7 Δεκ 2008

49ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης x 2 [Final Reviews]


Η λαϊκή ρήση «κάθε πέρυσι και καλύτερα» δεν πρέπει να αποτελεί δικαιολογία για τίποτα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Είναι υπεκφυγή, φυγοπονία, αναλγησία όταν το οτιδήποτε με το οποίο καταπιάνεται ο άνθρωπος δεν πάει προς τα μπρος. Πόσο μάλλον ο καλλιτέχνης όπως μας έλεγε ο Τακέσι Κιτάνο. Πόσο μάλλον ο ελληνικός κινηματογράφος λέμε εμείς.
Φέτος το ελληνικό τμήμα του 49ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης δεν πέτυχε το στόχο του. Να πείσει, δηλαδή, το σινεφίλ κοινό του ότι άξιζε παρακολούθησης, προσοχής κι είχε να επιδείξει δείγματα, τουλάχιστον, ενδιαφέροντα.
Ανάμεσα στις 22 ταινίες μυθοπλασίας του φεστιβάλ, δυο εξ αυτών βραβεύτηκαν δεόντως (16 από τα 17, συνολικά). Από τη μια μεριά ο «γερόλυκος» Τώνης Λυκουρέσης με το «Σκλάβοι στα δεσμά τους» έκανε θεαματική επιστροφή ύστερα από 22 χρόνια απουσίας και μάλιστα με έξυπνο τρόπο. Πήρε το πολυδιαβασμένο διήγημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και με μια ομάδα τηλεοπτικών ηθοποιών (Χρήστος Λούλης, Δήμητρα Ματσούκα), μαζί με παλιές καραβάνες όπως ο Γιάννης Φέρτης, έκανε μια καλαίσθητη ταινία εποχής, η οποία με μαθηματική ακρίβεια κέρδισε τις εντυπώσεις, στις αίθουσες όμως θα φανεί τι αξίζει. Από την άλλη μεριά ο Αλέξανδρος Αβρανάς με το «Without» έπρεπε να επιβεβαιώσει τις φήμες που τον συνόδευαν μήνες τώρα, με τον σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Γιάνναρη και τον μουσικό Κωνσταντίνο Βήτα να τον στηρίζουν με την παρουσία τους. Το ζήτημα που εγείρεται στην περίπτωση του Αβρανά επικεντρώνεται στο γεγονός ότι είναι εικαστικός και η προβληματική του στοχεύει στο πως θα σπάσει την αισθητική φόρμα, μέσα από τη σκηνοθεσία και τη φωτογραφία. Το σινεμά, όμως, έχει -αν μη τι άλλο- βάση του το σενάριο. Κάτι το οποίο έλειπε από την ταινία του Αβρανά. Ο ίδιος πάντως εξακολουθεί να συγκεντρώνει τις ελπίδες του ελληνικού σινεμά.
Στο επιμέρους τμήμα σαφώς ξεχώρισαν οι προτάσεις του Πάνου Καρκανεβάτου και του Χρίστου Γεωργίου. Ο Καρκανεβάτος με τα «Καλά κρυμμένα μυστικά : Αθανασία» απέδειξε ότι είναι σκηνοθέτης μεγάλων ταχυτήτων, παίζοντας με τα βλέμματα των ηθοποιών και εναλλάσσοντας τα με την συνεκδοχή των τοπίων. Σίγουρα είναι ο πιο αδικημένος της διοργάνωσης έχοντας όμως άμεση διανομή στις αίθουσες (4/12). Ο Κύπριος σκηνοθέτης Γεωργίου με το «Μικρό έγκλημα» και πρωταγωνιστή τον Άρη Σερβετάλη έκανε μια συμπαθέστατη κομεντί με μπόλικο χιούμορ, ενίοτε μαύρο, αλλά και σασπένς σε απαλά όρια.
Για τις υπόλοιπες ταινίες οι συζητήσεις κινούνται σε πολλά επίπεδα. Αφενός αναφέρονται στις καλές προθέσεις όπως εκείνες του Παναγιώτη Καραμήτσου με την «Τρυφερότητα», ο οποίος οφείλει τα πάντα στις δυο πρωταγωνίστριες του (Αλεξάνδρα Παυλίδου, Ράσμι Σούκουλη) αλλά και του Θόδωρου Μαραγκού με τους «Ισοβίτες» και το παιχνίδι επαρχιώτικης τρέλας των Τάκη Σπυριδάκη και Βαγγέλη Μουρίκη. Αφετέρου στις επίμονες προσπάθειες για τη «μεγάλη» ταινία : η έθνικ κινηματογράφηση της Ελένης Αλεξανδράκη με τον «Αρσιβαρίστα και τον Άγγελο», η σοβιετική οπτική παλιού τύπου του Πέτρου Σεβαστίκογλου με τις «Τρεις στιγμές», ο κοινωνικός ρεαλισμός του «Carousel» του Σταμάτη Τσαρουχά και η αγωνιώδης φιλοσοφική ματιά του Βασίλη Ντούρου με «Το βουνό μπροστά».
Συγκομιδή εντυπώσεων; Πενιχρή. Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, σε μεγαλύτερο βαθμό όμως, τις απαντήσεις στην ερώτηση “γιατί το ελληνικό σινεμά δείχνει τέτοια δείγματα;” δεν μπορεί να τις δώσει καμία επιτροπή Γαβρά – Δοξιάδη ούτε κάποιο νομοσχέδιο. Αλλά οι ίδιοι οι δημιουργοί. Αυτοί κρατούν και το μαστίγιο και το καρότο.

