5 Δεκ 2008

Διάλογος για το "Μάτι της Δικαιοσύνης" του Γιάννη Χαιρετάκη..


Γιάννης Χαιρετάκης
«Tο μάτι της δικαιοσύνης»
Eκδόσεις Τόπος, 2008, σελ. 165

Μαίρη Αλεξοπούλου: Λοιπόν, Νέστορα, πώς σου φάνηκε το «Μάτι της Δικαιοσύνης» του Γιάννη Χαιρετάκη;

Νέστορας Ι. Πουλάκος: Καταρχάς, να σου ομολογήσω ότι το πρώτο πράγμα που με τράβηξε στο βιβλίο ήταν το σκοτεινό, μυστήριο και, γεμάτο ενοχές, εξώφυλλο. Ο γυμνός άνδρας, δεμένος με χειροπέδες, κουρνιασμένος και χωμένος στην ύπαρξή του, φοβισμένος μου φαίνεται κι ας μη βλέπουμε το πρόσωπό του. Δεν ξέρω αν αυτή την εικόνα αποπνέουν τα διηγήματα του Χαιρετάκη, πιθανότατα ναι σε κάποια σημεία τους. Ή αν έτσι προβάλλεται μέσα από τη δουλειά του ο ίδιος ο συγγραφέας. Ή αν, τέλοσπάντων, έγινε για λόγους καλαισθησίας από τον εκδότη. Όπως και να έχει τον πρώτο στόχο του τον πέτυχε : να διεγείρει το μάτι του υποψήφιου αγοραστή – αναγνώστη.

Μ.Α.: Εμένα μου έκανε εντύπωση η ένταξη του βιβλίου από τον Μαραγκόπουλο στη σειρά «cuλΤ». Χωρίς να είμαι σίγουρη σχετικά με το τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο όρος και πώς χρησιμοποιείται από τις Εκδόσεις «Τόπος», υπέθεσα ότι μάλλον εννοείται η λογοτεχνία που επιλέγει να κοιτάξει τον κόσμο με μία –κάπως- λοξή ματιά. Το βιβλίο πράγματι έχει αυτήν τη λοξή ματιά. Δεκατρία σύντομα διηγήματα, ακολουθούνται από ένα δέκατο τέταρτο μεγάλης διάρκειας. Ιστορίες διόλου καθημερινές: καθηγήτριες που εκβιάζουν το σπέρμα των μαθητών τους, μυρμήγκια που φυτρώνουν ακατάπαυστα απ’ τα κορμιά νεκρών εραστών, ερεθισμένες περιπτερούδες, δηλητήρια, ξύλο, ξύλο, ξύλο, γατάκια που μοιάζουν με τον Χίτλερ, ένας αστυνομικός με αναπάντεχο τέλος και πολλά πολλά άλλα. Και ο τίτλος του βιβλίου μου άρεσε.

Ν.Ι.Π.: Ωστόσο, θα διαφωνήσω με τη λέξη «δικαιοσύνη» του τίτλου. Σε όλες τις ιστορίες του Χαιρετάκη, και στις δεκατέσσερις, υπάρχει μια αίσθηση δίκαιης ή άδικης απόδοσης της δικαιοσύνης. Μέχρις εδώ όλα καλά. Εκεί που έχω ενστάσεις είναι στο κατά πόσο μιλάμε για τη δικαιοσύνη, από την οποία πηγάζει η κάθε ιστορία και «τρέχει» λόγου αυτής ή για τη δικαιοσύνη, ως αόριστο θέμα προσέγγισης του κάθε διηγήματος. Για να γίνω πιο κατανοητός, εννοώ ότι λίγο – πολύ οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι λογοτεχνικές –κι όχι μόνο- κατασκευές παγκοσμίως και διαχρονικώς αναφέρονται στην κοινωνική και ηθική απόδοση της δικαιοσύνης, θεμιτό άλλωστε αφού γι’ αυτήν ζούμε όλοι και την κρίση της αποζητούμε στο θάνατό μας. Υπάρχουν όμως λογοτεχνήματα (όπως τα πρόσφατα διαβάσματά μου : «Ο διάβολος με το γαλάζιο φόρεμα» του Γουόλτερ Μόσλυ και «Αυτό που μου ανήκει» της Άννε Χολτ) τα οποία παίζουν με τη λέξη και την έννοια «δικαιοσύνη», χρησιμοποιώντας την ως κεντρικό θέμα, εξαιτίας της απόρροιας από αυτήν των ιστοριών του κάθε ήρωα και της κατάληξής του. Δηλαδή το κοινωνικό μήνυμα, η ηθική δικαίωση, το τραγικό τέλος, το ανθρώπινο δίδαγμα, το τι πρέπει και τι δεν πρέπει. Με λίγες εξαιρέσεις, όπως ο «Αγώνας» και το «Σιντριβάνι», ο Χαιρετάκης χρησιμοποιεί τη δικαιοσύνη για να δικαιολογήσει τις καταλήξεις των ιστοριών του, χωρίς να προσφέρει το αντίβαρο εκείνο που θα τις εκτοξεύσει ως κοινωνικά διδάγματα.

