατάφερε να ανάψει σε μιαν ολόκληρη γενιά κάποιες φωτιές που είμαι σίγουρος ότι δεν θα σβήσουν εύκολα. Δεν είναι και λίγο να μετατοπίζεσαι, χωρίς να το καταλάβεις καλά-καλά, από τον Κάπτεν Μπίφχαρτ και τον Φρανκ Ζάπα στον Μάκη Χριστοδουλόπουλο και την Οπισθοδρομική Κομπανία! Και δεν σου το συγχωρούν εύκολα, όχι μόνον οι άλλοι αλλά ακόμη και ο εαυτός σου καμιά φορά!

Αυτό που πάντα με γοήτευε στον Χρήστο ήταν ο συνδυασμός μιας βαθιάς, έστω κι αν άργησε να έρθει, γνώσης τού ποιοι είμαστε αλήθεια και πού πάμε στο λατρεμένο και μισημένο νεοελληνικό μας κουλουβάχατο (μέσα στο οποίο είχε το θαυμάσιο ταλέντο να ανακαλύπτει αστραφτερά διαμάντια) και σε μιαν ακοίμητη επινοητικότητα που έτρεχε με χίλια χιλιόμετρα την ώρα. Ηδη στα είκοσι τέσσερά του, στο μυθιστόρημα «Υπόθεση Best-Seller», τον διαβάζουμε ή, μάλλον, τον ακούμε (γιατί πάντα έγραφε σαν μας μιλάει ο Χρήστος) να λέει: «Σκεφτόμαστε με τον Αλκη να γράψουμε ένα μυθιστόρημα στους δρόμους. Θα γράφαμε ένα κομμάτι στη γωνία Ιπποκράτους και Λασκάρεως κι από κάτω θα γράφαμε: η συνέχεια στη γωνία Ιπποκράτους και Κομνηνών. Ολοι οι τοίχοι της πόλης θα γέμιζαν με τα κομμάτια του μυθιστορήματος. Για μια βδομάδα όλα τα αυτοκίνητα θα κυκλοφορούσαν από γωνία σε γωνία για να διαβάσουν τις συνέχειες».

Μανιακός παρατηρητής

Με την εμμονή του στην καθημερινότητα, μανιακός παρατηρητής της ζωής και αναγνώστης εφημερίδων, ο μακαρίτης φίλος μας Χρήστος Βακαλόπουλος ήξερε να ανασύρει ό,τι πολύτιμο, ό,τι ακριβό. Οπως ακριβέστατα το διατύπωσε στο «Γεια σου, Ασημάκη», ο Κωστής Παπαγιώργης, ο Χρήστος «ήθελε να περισώσει το απαρατήρητο».

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 23/1/2003.