Nέστορας Πουλάκος

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθ. εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 2-12).

+

Αδιαμφισβήτητα πρόκειται για το κινηματογραφικό γεγονός της χρονιάς στη χώρα μας. Όσο και να ξεφυτρώνουν δεκάδες φεστιβάλ τόσο στην Αθήνα όσο και σε πολλές επαρχιακές πόλης ανά την Ελλάδα, όσο και να το πολεμούν και να θέλουν να το υποβαθμίσουν,
παραμένει και θα παραμείνει το κινηματογραφικό meeting point των απανταχού σινεφίλ. Από όλη τη χώρα συρρέουν κάθε χρόνο οι επισκέπτες στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Από τη σκριπτ γκερλ μιας ταινίας μέχρι τον μεγάλο παραγωγό και από τον επίσημο καλεσμένο (όπως π.χ. Στόουν ή Νταρντέν) στον κινηματογραφόφιλο θεατή και μανιακό με τις ταινίες.
Σχεδόν μισό αιώνα ζωής συμπλήρωσε το φετινό φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης και φαίνεται ότι τα καταφέρνει όλο και καλύτερα. Βέβαια στην Ελλάδα ζούμε, στη χώρα της διαπλοκής και της διαφθοράς, φαινόμενα που φυσικά αγγίζουν και το φεστιβάλ. Τα εξώφθαλμα αποφεύγονται, στο παρασκήνιο όμως με επίκεντρο την κινηματογραφική μπίζνα, ειδικώς στο ελληνικό κομμάτι, τα πράγματα παίρνουν άλλες διαστάσεις και γι’ αυτό είναι αρμόδιοι να τα ξεμπλέξουν μεταξύ τους οι δημιουργοί με τους παραγωγούς και τους λοιπούς παρατρεχάμενους.
Η νέα διοίκηση φεστιβάλ, που μετράει μόνο λίγα χρόνια, λαμπερή με την παρουσία του Γιώργου Χωραφά και ψυχρά επαγγελματική με εκείνη της Δέσποινας Μουζάκης, έχει αποδείξει ότι κάνει θαύματα βάζοντας στη λήθη σιγά σιγά τις ένδοξες μέρες του Μισέλ Δημόπουλου.
Φέτος, η Θεσσαλονίκη είχε χολυγουντιανό αέρα, ευρωπαϊκό στυλ κι όλα αυτά γαρνιρισμένα με την καθωσπρέπει βαλκανική φορεσιά, που συνδυάζει ανατολίτικη αισθητική με δυτική νοοτροπία και μεσογειακό ταπεραμέντο. Ο Όλιβερ Στόουν του «Πλατούν» και ο Λυκ Νταρντέν της «Ροζέτας», ο Τακέσι Κιτάνο των «Πυροτεχνημάτων» και ο φωτογράφος του «Μama mia!» Χάρης Ζαμπαρλούκος, ο Τέρενς Ντέιβις του βρετανικού πειραματικού κινηματογράφου και η σεναριογράφος του «Juno» Ντιάμπλο Κόντι, ο συνθέτης της «Βαβέλ» Γκουστάβο Σανταολάγια και ο Μάνος Ζαχαρίας του σοβιετικού σινεμά, όλοι τους καλεσμένοι, τιμώμενα πρόσωπα και κεντρικά θέματα αφιερωμάτων του 49ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Εκθέσεις