Μ.Α.: Πάντως, το ενδιαφέρον είναι ότι όλα τα περιστατικά στήνονται από τον Χαιρετάκη ως απολύτως αληθινές στιγμές, μιας κοινότοπης πραγματικότητας. Συμβάντα εξαιρετικά, παρουσιάζονται μέσα από μία άρτια, αποστασιοποιημένη γλώσσα, με τον συγγραφέα σαφώς απομακρυσμένο από τους χαρακτήρες του. Δεν τους φοβάται, δεν τους συμπονά, μονάχα τους δείχνει. Δεν παίρνει θέση απέναντί τους. Είτε πρόκειται για το αγγελικό παιδί που τρώει το ξύλο της χρονιάς του από τους συμμαθητές του είτε για την χοντρή κυρία με το μολυσμένο σάντουιτς. Όλοι χωράνε στην πολύτροπη, αλλόκοτη, ρεαλιστική πραγματικότητα του συγγραφέα. Με την ίδια απλότητα κινήσεων που εσύ κι εγώ πίνουμε τον καφέ μας, οι άνθρωποι που κατασκευάζει ο Χαιρετάκης κοιτούν την αλήθεια κατάματα και της επιτείθονται για να την διεκδικήσουν, για να την φέρουν στα ολόδικά τους μέτρα. Η δουλειά του μου θυμίζει κάτι από τις ταινίες του Χάνεκε. Όλοι εμείς ακίνητοι θεατές της τηλεοπτικής οθόνης, παγεροί, σχεδόν αδιάφοροι, κοιτάμε, βλέπουμε, τρομάζουμε ίσως από την καθαρή βία, χωρίς όμως να αντιδρούμε, ν’ αλλάζουμε τα πράγματα, να παίρνουμε θέση. Αυτήν, την τόσο αναγνωρίσιμη αλήθεια της εποχής που ζούμε, αυτήν φωτίζει ο Χαιρετάκης. Χωρίς να δώσει λύσεις. Χωρίς ανακούφιση. Χωρίς ανάσα.

Ν.Ι.Π.: Θα συμφώνησω Μαίρη. Πιστεύω πως ο Γιάννης Χαιρετάκης, με το ντεμπούτο βιβλίο του στην ελληνική λογοτεχνία δείχνει ότι ήρθε για να μείνει. Εξάλλου οι, σχεδόν, νοσηρές –ως επί το πλείστον- ιστορίες του έχουν τη σημαντική ικανότητα να σου καρφώνονται στο μυαλό σα σφαίρα και να στο ταρακουνούν για όση ώρα θεωρούν ότι θα χρειαστεί. Άλλωστε, το έχω ήδη δωρίσει πολλάκις σε ανθρώπους με οξυμμένο νου, περίεργες φαντασιώσεις και τρελά όνειρα… Και το εκτίμησαν...

Μαίρη Αλεξοπούλου – Νέστορας Ι. Πουλάκος

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 39 του λογοτεχνικού περιοδικού "Μανδραγόρας" (Νοέμβριος 2008).