φωτογραφίας, σκίτσων, ζωγραφικής, βιντεοπροβολών από τον μεξικανό Φιγκερόα διευθυντή φωτογραφίας του Αιζενστάιν, του Χιούστον και του Μπουνιουέλ, και τον έλληνα σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Γιάνναρη στα πορτρέτα του ζωγράφου Πανσέληνου του σκηνοθέτη Κυριάκου Κατζουράκη και τα κειμήλια των ταινιών του Μάνου Ζαχαρία, ήταν μερικές από τις παράλληλες εκδηλώσεις του φεστιβάλ. Σε αυτές προστίθενται σεμινάρια, αγορές ταινιών, συζητήσεις, ομιλίες, συναυλίες όπως εκείνη που έδωσε η μπάντα του Εμίρ Κουστουρίτσα, συμπληρώνοντας το μωσαϊκό των δρωμένων της Θεσσαλονίκης.
Στη συνέχεια οι ταινίες του φεστιβάλ, που είναι το ζουμί της κινηματογραφικής γιορτής της πόλης της Βορείου Ελλάδος. Το πρόγραμμα συμπεριλάμβανε από εκτενή αφιερώματα στον Τούρκικο, Μεσανατολικό, Ρουμάνικο και Βαλκανικό κινηματογράφο σε όλες τις ταινίες των αδελφών Νταρντέν, του Οσμάν Σεμπέν, του Μάνου Ζαχαρία και του Τέρενς Ντέιβις, με τις καινοτόμες θεματικές όπως εκείνες της Generation Next (επόμενη γενιά ελλήνων σκηνοθετών) και των Idays (μέρες ανεξαρτησίας – ανεξάρτητο σινεμά από όλο τον κόσμο). Η τελευταία ενότητα εξέπληξε ευχάριστα με ταινίες σαν την «Πίσσα», το «Έλεν», τη «Λίμνη Τάχο» κ.ά να δείχνουν το δρόμο για το νέο βλέμμα του δημιουργού μακριά από τα στούντιο. Βέβαια, μεγάλοι σκηνοθέτες παρουσίασαν το έργο τους, αφού προβλήθηκαν οι νέες ταινίες των Όλιβερ Στόουν, Γουονγκ Καρ Βάι, Τζόναθαν Ντέμε, Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, αδελφών Νταρντέν, Τακέσι Κιτάνο, Βάλτερ Σάλες κ.ά
Τέλος ολοκληρώνουμε με τη «συνήθη» κατάντια του ελληνικού κινηματογράφου. Μαντέψτε ποιες ήταν οι καλύτερες ταινίες; Η «Σκόνη του Χρόνου» του γκραν μετρ Θόδωρου Αγγελόπουλου, η λυρική δουλειά του Πάνου Καρκανεβάτου («Αθανασία»), ενώ χαριτωμένες ήταν οι ταινίες «Μικρό Έγκλημα» του Χρίστου Γεωργίου και «Without» του Αλέξανδρου Αβρανά. Βέβαια, τα ντοκιμαντέρ, το digital wave και οι μικρομηκάδες της Δράμας έδωσαν τον απαραίτητο τόνο αισιοδοξίας, ο οποίος δυστυχώς γρήγορα εξαντλείται.
Και εις άλλα με υγεία, λοιπόν, και του χρόνου..

Νέστορας Πουλάκος

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 50 της μηνιαίας αντιεξουσιαστικής εφημερίδας "Βαβυλωνία" (Δεκέμβριος 2008).